Άλμπρεχτ Ντύρερ, η μεγάλη μορφή της αναγεννησιακής τέχνης του Βορρά

| 09/11/2018

 

Ο Άλμπρεχτ Ντύρερ γεννήθηκε στη Νυρεμβέργη στις 21 Μαΐου 1471 και ήταν το τρίτο από τα δεκαοκτώ παιδιά του χρυσοχόου Άλμπρεχτ Ντύρερ και της Βαρβάρας Χόλπερ.

Πολλά στοιχεία σχετικά με τη ζωή και τη σταδιοδρομία του προέρχονται από κείμενα που άφησε ο ίδιος: από το «Οικογενειακό Χρονικό», από τις «Σκέψεις» του και από το «Ημερολόγιο του ταξιδιού» του στις Κάτω Χώρες. Στο «Οικογενειακό Χρονικό» ο Ντύρερ περιγράφει με ακρίβεια σύμφωνα με τα όσα του είχε αφηγηθεί ο πατέρας του, τη ζωή των παππούδων του, των γονέων του, τη ζωή των αδελφών του και τη δική του ζωή. Αναφέρει στο Χρονικό πως ο πατέρας του τον αγαπούσε ιδιαίτερα επειδή είχε μεγάλο ζήλο για μάθηση. Τον έστειλε στο σχολείο να μάθει να διαβάζει και να γράφει και μετά τον πήρε κοντά του να του διδάξει την τέχνη της χρυσοχοΐας. Όμως εκείνος όταν έμαθε ό,τι έπρεπε να μάθει, όπως χαρακτηριστικά λέει, του γεννήθηκε η επιθυμία να αφιερωθεί στη ζωγραφική. Ο πατέρας του όμως δεν έδειξε καμιά ικανοποίηση από την επιθυμία του διότι πίστευε ότι είχε χάσει άδικα τον καιρό του για να του διδάξει την τέχνη του. Τελικά υποχώρησε και το 1486, την ημέρα του Αγίου Ανδρέα, του ανακοίνωσε το ξεκίνημα της μαθητείας του για τρία χρόνια κοντά στο εργαστήριο του πρώτου ζωγράφου της Νυρεμβέργης Μίκαελ Βόλγκεμουτ.

Το εργαστήριο του Μίκαελ Βόλγκεμουτ ήταν το πιο σημαντικό της πόλης, δεχόταν μεγάλες παραγγελίες τις οποίες εκτελούσαν αμέτρητοι βοηθοί, ζωγράφοι, γλύπτες και χαράκτες.

Όταν ολοκλήρωσε τη μαθητεία του έφυγε για ταξίδι τεσσάρων χρόνων στο εξωτερικό ώστε να γνωρίσει και την τέχνη άλλων χωρών. Όταν επέστρεψε το 1494 παντρεύτηκε και όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στο Χρονικό:   Ξαναγύρισα το 1494 μετά την Πεντηκοστή. Τότε ο Χανς Φρέυ, σύμφωνος με τον πατέρα μου, μου έδωσε γυναίκα την κόρη του Αγνή, που είχε προίκα διακόσια φλορίνια. Οι γάμοι μας έγιναν Δευτέρα, πριν από τη γιορτή της Αγίας Μαργαρίτας, το έτος 1494.

Στη συνέχεια πραγματοποίησε δύο ταξίδια στην Ιταλία τα οποία τον επηρέασαν σε σημαντικό βαθμό, το πρώτο έγινε λίγο μετά το γάμο του και το δεύτερο το 1505. Η ιταλική επιρροή αποτυπώθηκε σε μια σειρά από σχέδια και πίνακες. Ο Ντύρερ ταξίδεψε αρκετά κατά τη διάρκεια της ζωής του διότι διακατεχόταν από έντονο πάθος για μάθηση.

Ο Άλμπρεχτ Ντύρερ γράφει στο φίλο του Βίλλιμπαλντ: Ο Τζιοβάννι Μπελλίνι μου έκαμε ένα σωρό φιλοφρονήσεις μπροστά σε πλήθος ευπατρίδες, ήθελε οπωσδήποτε ν’ αποκτήσει ένα έργο μου, και ήρθε προσωπικά να με παρακαλέσει να του ζωγραφίσω οτιδήποτε, βεβαιώνοντας ότι θα με πλήρωνε καλά. Όλοι με ζήλεψαν για την εύνοια που μου έδειξε ο άνθρωπος αυτός, που παρά την προχωρημένη ηλικία του, παραμένει ο αδιαφιλονίκητος δάσκαλος όλων των ζωγράφων. Και συνεχίζει προσθέτοντας: Εδώ είμαι άρχοντας, στον τόπο μου παράσιτος. Στην Ιταλία οι καλλιτέχνες έχαιραν αναγνώρισης ενώ στη Γερμανία εξακολουθούσαν να θεωρούνται απλοί χειρώνακτες.

O διασημότερος πελάτης του Ντύρερ ήταν ο αυτοκράτορας Μαξιμιλιανός Α’ που έμεινε στη Νυρεμβέργη από τις 3 έως τις 15 Φεβρουαρίου 1512 και του ανέθεσε μια σειρά από έργα.

Τα έργα χαρακτικής του, χαλκογραφίες και ξυλογραφίες, αποτελούν αριστουργήματα ελεύθερης φαντασίας και έκφρασης αλληγορικού περιεχομένου: «Ο Άσωτος Υιός», «Ο περίπατος», «Ηρακλής», «Αδάμ και Εύα» κ.ά. Εκτός από τοπία και θρησκευτικά έργα φιλοτέχνησε και πολλές προσωπογραφίες.

Τα πορτρέτα και οι αυτοπροσωπογραφίες του είναι έργα μοναδικής ομορφιάς και ιδιαίτερης έκφρασης με πολλά πρωτοποριακά στοιχεία. Σταδιακά εγκαταλείπονται οι χρωματικοί συνδυασμοί και τα διακοσμητικά στο φόντο και επικρατούν οι σκοτεινότεροι και μονόχρωμοι τόνοι, οι οποίοι προσδίδουν  στα πρόσωπα μια εκφραστική δυναμική.

Οι επιγραφές και τα αινιγματικά σύμβολα είναι επίσης ένα χαρακτηριστικό στοιχείο στους πίνακές του.

Δημιούργησε την πρώτη αυτοπροσωπογραφία του σε ηλικία μόλις 13 ετών με την τεχνική της μολυβογραφίας, με ασημένιο μολύβι σε λευκό χαρτί, μια τεχνική ιδιαιτέρως δύσκολη διότι δεν επιδέχεται διορθώσεις. Αργότερα πρόσθεσε την επιγραφή «Το είδωλό μου ζωγραφισμένο από τον καθρέφτη, το 1484, όταν ακόμη ήμουν παιδί».

Το 1493 φιλοτέχνησε την ελαιογραφία «Αυτοπροσωπογραφία με σταυράγκαθο» αφιερωμένη στη μνηστή του. Η επιγραφή στο πάνω μέρος του πίνακα λέει «Τα πράγματα με οδηγούν όπως ορίζονται από ψηλά». Ακολούθησαν άλλες δύο αυτοπροσωπογραφίες το 1498 σε ηλικία 26 ετών, όπως αναγράφεται στο έργο, και το 1500 με γούνινο μανδύα. Η επιγραφή που δίνει πληροφορίες για το έργο έχει λόγιο χαρακτήρα και είναι γραμμένη στα λατινικά.

Ο Ντύρερ ζωγράφισε τις προσωπογραφίες της μητέρας και του πατέρα του και στο Χρονικό αναφέρει για τον πατέρα του: Ο Άλμπρεχτ Ντύρερ ο Πρεσβύτερος είχε μια ζωή γεμάτη βάσανα, βαριά και σκληρή δουλειά. Σε κανέναν δεν στηρίχθηκε παρά μόνο στον εαυτό του, στη γυναίκα και στα παιδιά του. Ό,τι κέρδισε, το κέρδισε με τα ίδια του τα χέρια, γι’ αυτό και είχε πολύ λίγα.

Από τα 18 παιδιά της οικογένειας μόνο τρεις γιοι κατάφεραν να επιβιώσουν, ο ένας συνέχισε την τέχνη του πατέρα του, ενώ ο άλλος ήταν κι αυτός ζωγράφος αλλά όχι τόσο ταλαντούχος όσο ο Άλμπρεχτ ο Νεότερος. Κανένας από τους τρεις δεν άφησε απογόνους και έτσι η οικογένεια εξαφανίστηκε μαζί τους.    

Η προσωπογραφία του δασκάλου του Μίχαελ Βόλγκεμουτ το 1516 θεωρείται από τις πιο ενδιαφέρουσες προσωπογραφίες που φιλοτέχνησε ο Ντύρερ, καθώς είναι η παλαιότερη απεικόνιση ζωγράφου που δεν είναι αυτοπροσωπογραφία. Η επιγραφή αναφέρει «Ο Άλμπρεχτ Ντύρερ φιλοτέχνησε την προσωπογραφία του δασκάλου του, Μίχαελ Βόλγκεμουτ, το έτος 1515». Όταν τρία χρόνια αργότερα ο Βόλγκεμουτ έφτασε στο τέλος της ζωής του ο Ντύρερ πρόσθεσε « Ήταν 82 ετών και έζησε έως το 1519, πέθανε το πρωί της γιορτής του Αγίου Ανδρέα, πριν βγει ο ήλιος». Την ημέρα του Αγίου Ανδρέα του 1486 ήταν που είχε ανακοινώσει στον πατέρα του και το ξεκίνημα της μαθητείας του μαζί του.

Ο Τόμας Μαν έγραψε για τον Ντύρερ: Σκέφτομαι τον Ντύρερ σημαίνει σκέφτομαι την αγάπη, το χαμόγελο, και θυμάμαι. Σημαίνει γνώση του βαθύτερου και απρόσωπου, αυτού που υπάρχει έξω και κάτω από τα υλικά όρια του εγώ μας, αλλά που το καθορίζει και το τρέφει. Είναι ιστορία σαν μύθος, ιστορία που πάντα είναι ύλη και παρών χρόνος, αφού είμαστε πολύ λιγότερο μοναδικά άτομα απ’ όσο ελπίζουμε ή φοβόμαστε.    

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του επιδόθηκε εκτός από την προσωπογραφία στις επιστημονικές μελέτες. Πέθανε στις 6 Απριλίου 1528 στο σπίτι του στη Νυρεμβέργη. Από σχετικές σημειώσεις στο «Ημερολόγιό του» μπορεί να συναχθεί ότι αιτία του θανάτου του ήταν κάποιο αφροδίσιο νόσημα. Στο μνήμα του προστέθηκε μια επιγραφή από τον φίλο του Pirckheimer: «Όσα ο Άλμπρεχτ Ντύρερ είχε ως θνητός είναι κλεισμένα τώρα σ’ αυτό το μνήμα».


Βιβλιογραφία

  • Ντύρερ, Βιβλιοθήκη Τέχνης, Καθημερινή.
  • Μουσεία του Κόσμου, Παλαιά Πινακοθήκη Μόναχο, Mondatori, Φυτράκης
  • Ε.Η. Gombrich. Το Χρονικό της Τέχνης, MIET, 1994
  • Παγκόσμια Εγκυκλοπαίδεια της Τέχνης, εκδ.Φυτράκης, 1964.

 

Η Κατερίνα Κοφφινά είναι πολιτισμολόγος. Σπούδασε «Ευρωπαϊκό Πολιτισμό» με μεταπτυχιακή εξειδίκευση στη Διοίκηση Πολιτισμικών Μονάδων στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο και Εφαρμοσμένες Εικαστικές Τέχνες στις σχολές Βακαλό και Αrtes (πρώην Δοξιάδη). Έχει εργαστεί πολλά χρόνια στον αρχιτεκτονικό χώρο. Έχει συνεργαστεί με ιδρύματα και συλλόγους στην παραγωγή καλλιτεχνικών και ιστορικών προγραμμάτων, καθώς και με τα περιοδικά «Ιστορία - Πάπυρος», «Science Illustrated», «Ιστορικά Θέματα», "Πολίτες" «Το Περιοδικό». Είναι ιδρυτικό μέλος της Ομάδας Παραγωγής Δημόσιας Ιστορίας "hιστορισταί". Επίσης είναι μέλος και γραμματέας του Δ.Σ του Συλλόγου Πτυχιούχων Ευρωπαϊκού Πολιτισμού.

ola