Άννα Αχμάτοβα: «Το διαρκές Ρέκβιεμ»

18118463_619522864904054_6542164077855806116_n
Γράφει: Βασίλης Ρούβαλης - Λογοτεχνία + Ποίηση - 27/04/2017

Η ποίηση είναι εκείνη η λογοτεχνική φόρμα που συνήθως μπορεί να πραγματώνει την καλλιτεχνική φαντασίωση του δημιουργού και να εκπληρώνει την επιθυμία του για επαφή με την πραγματικότητα… Η Άννα Αχμάτοβα γνωρίζει ακριβώς και καταθέτει αυτή την εμπειρία – το έργο της πήρε αποφασιστική στροφή όταν εξέλιπε η διάθεση εξωστρέφειας του ατομικού βιώματος υπέρ της καταγραφής του συλλογικού, με κινητήρια δύναμη την ιστορική εξέλιξη και συνάμα την προσωπική περιπέτεια στον χωροχρόνο της σοβιετικής εμπειρίας.

Αυτή η σύνθεση αποτελεί καρπό της προσωπικής οδύνης της Αχμάτοβα για ό,τι αφορούσε την τύχη του γιου της, Λεβ Γκιουμιλιόφ: συνελήφθη, φυλακίστηκε και αργότερα εστάλη εξόριστος στη Σιβηρία. Ο γιος της καλούνταν, εμμέσως πλην σαφώς, να «πληρώσει» για τη στάση της ποιήτριας (αλλά και για την υποτιθέμενη αντεπαναστατική δράση του πρώην συζύγου της) απέναντι στο σταλινικό καθεστώς. Ο ίδιος ο Στάλιν είχε επιληφθεί των καθεστωτικών συνεπειών για την Αχμάτοβα, κι αυτό είναι μια ιστορική συνύφανση στη δόμηση αυτού του έργου αλλά και στη συνολική σταχυολόγηση της ποιητικής παραγωγής της. Η τραγικότητα του προσωπικού στοιχείου ενισχύεται στην προκειμένη περίπτωση από τη δυσχέρεια της δημιουργικής έκφρασης – πέρα από τις κακουχίες που της επιφύλασσε η κομμουνιστική πραγματικότητα αλλά και η δεινότητα του πολέμου, σε βαθμό έπακρο, ήταν ο εξαναγκασμός της σιωπής, του ποιητικού ευνουχισμού, που τη βασάνισε παρατακτικά, έως το τέλος της ζωής της.

18193935_619525318237142_2535198639503541482_n

Ωστόσο, ο ορμητικός λόγος της στο Ρέκβιεμ πρέπει να ιδωθεί ως σύνθεση ενός μικρού πανοράματος καταστάσεων και δράσεων που δίνουν τη δυνατότητα στον σύγχρονο αναγνώστη να αφυπνίζει αφ’ εαυτός την απαίτησή του για μια ποίηση επιδραστική, ωφέλιμη και διαρκή: ο λόγος της Αχμάτοβα είναι «μάρτυρας» του κόσμου˙ ερχόμενος από τον «αιώνα της ισχύος», τον δέκατο ένατο, μεταστρεφόταν απότομα ανάμεσα σε κοινωνικές αναταράξεις και ανατιμήσεις, πολιτικούς ελιγμούς, ιδεολογικές συγκρούσεις και απτή πολεμική πράξη μεταξύ των λαών, με κορωνίδα τους δύο παγκόσμιους πολέμους. Άλλο τόσο μπορεί να ανατεθεί χρονικά, να αποκτήσει διαχρονία, προσαρμοζόμενος στο σημερινό παρόν και την κατάσταση στον παγκόσμιο χάρτη ισορροπιών δυνάμεων, επιβουλεύσεων κοινωνικών, υποτιμήσεων ατομικών. Είναι εξάλλου η εποχή όπου η ποιήτρια αντιλαμβάνεται τις συνέπειες του ανελεύθερου συγγραφικού σύμπαντος στην πατρίδα της: αυτοκτονία του Μαγιακόφσκι, εξορία και θάνατος του Μαντελστάμ, αυτοκτονία της Τσβετάγιεβα, σταδιακή εκτόπιση και εξόντωση προοδευτικών ανθρώπων από τον χώρο του πνεύματος και των τεχνών.

Η ποιήτρια καταγράφει στη συγκεκριμένη σύνθεση ‒σαν ν’ αποτυπώνει σε «μαγικό καθρέφτη»‒ την πεμπτουσία του εαυτού της μέσα σ’ αυτή τη δίνη, η οποία χρονικά προσδιορίζεται μεταξύ 1935-1940 (όπου και η πρώτη γραφή) και 1961 (οπότε και το ολοκληρώνει). Και δεν πρόκειται για «πεμπτουσία» ενός ανθρώπου που ζει το δράμα μιας εποχής σε μια αρνητική συγκυρία προσώπων και με φόντο την επιδεινούμενη εικόνα μιας περιώνυμης πόλης σαν την Αγία Πετρούπολη. Είναι ο δραματικός τόνος του σύγχρονου ανθρώπου στον εικοστό αιώνα που δεν προσδοκά τη θέλξη αλλά την αντιμετώπιση της υπαρξιακής συνθήκης που συνεπαγόταν (ή και συνεπάγεται, στα όρια της νεωτερικότητας, πλέον) η ιστορική συνθήκη των επαναστάσεων, των δικτατοριών, του πάσχοντος αποικιοκρατισμού, των συγκρούσεων μεταξύ ιδεολογικών συστημάτων, της μιλιταριστικής δόξας.

18118425_619525201570487_2127209004787202322_n

Για τις νεότερες γενιές ποιητών και αναγνωστών ποίησης, ο κλασικός χαρακτήρας του Ρέκβιεμ στοιχειοθετείται και επιβεβαιώνεται, ως ένα έργο διαχρονικό με εμβληματικές προεκτάσεις, μέσω της επιδραστικής εξάπλωσής του αλλά και μέσω της τωρινής διανοητικής σύνδεσής του με τα κοινωνικογεωπολιτικά προτάγματα του επόμενου, εικοστού πρώτου αιώνα. Η μεταφράστρια αναφέρει στο εισαγωγικό σημείωμά της ότι όντως, αν κάποιος ενδιαφερόμενος αναγνώστης αναζητεί αυτοαναφορικότητα σε ποιητικά κείμενα, εν προκειμένω βρίσκει ένα πολύ καλό δείγμα αυτοβιογραφούμενης ποιήτριας. Κι επιπλέον, υποστηρίζει το διαφαινόμενο: στην ανάπτυξή του το συγκεκριμένο έργο διαθέτει αρκετές ιδιομορφίες (ανομοιογενές ύφος, έλλειψη τάξης στο μέτρο και στον ρυθμό, δεκαπέντε μέρη κι ένα επιγραμματικό τετράστιχο), τόσες πολλές ώστε, εν τέλει, να επιτυγχάνει εσωτερική αρμονία και νοηματική συνέπεια, να γίνεται αρεστό και γοητευτικό.

Η παρούσα έκδοση της Λαμπρινίδου καλείται να επιβεβαιώσει τον «κανόνα»: μία καλή μετάφραση, δηλαδή η οξυδερκής, μεστή μεταφορά νοημάτων και ψυχοκοινωνικών συνδηλώσεων καθώς και η αρμονικά διαμορφωμένη εικονοποιία σε διαφορετικό γλωσσικό περιβάλλον, μπορεί να συνεισφέρει σε μια επόμενη (εξίσου καλή ή καλύτερη). Κι όντως, εάν η εμβληματική προσέγγιση του Ρέκβιεμ από τον Άρη Αλεξάνδρου είναι δεδομένη και διαδεδομένη, όσο και «οδηγός» για όλους όσοι αποζητούν μιαν ουσιώδη προσέγγιση της ποιητικής της, στη συνέχεια ακολούθησαν μεταφράσεις οι οποίες είτε συνειρμικά δεν «θέλησαν» να ξεπεράσουν τα δεδομένα όρια του Αλεξάνδρου, οπότε και δεν κατάφεραν να προτείνουν κάτι καινοφανές ή ελκυστικό, είτε υπέπεσαν σε πρόχειρες-άστοχες μεθοδολογικές αναπτύξεις του μεταφραζόμενου ποιητικού σώματος (κάποτε και μεταφράζοντας από μεταφράσεις…), με αποτέλεσμα να προκύπτει μια «αυτοματοποιημένη» ποιητική φωνή, επίπεδη και αχρονική, δίχως χροιά, δίχως στίγμα συγκινησιακό, δίχως το λυρικό παραλήρημα μιας εσωτερικής περιπέτειας, που, αλίμονο, μόνον της Αχμάτοβα δεν θα μπορούσε να είναι.

18157605_619525491570458_1418064948215354487_n

Εκτός από το Ρέκβιεμ, στον τόμο συμπεριλαμβάνεται εκτενές χρονολόγιο με χρήσιμες καθοδηγητικές πληροφορίες γύρω από τον χώρο, τον χρόνο, τη δημιουργικότητα της Αχμάτοβα. Και ακόμη κυρίως, αυτό που αποτελεί πρωτοτυπία της έκδοσης, είναι μια πρώτη παρουσίαση επιλεγμένων αποσπασμάτων από αυτοβιογραφικά κείμενά της. Συγκεκριμένα, η μεταφράστρια επέλεξε μέσα από ένα corpus εκατοντάδων σελίδων μερικά από τα πιο χαρακτηριστικά δείγματα: αυτά τα μικρά κείμενα περιέχουν αντικατοπτρισμούς από αναμνήσεις, σκέψεις, πρόσωπα που εκτίμησε και συναναστράφηκε, συναισθήματα και εμπειρίες από τη δημιουργική ζωή της, ορίζοντες που βίωσε, δυναμικά στοιχεία, εν γένει, ενός ολόκληρου κόσμου που φιλτράρονταν στη διάρκεια του χρόνου μέσα από την ποιητική ιδιοσυγκρασία της. Η παράθεση αυτών των αποσπασμάτων δίνει την ευκαιρία στον αναγνώστη να διαπιστώσει –και με ζωηρό ενδιαφέρον να εκτιμήσει άμεσα– την ευχέρεια της Αχμάτοβα να διαχειρίζεται την πλεονεκτική γραφίδα της παρομοίως στον πεζό λόγο. (Πρόκειται μάλλον για μια έμμεση υπόδειξη της έκδοσης, σε ό, τι αφορά την υποφώσκουσα ικανότητα της ποιήτριας να κινείται με άνεση πέραν της ποίησης. Είναι αυτό που υπαινίχθηκε άλλωστε ο Όσιπ Μαντελστάμ γράφοντας ότι «Δεν θα υπήρχε η Αχμάτοβα αν δεν υπήρχε ο Τολστόι…, ο Τουργκένιεφ…, όλος ο Ντοστογιέφσκι, εν μέρει και ο Λεσκόφ. Η γένεση της Αχμάτοβα βρίσκεται στη ρώσικη πεζογραφία και όχι στη ρώσικη ποίηση…». Εν προκειμένω, μεταφράζονται σαράντα δύο αποσπάσματα.

18119331_619525374903803_3871893297857786457_n

info:

Άννα Αχμάτοβα, Το φως του προβολέα: Ρέκβιεμ / Σελίδες αυτοβιογραφίας

Επιλ.-Μτφρ.: Ασπασία Λαμπρινίδου

Εκδ. Το Ροδακιό