Αδειοδοτήσεις ΜΜΕ: «Πόλεμος» στα λόγια και ενίσχυση των ολιγαρχών (Μέρος 1ο)

Η Digea, η έκθεση της Φλωρεντία, τα στοιχεία και το θολό τοπίο στις τηλεοπτικές οθόνες

τηλεοπτάδειες
Γράφει ο Μιχάλης Νευραδάκης* - Kοινωνία + Κινήματα, ΤΑ ΚΟΙΝΑ - 27/09/2017

Στη χώρα του “θα”, οι εκάστοτε κυβερνήσεις και τα πολιτικά κόμματα συνηθίζουν να μοιράζουν υποσχέσεις σαν καραμέλες, ιδίως κατά την προεκλογική περίοδο. Επί σειρά δεκαετιών, μια πάγια “υπόσχεση” διάφορων κομμάτων και κυβερνήσεων ήταν η “τακτοποίηση” του ραδιοτηλεοπτικού τοπίου και η χορήγηση αδειών.

Αυτή η υπόσχεση ήταν βασικός πυλώνας στην προεκλογική καμπάνια του ΣΥΡΙΖΑ πριν από τις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015. Ήταν οι εποχές που ο ΣΥΡΙΖΑ θα έσχιζε τα μνημόνια και θα τα καταργούσε με ένα νόμο και ένα άρθρο. Ήταν οι εποχές όπου στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ όπως ο Γιώργος Σταθάκης δήλωναν πως «ο ΣΥΡΙΖΑ θα συγκρουστεί με τους ολιγάρχες» και ότι θα βάλει τέλος στην υποτιθέμενη “ανομία” στο ραδιοτηλεοπτικό τοπίο.

Αυτές οι υποσχέσεις συνεχίζονται σήμερα από την συγκυβέρνηση, με αποκορύφωμα τις εξαγγελίες για την προκήρυξη διαγωνισμών αδειοδότησης των τηλεοπτικών αλλά και των ραδιοφωνικών σταθμών, μετά από την πρώτη αποτυχημένη προσπάθεια χορήγησης αδειών σε τηλεοπτικούς σταθμούς εθνικής εμβέλειας και ενημερωτικού περιεχομένου το 2016. Μάλιστα, ο πρωθυπουργός, σε πρόσφατες δηλώσεις του στη ΔΕΘ και αναφερόμενος στο πρόσφατο άρθρο του για τον Ανδρέα Παπανδρέου, δήλωσε πως ο Παπανδρέου είχε απέναντι του το κατεστημένο, που ήταν η δεξιά, ενώ η τωρινή κυβέρνηση έχει απέναντι της την διαπλοκή.

Είναι γνωστό πως στην Ελλάδα της οικονομικής κρίσης και των μνημονίων, έχει διογκωθεί ταυτοχρόνως και η κρίση εμπιστοσύνης μεγάλου μέρους του κοινού, προς τα παραδοσιακά ΜΜΕ και τους “καναλάρχες”. Αυτή η δυσπιστία είναι δικαιολογημένη, κρίνοντας από την στάση που έχει διατηρήσει ουσιαστικά το σύνολο των μεγάλων ΜΜΕ της χώρας, απέναντι στις πολιτικές λιτότητας που έχουν εφαρμοστεί τα τελευταία οκτώ χρόνια. Είναι αδύνατον το κοινό να δείξει εμπιστοσύνη σε ΜΜΕ που έχουν παρουσιάσει δημοσκοπήσεις οι οποίες συστηματικά απέχουν πολύ από την πραγματική εκλογική πρόθεση του λαού, όπως είδαμε χαρακτηριστικά πριν από το δημοψήφισμα του 2015. Πόσο μάλιστα όταν αυτές οι “ψευδές ειδήσεις” και ο μονόλογος που επικρατεί σ’ αυτά τα ΜΜΕ είναι πάντα προς την ίδια πολιτική κατεύθυνση.

τηλεοπτάδειες1

Επίσης, είναι γνωστό σε όλους πως οι ιδιοκτήτες και εκδότες των μεγάλων ΜΜΕ είναι διαπλεκόμενοι, τόσο με πολιτικά, κομματικά συμφέροντα, όσο και με ισχυρά οικονομικά συμφέροντα. Γι’ αυτούς τους λόγους, υπάρχει μεγάλη θέληση εκ μέρους του κοινού για “εξυγίανση” του ραδιοτηλεοπτικού τοπίου, και αυτό οδηγεί σε αποδοχή των υποσχέσεων της συγκυβέρνησης περί τέλους της “ασυδοσίας” στο ραδιοτηλεοπτικό τοπίο.

Στη χώρα του “θα” όμως, πολλά ακούγονται στα λόγια αλλά δεν φαίνονται στην πράξη. Αυτό ακριβώς ισχύει με την επικείμενη τηλεοπτική και ραδιοφωνική αδειοδότηση. Όπως θα φανεί στη συνέχεια, ο νέος νόμος για τα ΜΜΕ και οι διατάξεις που προβλέπονται για αυτές τις διαδικασίες αδειοδότησης θα κατοχυρώσουν την θέση των ολιγαρχών στο ραδιοτηλεοπτικό τοπίο, θα περιορίσουν σημαντικά τις φωνές που θα ακούγονται στα ερτζιανά, θα αποκλείσουν φορείς που δεν θα έχουν “βαθιές τσέπες” ώστε να αποκτήσουν μια άδεια μέσω των προβλεπόμενων διαδικασιών, ενώ η διαπλοκή θα συνεχιστεί ακάθεκτη.

Η Τηλεοπτική Αδειοδότηση και το παιχνίδι των αριθμών

Η περσινή απόπειρα της συγκυβέρνησης να προχωρήσει στην αδειοδότηση τεσσάρων τηλεοπτικών καναλιών εθνικής εμβέλειας και ενημερωτικού χαρακτήρα μετατράπηκε σε φιάσκο. Παρά την θριαμβολογία της κυβέρνησης για την εξασφάλιση 250 εκατομμυρίων ευρώ από την δημοπράτηση των αδειών, το Συμβούλιο της Επικρατείας αποφάσισε πως η εν λόγω αδειοδότηση ήταν αντισυνταγματική, καθώς δεν διεξήχθη από το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης (ΕΣΡ), η οποία είναι η αρμόδια ανεξάρτητη αρχή για θέματα ραδιοτηλεοπτικών αδειοδοτήσεων.

Όμως, η νέα διαδικασία τηλεοπτικής αδειοδότησης, παρά το γεγονός ότι θα διεξαχθεί από το ΕΣΡ και παρότι προβλέπει επτά πανελλαδικές άδειες αντί για τέσσερις, παρουσιάζει πολλές από τις ίδιες παθογένειες με την περσινή διαδικασία. Για την ακρίβεια, βασίζεται σε στοιχεία και ισχυρισμούς, τόσο σε τεχνικό όσο και σε οικονομικό επίπεδο, που δεν στέκουν, ενώ η ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας θα παραδώσει το τηλεοπτικό τοπίο εξ ολοκλήρου στους ίδιους ολιγάρχες με τους οποίους κάποτε θα ερχόταν σε “σύγκρουση” η κυβέρνηση.

Ένα βασικό ζήτημα είναι ο αριθμός των καναλιών που “χωράει” το τηλεοπτικό φάσμα. Η περιβόητη μελέτη του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου της Φλωρεντίας, στην οποία βασίστηκε η περσινή διαδικασία αδειοδότησης, ισχυρίστηκε πως μόνο τέσσερα ιδιωτικά κανάλια εθνικής εμβέλειας “χωράει” το ψηφιακό τηλεοπτικό φάσμα της Ελλάδας. Ο αριθμός αυτός πλέον έχει αυξηθεί στους επτά, παρότι ο Αλέκος Φλαμπουράρης, σε πρόσφατες δηλώσεις του, εξακολουθεί να επιμένει στις τέσσερις άδειες. Η δε ΕΡΤ, τέσσερα χρόνια μετά το “μαύρο”, φαίνεται να θέλει να ρίξει το δικό της μαύρο στον κλάδο της ιδιωτικής τηλεόρασης, κάνοντας λόγο για μόλις έξι τηλεοπτικές άδειες.

Η πραγματικότητα όμως, δείχνει μια πολύ διαφορετική εικόνα. Στην ίδια την Ιταλία, χώρα προέλευσης της προαναφερόμενης μελέτης, εκπέμπουν σε κάθε μεγάλη πόλη, όπως την Ρώμη και το Μιλάνο, έως και 300 ψηφιακά τηλεοπτικά κανάλια, χρησιμοποιώντας όλους τους διαθέσιμους διαύλους UHF (κανάλια 21-59) αλλά και VHF (κανάλια 5-12), κάτι που δεν προβλέπεται στην Ελλάδα.

Περίπου το ίδιο ισχύει και στις ΗΠΑ, όπου παρά το γεγονός ότι έχει συρρικνωθεί το τηλεοπτικό φάσμα, χρησιμοποιούνται στις μεγάλες πόλεις όπως τη Νέα Υόρκη και το Λος Άντζελες σχεδόν όλες οι διαθέσιμες συχνότητες UHF και VHF για να εκπέμψουν περισσότεροι από 100 σταθμοί. Μάλιστα, δεν υπάρχουν ψηφιακοί πάροχοι όπως η DIGEA, καθώς επιτρέπεται στο κάθε αδειούχο τηλεοπτικό σταθμό να προχωρήσει σε αυτόνομη ψηφιακή μετάδοση στον δίαυλο που του έχει χορηγηθεί.

τηλεοπτάδειες2

Στην Μεγάλη Βρετανία βλέπουμε πως σε έναν δίαυλο μπορούν να εκπέμπουν ταυτοχρόνως ακόμα και επτά κανάλια με εκπομπή υψηλής ευκρίνειας (HD), μοιράζοντας μάλιστα τον δίαυλο και με κανάλια συμβατικής ευκρίνειας. Κάτι ανάλογο βλέπουμε και στη Σουηδία. Οπότε δεν στέκουν οι ισχυρισμοί της κυβέρνησης περί περιορισμένου αριθμού σταθμών που “χωράει” το τηλεοπτικό φάσμα ή ξεχωριστά ο κάθε τηλεοπτικός δίαυλος.

Η μελέτη του Ινστιτούτου Φλωρεντίας επίσης έκανε λόγο για τα οικονομικά μεγέθη της εγχώριας τηλεοπτικής αγοράς και πως δεν μπορούν να αντέξουν περισσότερα από τέσσερα κανάλια εθνικής εμβέλειας. Ωστόσο, ούτε αυτός ο ισχυρισμός στέκει. Καταρχήν, σε μια εποχή όπου υπάρχει έντονος ανταγωνισμός από τις νέες τεχνολογίες και κυρίως το διαδίκτυο, αλλά και την συνδρομητική τηλεόραση, ο περιορισμός του αριθμού των καναλιών ελεύθερης λήψης δεν έχει νόημα.

Δεύτερον, ο κάθε ιδιοκτήτης μπορεί να έχει διαφορετικές οικονομικές απαιτήσεις από το κανάλι του. Ένας “μικρότερος” παίχτης στην αγορά, ή ακόμα και ένας μη κερδοσκοπικός ή ανεξάρτητος φορέας, μπορεί να έχει την δυνατότητα “επιβίωσης” ακόμα και με μικρότερα κέρδη. Και αν θέλουμε να μιλήσουμε με όρους ελεύθερης αγοράς, όπως γίνεται σε τόσους άλλους κλάδους, δεν θα έπρεπε να υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο “ταβάνι” στον αριθμό των αδειών.

Επίσης, η διαδικασία αδειοδότησης δημιουργεί τεράστια αβεβαιότητα στην τηλεοπτική αγορά, τόσο για τους υπάρχοντες σταθμούς, όσο και για φορείς που ενδέχεται να ενδιαφέρονται για την απόκτηση μιας άδειας. Από τη στιγμή που η κυβέρνηση ξεκινάει με την αδειοδότηση τηλεοπτικών σταθμών εθνικής εμβέλειας που πλέον προβλέπεται να είναι «γενικού περιεχομένου» χωρίς να είναι ξεκάθαρο αν θα υπάρξει ανάλογη διαδικασία για κανάλια θεματικού περιεχόμενου και πόσες θα είναι αυτές οι άδειες, όπως δεν είναι γνωστό ούτε πόσες θα είναι οι άδειες που θα χορηγηθούν σε περιφερειακό επίπεδο και πότε θα γίνει αυτό, είναι δύσκολο έως αδύνατον για οποιονδήποτε φορέα να κάνει μια πρόβλεψη και να σχεδιάσει το πώς θα αντιδράσει μη γνωρίζοντας ποιες μελλοντικές διαδικασίες αδειοδότησης θα υπάρξουν και ποιος θα είναι ο τελικός αριθμός των αδειών. Το σωστό και το δίκαιο θα ήταν να προχωρήσουν όλες οι κατηγορίες αδειοδότησης ταυτοχρόνως, κάτι που, όμως, δεν φαίνεται πως θα συμβεί.

Το «σκάνδαλο» της Digea συνεχίζεται και «σκοτώνει» την περιφέρεια

Η τωρινή διαδικασία αδειοδότησης επίσης κατοχυρώνει, ουσιαστικά, το μονοπώλιο της DIGEA, εταιρεία που έχει συσταθεί από τα ιδιωτικά κανάλια πανελλήνιας εμβέλειας Antenna, Alpha, Μακεδονία, Mega, Σκαϊ, Star, και τον παλαί ποτέ Alter. Η DIGEA αδειοδοτήθηκε ως ο ένας και μοναδικός ψηφιακός πάροχος από την συγκυβέρνηση Νέας Δημοκρατίας-ΠΑΣΟΚ το 2013, ενώ η ΕΡΤ ήταν κλειστή και ουσιαστικά εκτός διεκδίκησης απόκτησης άδειας ψηφιακού παρόχου. Πριν εισέλθει στην εξουσία, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ μιλούσε για την “σκανδαλώδη” παραχώρηση του ψηφιακού τηλεοπτικού φάσματος στην DIGEA. Σήμερα όμως, παρότι ο “πόλεμος” ανάμεσα στον ΣΥΡΙΖΑ και την DIGEA εξακολουθεί να μαίνεται στα λόγια, στην πράξη δεν φαίνεται να υπάρχει η παραμικρή πρόβλεψη για άνοιγμα της αγοράς σε άλλους παρόχους, την ίδια στιγμή που στην Ιταλία, την Γαλλία και άλλες χώρες, υπάρχουν πολλαπλοί πάροχοι ψηφιακού τηλεοπτικού σήματος.

Το μονοπώλιο της DIGEA μετράει πολλά θύματα. Δεκάδες περιφερειακοί τηλεοπτική σταθμοί σε όλη την χώρα έχουν βάλει λουκέτο τα τελευταία χρόνια, μη αντέχοντας το αυξημένο κόστος λειτουργίας που προκύπτει από το ενοίκιο που αναγκάζονται να πληρώσουν στην DIGEA για την ψηφιακή τους μετάδοση. Δεν μιλάμε για κανάλια “της πλάκας”, με μηδενικό προσωπικό και χωρίς ουσιαστικό πρόγραμμα, αλλά για μεγάλα περιφερειακά κανάλια όπως το Κύδων, με έδρα τα Χανιά και με στούντιο και προσωπικό σε όλη την Κρήτη, που “κατέβασε ρολά” πριν μερικούς μήνες. Οι δύο τηλεοπτικοί σταθμοί του νομού Αργολίδας (Max TV και DRTV) έχουν σταματήσει την λειτουργία τους, όπως και ο μοναδικός τηλεοπτικός σταθμός του νομού Λακωνίας (Ελλάδα TV). Άλλα κανάλια δεν προχώρησαν καν στην ψηφιακή μετάβαση παρότι είχαν λάβει την σχετική έγκριση από το ΕΣΡ, όπως το αξιόλογο TV12 του νομού Δωδεκανήσου.

Τις δυσκολίες για τα τηλεοπτικά κανάλια της επαρχίας πολλαπλασιάζει το γεγονός ότι το θεσμικό πλαίσιο για την ψηφιακή τηλεόραση, με βάση το νόμο 3592/2007 που ψηφίστηκε επί κυβερνήσεως Νέας Δημοκρατίας, δεν προβλέπει την αδειοδότηση σταθμών τοπικής εμβέλειας, πρόβλεψη που υπήρχε επί αναλογικής εποχής. Τότε, ο αρμόδιος υπουργός Θεόδωρος Ρουσόπουλος είχε δηλώσει πως, με την έλευση της ψηφιακής τεχνολογίας, θα έχει καταργηθεί η εκπομπή τηλεοπτικών καναλιών τοπικής εμβέλειας σε παγκόσμια βάση, κάτι που δεν ισχύει, αν κρίνουμε από τα παραδείγματα της Ιταλίας και των Ηνωμένων Πολιτειών, μεταξύ άλλων χωρών.

digeanosignal

Η πρόβλεψη για αδειοδότηση τηλεοπτικών σταθμών τοπικής εμβέλειας ενδεχομένως θα επέτρεπε σε πολλούς σταθμούς να αντέξουν ένα ενδεχομένως χαμηλότερο ενοίκιο, έστω και πάλι προς την DIGEA, για μετάδοση σε μια μικρότερη γεωγραφική περιοχή, κάτι που εν μέσω κρίσης ίσως να επέτρεπε σε περισσότερα κανάλια να επιβιώσουν αντί να διακόψουν την λειτουργία τους. Επίσης, δεν θα ανάγκαζε κανάλια που επί αναλογικής εποχής εξέπεμπαν μόνο σε τοπικό επίπεδο να “ανταγωνιστούν” με πολλαπλό αριθμό περιφερειακών σταθμών, όπως έγινε για παράδειγμα στην Πελοπόννησο, όπου ο αριθμός των περιφερειακών σταθμών που ξεκίνησε ψηφιακή εκπομπή ξεπερνούσε τους 10. Επιπλέον, θα επέτρεπε -θεωρητικά τουλάχιστον- και τη διεκδίκηση αδειών από αυτοδιαχειριζόμενα σχήματα και άλλους μικρότερους τοπικούς φορείς.

Μειώνονται οι σταθμοί, αυξάνεται το τίμημα

Αυτό που είναι ξεκάθαρο είναι πως οι πολιτικές που έχουν εφαρμοστεί από τις εκάστοτε κυβερνήσεις, συμπεριλαμβανομένης της τωρινής, στο κομμάτι της ψηφιακής τηλεόρασης έχουν οδηγήσει με μαθηματική ακρίβεια στην μείωση του αριθμού των τηλεοπτικών καναλιών. Είναι παράδοξο να μιλάμε για μείωση την ίδια στιγμή που η ίδια η ψηφιακή τεχνολογία “υπόσχεται” μεγαλύτερο αριθμό καναλιών. Ακόμα και στην Κύπρο, χώρα με πληθυσμό περίπου ίδιο με αυτόν του Δήμου Αθηναίων, υπάρχουν δέκα ιδιωτικά κανάλια εθνικής εμβέλειας που έχουν αδειοδοτηθεί, την ίδια ώρα που στην Ελλάδα μιλάμε για μείωση σε 4 ή 7 σταθμούς πανεθνικής μετάδοσης. Ήδη στην Ελλάδα έχουμε το εξής παράδοξο: εκπέμπουν λιγότεροι τηλεοπτικοί σταθμοί μετά την ψηφιακή μετάβαση, σε σχέση με πριν. Αυτή η κατάσταση ενδέχεται να συνεχιστεί, εφόσον προχωρήσει η διαδικασία της τηλεοπτικής αδειοδότησης με τους όρους που προβλέπονται αυτή τη στιγμή.

Ένα είναι σίγουρο: όσο μειώνεται ο αριθμός των καναλιών, τόσο αυξάνεται το τίμημα για την κάθε άδεια.

Από τη στιγμή που θα δημοπρατηθούν, οι τιμές των αδειών φτάνουν σε επίπεδα που μόνο οι βαθιές τσέπες των ολιγαρχών μπορούν να αντέξουν. Αυτό φάνηκε και στην πράξη πέρυσι, όταν τα τέσσερα κανάλια που αδειοδοτήθηκαν ανήκαν στους Αλαφούζο, Κυριακού, Μαρινάκη, και Καλογρίτσα (και στη συνέχεια στον Σαββίδη).

Και από τη στιγμή που θα εφαρμοστεί η διαδικασία της δημοπράτησης και για τα περιφερειακά κανάλια ταυτοχρόνως με την ενδεχόμενη μείωση των σταθμών που θα αδειοδοτηθούν σε κάθε περιφέρεια, θα αυξηθεί και εδώ η τιμή των αδειών, ενώ πολλές τηλεοπτικές επιχειρήσεις ενδέχεται να βάλουν οριστικό λουκέτο. Ενδεικτικά, έχει ακουστεί πως στην Περιφέρεια Αττικής προβλέπονται μόλις τέσσερις άδειες, ενώ σε άλλες περιφέρειες έχει ακουστεί, χωρίς να έχει επιβεβαιωθεί μέχρι στιγμής, πως ο αριθμός των αδειών ενδέχεται να είναι μόλις 1-2. Κάποτε οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ μιλούσαν για “αφανισμό” των περιφερειακών καναλιών. Τώρα όμως επισπεύδουν αυτή την διαδικασία!

τηλεοπταδειες3

Είναι τραγική ειρωνεία η κυβέρνηση που κάποτε μιλούσε για κατάργηση των μνημονίων και σύγκρουση με τους ολιγάρχες, να προχωράει στην δημοπράτηση τηλεοπτικών αδειών με τέτοιους όρους που θα επωφεληθούν μόνο οι ολιγάρχες, και μάλιστα στη βάση μνημονιακών υποχρεώσεων! Είναι επίσης γελοίο να μιλάει ο αρμόδιος υπουργός Νίκος Παππάς για διάθεση αυτών των εσόδων σε ευάλωτα κοινωνικά στρώματα, την στιγμή που, και πάλι με βάση τις μνημονιακές δεσμεύσεις, αυτά τα έσοδα θα καταλήξουν στους δανειστές και όχι στους φτωχούς.

Κλείνοντας αυτό το κεφάλαιο, πρέπει επίσης να τονιστεί πως ακόμα και οι ισχυρισμοί περί μη αδειοδότησης των τηλεοπτικών σταθμών επί σειρά 28 ετών δεν στέκει. Οι πανελλαδικοί τηλεοπτικοί σταθμοί και κάποιοι περιφερειακοί σταθμοί, αδειοδοτήθηκαν το 1993. Μπορεί να έχουν περάσει 24 χρόνια από τότε, ωστόσο δεν αληθεύει ο ισχυρισμός ότι οι σταθμοί ουδέποτε αδειοδοτήθηκαν.

Ακολουθεί στο δεύτερο μέρος η παρουσίαση του υπάρχοντος ραδιοτηλεοπτικού τοπίου καθώς και το τι μέλλει γενέσθαι με βάση τις, μέχρι σήμερα, εξαγγελίες και πληροφορίες.

 

Μιχάλης Νευραδάκης είναι υποψήφιος διδάκτορας στο Πανεπιστήμιο του Τέξας στο Ώστιν (Η.Π.Α.). Η διδακτορική του διατριβή αφορά την επιρροή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και των νέων τεχνολογιών στην δημόσια σφαίρα και την κοινωνία των πολιτών της Ελλάδας μέσα στα χρόνια της οικονομικής κρίσης, ενώ επίσης έχει ερευνήσει σε βάθος το ραδιοτηλεοπτικό τοπίο της Ελλάδας. Είναι παρουσιαστής και παραγωγός της εβδομαδιαίας ραδιοφωνικής εκπομπής «Διάλογος«, η οποία μεταδίδεται σε περισσότερους από 25 ραδιοφωνικούς σταθμούς σε πέντε χώρες, ενώ επίσης είναι αρθρογράφος στο Mint Press News και διευθύνει αδειοδοτημένο ραδιοφωνικό σταθμό κοινωνικού χαρακτήρα στη Νέα Υόρκη.

Sorry. No data so far.

Sorry. No data so far.