Αθηνά Τσάκαλου, “Οι Λεηλάτες του Μεσημεριού”

| 02/11/2018

Αθηνά Τσάκαλου, “Οι Λεηλάτες του Μεσημεριού”, Οι Εκδόσεις των Συναδέλφων

Η ζωή μας σημαδεύεται περισσότερο από τις πίκρες παρά από τις χαρές. Οι προσωπικές τραγωδίες “ξυπνούν” το παρελθόν και διαμορφώνουν το παρόν. Η απώλεια είναι αυτό που δεν μπορεί να διαχειριστεί ο άνθρωπος και όταν έρχεται η στιγμή που πρέπει να το κάνει, τότε χάνεται σε χρόνια που πέρασαν αλλά δεν χάθηκαν. Εμειναν μέσα του και όταν το κακό συνέβη ήρθαν στην επιφάνεια για να θυμίσουν τη διαδρομή προς το ανείπωτο, το δυσβάστακτο… Ο τρόπος που αντιμετωπίζει καθένας την τραγωδία είναι μοναδικός και πάντα σωστός. Η “αξιοποίηση” της για λογοτεχνικούς σκοπούς δεν φεύγει από τον κανόνα, αλλά απαιτεί ψυχραιμία. Το έντονο συναίσθημα εύκολα μετατρέπει κάτι συνταρακτικό σε απόλυτα προσωπικό που δεν περνά στον αναγνώστη. Η εξομολόγηση που δεν είναι αυτοβιογραφία, αλλά μυθοπλασία βασισμένη σε βιογραφικά στοιχεία, απαιτεί τόλμη και διακριτικότητα. Η Αθηνά Τσάκαλου διαθέτει και τα δύο στο “Οι λεηλάτες του μεσημεριού”.

Η Τσάκαλου βίωσε τη σκληρότητα του “καφκικού” κόσμου της αστικής εξουσίας. Μητέρα των αδελφών Τσάκαλου, καταδικασμένοι για συμμετοχή στην οργάνωση “Συνωμοσία των Πυρήνων της Φωτιάς”, βρέθηκε στη φυλακή όπως και τα παιδιά της γιατί στήριξε την επιλογή τους. Το δύσκολο και μοναχικό μονοπάτι που πήραν σίγουρα τη δοκίμασε, αλλά η αγάπη και η ταξική της συνείδηση την κράτησαν δίπλα τους. Η δράση τους και το προσωρινό τέλος αυτής, προφανώς την επηρέασαν για να φτιάξει έναν μύθο με έντονο το προσωπικό στοιχείο χωρίς όμως να τον περιορίζει. Η ιστορία θα μπορούσε να είναι βγαλμένη από την “Αναπαράσταση” του Θόδωρου Αγγελόπουλου ή μέρος κοινωνιολογικής μελέτης για τον μαρασμό της ελληνικής περιφέρειας τη δεκαετία του ’60.

Η ελληνική οικογένεια και πώς αυτή καλείται να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις της νέας εποχής. Αυτονομία, ανεξαρτησία, κόψιμο του ομφάλιου λώρου, είναι οι βαθύτερες επιθυμίες των νέων. Οι γονείς κατανοούν, αποδέχονται, αλλά δεν θέλουν να αφήσουν την παράδοση, τα ήθη και τα έθιμα να χαθούν. Ένας κόσμος δημιουργεί έναν άλλο που όμως δεν πρέπει να είναι μαζί. Τα αστικά κέντρα περιμένουν τους νέους να παλέψουν για ένα καλύτερο αύριο, να συγκρουστούν εκεί που λαμβάνονται οι αποφάσεις για τη ζωή τους. Η Τσάκαλου συνδυάζει τη λαϊκή παράδοση, τις εικόνες της υπαίθρου και τα έντονα προσωπικά βιώματα -μοναξιά, εγκατάλειψη, θάνατος- με την προσπάθεια για γνώση και εξιλέωση. Ο λόγος της Τσάκαλου είναι γεμάτος από την αλήθεια των συναισθημάτων της και την αμεσότητα της ευαισθησίας της.

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1980. Σπούδασε αθλητική δημοσιογραφία και παρά την αγάπη και την ενασχόλησή του με τη λογοτεχνία, συνεχίζει να ασχολείται με το αθλητικό ρεπορτάζ. Έχει εργαστεί σε εφημερίδες, περιοδικά, ραδιοφωνικούς σταθμούς, κάνοντας βιβλιοπαρουσιάσεις

ola