«Το αδιέξοδο είναι πολύ γοητευτικό στην τέχνη»

Συνέντευξη με τον Αλέξανδρο Εμμανουηλίδη

18302249_410698362656475_779143187_n
Συνέντευξη-Επιμέλεια: Ηρακλής Οικονόμου - Μουσική, Συνεντεύξεις - 11/05/2017

Είναι ένας από τους πιο ταλαντούχους έλληνες τραγουδοποιούς. Μάς απασχολεί δημιουργικά εδώ και τουλάχιστον μια δεκαετία – «Φυσάει αλλιώς εδώ ο αέρας», «Όμορφοι και ηττημένοι», «Άβουλο θεριό» και κάμποσες συμμετοχές. Είναι και ωραίος τύπος, κι όλα αυτά κάνουν μια κουβέντα μαζί του να φαντάζει σαν μια καλή ιδέα. Όταν όμως αυτός έρχεται και υπογράφει και έναν από τους συγκλονιστικότερους δίσκους της περσινής χρονιάς, τα «38 τ.μ.», τότε η συνέντευξη δεν είναι απλώς μια καλή ιδέα, αλλά υποχρέωση. Ο Αλέξανδρος Εμμανουηλίδης στο Περιοδικό!


Τι μπόρεσε να γεννηθεί μέσα στα δικά σας 38 τετραγωνικά μέτρα κύριε Εμμανουηλίδη; Τι χώρεσε, δημιουργικά, εκεί μέσα;

Νομίζω ότι οι περιορισμένοι χώροι, αυτοί που δεν σού επιτρέπουν πολλές κινήσεις, ξεκλειδώνουν πιο εύκολα τη φαντασία και τη δημιουργικότητα. Όταν καταφέρεις να δημιουργείς πράγματα απ’ το μηδέν, απ’ τη σκέψη, απ’ τη μνήμη, τότε έχεις μια γωνιά του κόσμου με όλα τα απαραίτητα εφόδια. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι πρέπει να ζεις πάντα έτσι! Αλλά αν μπορέσεις να εκμεταλλευθείς μια τέτοια συνθήκη με αυτόν τον τρόπο, μπορεί να προκύψει και κάτι όμορφο. Ο περιορισμός των τετραγωνικών (παρ’ όλο που ταυτίζεται και με το πραγματικό μου σπίτι) είναι περισσότερο ένας συμβολισμός που βοηθάει να συγκεντρωθώ στον μέσα μου κόσμο.

Πώς και από ποιους βγήκε ο ήχος που ακούμε στον δίσκο; Τι είχατε κατά νου; Γιατί εγώ έχω την αίσθηση ότι για πρώτη φορά δίνετε μια ηχητική ατμόσφαιρα εντελώς συνεκτική και θέλω να μου μιλήσετε λίγο γι’ αυτήν.

Ξεκινήσαμε με τον φίλο Γιώργο Ζιώτα, μουσικό και ηχολήπτη, να ηχογραφούμε στο σπίτι του με ό,τι μέσα διαθέταμε και με ό,τι μπορούσαμε να παίξουμε εμείς οι ίδιοι. Σιγά-σιγά το υλικό άρχισε να απαιτεί την συμμετοχή και άλλων ανθρώπων κι έτσι ηχογραφήσαμε τύμπανα μ’ ένα μικρόφωνο μέσα στο σαλόνι, κοντραμπάσο σ’ ένα αυτοσχέδιο θάλαμο ηχογράφησης, και διάφορα άλλα όργανα χρησιμοποιώντας πατέντες! Όλη η διαδικασία κράτησε σχεδόν 2 χρόνια, μέσα στα οποία το σπίτι μετατράπηκε πλέον σε κανονικό στούντιο με όλα τα κομφόρ. Αυτό όλο που περιγράφω συν την όλη ηχοληπτική άποψη του Γιώργου και την ενορχηστρωτική άποψη και των δυο μας οδήγησαν σ’ αυτό το ηχητικό αποτέλεσμα, και χαίρομαι ιδιαίτερα που το επισημαίνετε. Ήταν όντως η πρώτη φορά που μπήκα τόσο έντονα στη διαδικασία της παραγωγής όλου του ηχητικού τοπίου σε δίσκο μου.

Και πώς είναι να επιστρέφετε στην εξ ολοκλήρου ερμηνεία μιας δουλειάς σας, ύστερα από τις συνεργασίες σας με την εξαιρετική Μαρία Παπαγεωργίου; Πώς προέκυψε αυτή η επιλογή;

Μέσα μου δεν το είδα ως κάποιου είδους επιστροφή. Πάντα στο μυαλό μου είχα την έννοια του τραγουδοποιού, με την κλασσική φόρμα που έχουμε γνωρίσει. Και παρόλο που χάρηκα και χαίρομαι αφάνταστα τον ρόλο μου ως συνθέτη – στιχουργό, και ευγνωμονώ την Μαρία που μου το ξεκλείδωσε αυτό, δεν σταμάτησα να κάνω live ως τραγουδοποιός αλλά και να βγάζω και κάποια singles με την φωνή μου. Δεν προέκυψε δηλαδή αλλά ήταν έτσι κι αλλιώς στο σχέδιο, και το υλικό είχε αρχίσει να μαζεύεται ήδη απ’ την εποχή των δίσκων με την Μαρία.

«Είμαι ο μισθός ενός εργάτη / η απεργία του οδηγού / μιας πόρνης είμαι το κρεβάτι / κι η διαταγή του αφεντικού». Καιρό είχα να ακούσω ένα εργατικό τραγούδι – όσο γραφικός κι αν ακούγεται ο όρος για κάποιους. Γιατί άραγε έχουν εξοριστεί από το τραγούδι κι από τον δημόσιο λόγο η εργασία, η ανεργία και όλος ο σχετικός προβληματισμός;

Ίσως να είναι μια αυτόματη αντίδραση της κοινωνίας που θέλει να στρέφει το κεφάλι απ’ την πληγή επειδή είναι ακόμα νωπή. Ίσως να έχει περάσει η εποχή των κινημάτων και να μην μπορεί να υπάρξει τραγούδι που να αφορά μεγάλο κομμάτι του κόσμου την ίδια στιγμή. Ίσως πάλι να έχει αλλάξει ο κώδικας του προβληματισμένου τραγουδιού και να μην χρειάζεται να μιλάει τόσο άμεσα για τον εργάτη ή τον υπάλληλο, αλλά να εμπεριέχει μια θλίψη, μια σκοτεινιά, έναν θυμό ή ένα ενορχηστρωτικό ξέσπασμα οργής. Επίσης, αν το δούμε το θέμα μακροσκοπικά, μέσα στην νεότερη ιστορία του ελληνικού τραγουδιού, υπήρξε μια 30ετια όπου άνθισε το «πολιτικό» τραγούδι, ταυτόχρονα με ένα παγκόσμιο κίνημα, αλλά πριν απ’ αυτό και μετά οι άμεσες αναφορές είναι ελάχιστες. Το ρεμπέτικο τραγούδι σε σχέση με τον όγκο του έχει ελάχιστες αναφορές σε εργασιακά ή άλλα ζητήματα, παρ’ όλα αυτά μελετώντας το εκ των υστέρων λέμε ότι αποτέλεσε μια φωτογραφία εκείνης της εποχής. Μπορεί να συμβεί λοιπόν το ίδιο και για το σημερινό τραγούδι.

18337280_410698265989818_9981145_n

Τα καταφέρνετε να βιοπορίζεστε από το τραγούδι; Ή έστω από τα Δομικά Έργα που σπουδάσατε; Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα, βέβαια, με την κρίση στο τραγούδι και την κρίση στις κατασκευές…

Ναι, έπεσα διάνα και στις δύο επιλογές μου! Οι δυσκολίες είναι μεγάλες, όπως και σχεδόν σε όλους τους τομείς εργασίας. Είναι μήνες που βγαίνουν και άλλοι που δεν βγαίνουν. Πρέπει να είσαι διαρκώς σε επιφυλακή, να εκμεταλλεύεσαι κάθε δυνατή ευκαιρία, και να κάνεις όσα περισσότερα πράγματα μπορείς μόνος σου. Τώρα, με τα Δομικά Έργα δεν προσπάθησα καν να ασχοληθώ. Ήταν κάτι που δεν με ενδιέφερε καθόλου.

Ας μείνουμε λίγο ακόμα στην «αγορά». Οι εξελίξεις με την ΑΕΠΙ πώς σας φαίνονται; Είχατε ψυλλιαστεί το μπάχαλο; Και τι βλέπετε σαν λύση;

Το μπάχαλο το γνωρίζαμε, απλά δεν ξέραμε το ακριβές του μέγεθος. Τώρα που βγήκαν όλα στη φόρα και τα είδαμε μπροστά μας, πάθαμε ένα μικρό σοκ, οι περισσότεροι. Τουλάχιστον αυτό μας ενεργοποίησε, μας ένωσε σε μεγάλο βαθμό και μας έκανε να πάρουμε λίγο πιο σοβαρά το ζήτημα των πνευματικών μας δικαιωμάτων. Από εκεί που η πλειοψηφία από μας δεν ξέραμε σχεδόν τίποτα, τώρα αρχίσαμε να ενημερωνόμαστε και να το ψάχνουμε. Κάτι είναι κι αυτό. Κάποια στιγμή πρέπει κι εμείς να συμβαδίσουμε με τον υπόλοιπο πολιτισμένο κόσμο και να αποκτήσουμε μια υγιή και διάφανη πλατφόρμα συλλογής και διανομής των χρημάτων μας που θα ανήκει σε μας τους ίδιους. Αυτό θα μας βοηθήσει να ανακτήσουμε και το κύρος μας απέναντι στον κόσμο και τους χρήστες της μουσικής μας.

Και κάτι άλλο της επικαιρότητας… πώς σας φαίνεται που το τραγούδι έχει αναδειχθεί σε μέσο πρωταθλητισμού στα λογής Voice και Rising Star; Και σας ρωτάω και σε αντιπαραβολή με τη δική σας αφετηρία – τη 2η Ακρόαση.

Δεν θεωρώ ότι αυτές οι διαδικασίες θα επηρεάσουν άμεσα και δραστικά το τοπίο στο ελληνικό τραγούδι. Είναι τόση πολλή η πληροφορία που δεν προλαβαίνει ο κόσμος να την αφομοιώσει στην πραγματική του ζωή. Είναι τηλεοπτικά σόου και παραμένουν μέσα στα όρια της τηλεόρασης, σπανίως βγαίνουν και αλληλεπιδρούν με την κοινωνία. Ένα θετικό που παρατήρησα φέτος, πάντως, είναι ότι το ρεπερτόριο έχει βελτιωθεί πάρα πολύ, αλλά και το γενικότερο πλασάρισμα δεν είναι τόσο φθηνό όσο ήταν πριν από κάποια χρόνια. Παρ’ όλα αυτά, αυτό είναι θετικό μόνο ως αναβάθμιση ενός τηλεοπτικού προϊόντος και τίποτα παραπάνω.

Ακούγοντας τον δίσκο ένιωσα σαν να σας είχα πει προηγουμένως την ανάγκη μου – ανάγκη για επικοινωνία, για «μαζί» μέσα στη ζούγκλα της επιβίωσης – και να την κάνατε τραγούδι. Αλλά τους αναγνώστες μας τους ενδιαφέρει περισσότερο η δική σας ανάγκη. Τι σας λείπει; Τι δεν σας αφήνει να κοιμηθείτε το βράδυ;

Η ανάγκη για επικοινωνία είναι φυσικά και δική μου ανάγκη, γι’ αυτό και απευθύνω τα τραγούδια μου και δεν τα κρατάω για μένα. Η ανάγκη να βρεις συνομιλητές που θα συμμερίζονται τους προβληματισμούς σου. Η ανάγκη να βρεις δέκτες που θα καταλαβαίνουν τα συναισθήματα που εκπέμπεις αλλά και το ανάποδο.

Πέρα απ’ αυτό, με απασχολεί ιδιαίτερα ο εαυτός μου, το ποιος είναι πραγματικά ο πυρήνας μου και αν τον έχω υπηρετήσει. Το αν αυτά που πιστεύω είναι αντικειμενικά σωστά, ή όχι. Αν τα φίλτρα μου είναι σωστά, αν οι επιλογές μου είναι δικές μου ή απλά ακολουθώ τον λιγότερο επίπονο δρόμο. Βάζοντας στο μικροσκόπιο εμένα αλλά και παρατηρώντας από μια απόσταση το γύρω μου περιβάλλον πιστεύω πως μπορώ να βγάλω μερικά μικρά συμπεράσματα και για τον διπλανό μου.

Από τον δίσκο καταλαβαίνω την περιγραφή του αδιεξόδου, και καταλαβαίνω και δύο πιθανές διεξόδους – τον έρωτα βεβαίως, και τον προσωπικό κόσμο του καθενός, ό,τι χωράει στα 38 τ.μ. τέλος πάντων. Στη ζωή σας τι έχει λειτουργήσει πιο αποτελεσματικά ως διέξοδος – ο έρωτας ή η τέχνη σας; Ποιο είναι το πιο δυνατό αντίδοτο;

Το αδιέξοδο νομίζω ότι είναι πολύ γοητευτικό στην τέχνη. Πάντα με τραβούσε κι εμένα ως ακροατή, ως θεατή και ως αναγνώστη. Κάποιες φορές μπαίνω στον πειρασμό να θέλω να δίνω μια διέξοδο, ένα φωτεινό σημείο στον στίχο μου. Άλλες πάλι φορές δεν νοιώθω ικανός να το κάνω και θέλω να το αφήνω στον εκάστοτε αποδέκτη.

Στη ζωή μου, σίγουρα, η μεγάλη διέξοδος ήταν τα αδιέξοδα της τέχνης των μεγάλων δημιουργών, αλλά και η ενασχόληση με την δική μου τέχνη που πάντα με έστρεφε σ’ έναν κόσμο ωραίο. Πολλές φόρες έρχεται η δημιουργία ενός νέου τραγουδιού να με βγάλει από δύσκολες περιόδους της ζωής μου. Ο έρωτας σίγουρα σε τραντάζει και σε βγάζει απ’ τα όρια σου, σου χαρίζει κάποιες απ’ τις πιο έντονες στιγμές που μπορείς να ζήσεις, αλλά κι αυτός πολύ συχνά είναι αδιεξοδικός! Η ελπίδα, η προσδοκία, αλλά και η απώλεια του έρωτα, απ’ την άλλη, τρέφει πολύ συχνά την τέχνη μου. Είναι ένας φαύλος κύκλος αδιεξόδων με μικρά φωτεινά σημεία διεξόδων!

«Κι αν ξημερώσει το αύριο / στο χθες νοιώθω να μένω». Τι πιάνουν οι αντένες σας για το μέλλον; Στον αιώνα σας, πείτε, τι βλέπετε;

Βλέπω την ιστορία και τον άνθρωπο να κάνει κύκλους, αλλά πάντα πιστεύω ότι μετά από κάθε κύκλο η ανθρωπότητα θα βγαίνει λίγο πιο ώριμη και με λίγη συλλογική γνώση και επίγνωση παραπάνω. Είμαστε ανυπόμονοι και δεν μας φτάνει ποτέ η ταχύτητα με την οποία εξελίσσονται τα πράγματα, αλλά εγώ πιστεύω ότι όντως εξελίσσονται. Επίσης, είμαστε αρκετά εγωιστές ώστε να θέλουμε όλα να αλλάξουν στη διάρκεια της δικής μας ζωής. Απ’ την άλλη, ίσως χωρίς αυτά τα χαρακτηριστικά να μην πηγαίναμε και πουθενά… Να τα πάλι τα αδιέξοδα!

Sorry. No data so far.

Sorry. No data so far.