Αναζητώντας τον κινηματογράφο στις ταινίες

4 ντοκιμαντέρ που θα θέλαμε να ξαναδούμε (και προτείνουμε σε όλους)

| 14/03/2018

Μοιάζει παράδοξος και αντιφατικός ο τίτλος του κειμένου. Ίσως γιατί το να βλέπουμε ταινίες δεν σημαίνει πάντοτε κάτι. Προφανώς μαθαίνουμε νέες ιστορίες, μας συστήνονται νέοι χαρακτήρες, αναμοχλεύονται τα συναισθήματα μας. Και όταν γνωρίζουμε πως υπάρχουν τουλάχιστον… 500.000 ταινίες στην ιστορία του σινεμά, τότε τα πράγματα σκουραίνουν. Καθόμαστε σπίτι, ψάχνουμε στα imdb, στα torrents και στα streaming, στους σκληρούς δίσκους -και ελάχιστοι πεισματάρηδες στην τηλεόραση- έχουμε και βοήθημα το βιβλίο «1000 + 1 ταινίες που πρέπει να δεις μέχρι να πεθάνεις»(!) και σβήνουμε τίτλο τον τίτλο από την λίστα. Μα αυτό δεν έχει τέλος. Ας είμαστε φειδωλοί λοιπόν και ας δούμε αλλιώς τα πράγματα. Άλλωστε πόση σημασία (αν όχι ματαιότητα) αλήθεια έχει το κυνήγι της ποσότητας; Ο χρόνος του καθενός είναι πεπερασμένος, Ίσως λοιπόν ουσιαστική ικανοποίηση μονάχα δίνει το να γίνει κάποιος μέτοχος μιας άλλης κατάστασης: εκεί που μέσα στο πλήθος των ταινιών διακρίνεται ο «κινηματογράφος» και η έμπνευση που αυτός γεννάει ως τέχνη. Έμπνευση κάθε τύπου. Ιδεολογική, ιστορική, συναισθηματική, ηθική, καλλιτεχνική.

Τα κινηματογραφικά φεστιβάλ και ειδικά τα φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ ενέχουν εγγενώς έναν περιορισμό. Οι ταινίες τους παίζουν μονάχα εκεί. Όποιος τις πρόλαβε, τις πρόλαβε. Πόσο νόημα μπορεί να έχει, λοιπόν, να μιλάμε για αυτές όταν δεν υπάρχει η δυνατότητα της επανάληψης (άλλωστε ποιος διανομέας αγοράζει ντοκιμαντέρ); Ίσως αυτό ακριβώς προσπαθώ να δηλώσω: Υπάρχει ανάγκη να βρεθεί τρόπος να τις βλέπουμε. Κι ας είναι ο οποιοσδήποτε. Ο κινηματογράφος ανήκει στο κοινό του.

Αυτές είναι λοιπόν τέσσερις ταινίες που όντως νιώθω πως είχαν την δύναμη να επιβληθούν στο νου μου ανεβάζοντας με ένα σκαλοπάτι ψηλότερα. Για όλους τους λόγους που μια ταινία σταματάει να ονομάζεται ταινία και μπορεί να αποκαλεστεί κινηματογραφική εμπειρία.


Το βαλς του Κουρτ Βάλντχαϊμ | Waldheim’s Walzer της Ruth Beckermann


Λόγος: Για την ανάδειξη πλευρών της Ιστορίας της μεταπολεμικής Ευρώπης όπως και του σήμερα μέσα από το πρόσωπο του εκλεγμένου πρωθυπουργού της Αυστρίας Βάλντχαϊμ που ποτέ δεν παραδέχθηκε το ναζιστικό του παρελθόν και ούτε τιμωρήθηκε για αυτό (αν και αποδεδειγμένο!).

Βλέπουμε να βγάζει λόγους ως γενικός γραμματέας του ΟΗΕ είτε ως πρωθυπουργός της χώρας. Κοιτάζουμε τα χέρια του. Αθώα μας ακούγεται αρχικά η άποψη πως ο τρόπος που τα στήνει και τα κουνάει δηλώνει μια σημειολογική αναφορά αγκαλιάσματος του λαού. Πως στην αγκάλη του χωράνε όλοι. Εμένα ωστόσο με τρομάζει: μοιάζουν περισσότερο με τα χέρια του Nosferatu, της ταινίας του Murnau. Έτοιμα να γραπώσουν και να στραγγαλίσουν. Ο Κουρτ Βάλντχαϊμ την δεκαετία του ‘70 και του ‘80 έμοιαζε σαν να είναι ο «πατέρας» της Αυστρίας όπως και «ο πατέρας του ανθρώπινου γένους». «Είμαι η ύψιστη αρχή!» δηλώνει με μια έπαρση και μια θρασύτητα εξωφρενικού βαθμού μιας και ήδη γνωρίζουμε αυτό που κρύβει. Η φωνή του (μέχρι και την στιγμή ετούτη) ταξιδεύει στο σύμπαν. Ηχογραφημένη σε χρυσό δίσκο μέσα στο Voyager. Για να τον ακούσουν οι εξωγήινοι. Τους κακομοίρηδες! Κι όμως, να πως διακρίνεται η ματαιοδοξία των ηγετών να κατοχυρώσουν την ύπαρξη τους –πόσο πιο θλιβερό (αν όχι αρρωστημένο) όταν οι ηγέτες είναι πρώην (και προφανώς νυν) ναζί και θέλουν να συμβολοποιηθούν εις τους αιώνες-. Να ποια είναι λοιπόν η σωστή σημειολογική προσέγγιση. Και ηθικής κλίμακας. Διότι αυτή η συγκεκριμένη φωνή έδινε διαταγές εκτός των άλλων για την εκτέλεση 4000 παρτιζάνων Γιουγκοσλάβων όπως και την εκτόπιση στο Άουσβιτς 50000 εβραίων της Θεσσαλονίκης. Ο Βάλντχαϊμ είναι αυτός. Ο Γ.Γ. του ΟΗΕ. Που σε μια φωτογραφία είναι καβάλα σε ένα άλογο, αξιωματικός των SA και της Βέρμαχτ. Τώρα χαμογελαστός με γραβάτα και σακάκι. Λεύτερος και «ξεπλυμένος» ενορχηστρωμένα από τους πάντες. Τον πρόεδρο Ρήγκαν, τις κυβερνήσεις της ΕΕ, τους πάντες. Το ναζιστικό του πρόσωπο όμως παραμένει χυδαίο, αισχρό και ορατό. Αυτό πράγματι προσπαθεί το ντοκιμαντέρ: Να αλλοιώσει πλήρως την φτιαχτή εικόνα του, να ρίξει έστω σήμερα το προσωπείο του και να αποτελέσει εκ νέου λαϊκό δικαστήριο. Το ντοκιμαντέρ δεν δέχεται την απενοχοποίηση, την ατιμωρησία, την αποσυμβολοποίηση. Το όνομα του οφείλει να παραμείνει χαραγμένο με τα πιο ταπεινωτικά γράμματα στην Ιστορία. Τη δεκαετία του 80’ επισκέπτεται την Γιουγκοσλαβία: «Έχετε πανέμορφη χώρα» δηλώνει στον Τίτο. Αυτός απαντάει: «Σίγουρα δεν έχετε ξανάρθει;». Ο Βάλντχαϊμ δεν μοιάζει να πτοείται αλλά ταυτόχρονα αρχίζουν τα δύσκολα: «Όχι ποτέ! Πρώτη φορά είναι». 4000 εκτελεσμένοι…

Η ταινία καταρρίπτει τον μύθο των Ηνωμένων Εθνών και της κάθε ψευδεπίγραφης δημοκρατίας. Η ταινία συγκρούεται με τον ναζισμό όσο και αν σχεδιασμένα προσπαθούν να τον φυγαδέψουν. Η ταινία μιλάει για την Ιστορία μιας χώρας όπως και για το παρόν της. Στην Αυστρία το παρόν μυρίζει ναζισμό. Γραβατωμένο. Η ιστορία δυστυχώς, αυτή με την τζίφρα των νικητών, αποκάλεσε και συντήρησε αυτή την χώρα ως θύμα των ναζί  -και ενορχήστρωσε καταλλήλως την ντόπια συλλογική συνείδηση για να το πιστεύει-. Οι συμμέτοχοι και οι συνένοχοι, θύματα λοιπόν. Να πως «ξεπλένονται» τα πάντα και δικαιώνονται ακόμη περισσότερα. Η καλλιτέχνις δηλώνει μέσα στην ταινία: «Διαδηλώνω, διαμαρτύρομαι και καταγράφω». Το 2018 η προβολή του αποτελεί μια σύγχρονη κατηγορία.

Γιατί «Βαλς»; Διότι ο Βάλντχαϊμ «χόρευε» για δεκαετίες με απόλυτο κυνισμό πάνω στα πτώματα που άφησε πίσω του στην Ιστορία. Γιατί διεύθυνε μια ορχήστρα. Όπως ακριβώς οι ναζί. Όπως ακριβώς οι προστάτες τους. «Το παρόν δέχεται το βολικό παρελθόν!» θα δηλώσει η δημιουργός προς το τέλος της ταινίας της. Και αυτό είναι αρκετά ουσιαστικό για να μην κλείνουμε τα μάτια, τα αυτιά και το στόμα μας.

Διερώτηση: Γιατί ποτέ δεν κυνηγήθηκε, δεν εκδιώχθηκε από τις ελληνικές αρχές καθώς υπεύθυνος εγκλήματος κατά του λαού μας; 50000 εκτοπισμένοι… στο Άουσβιτς.

«Το βαλς του Κουρτ Βάλντχαϊμ» έκανε πρεμιέρα στο 68ο Φεστιβάλ Βερολίνου όπου και βραβεύτηκε με το GLASHÜTTE ORIGINAL – DOCUMENTARY AWARD

Hotel Jugoslavija του Nicolas Wagnieres


Λόγος: Γιατί μέσα από την εικόνα της πρόσοψης, του κελύφους και των διαδρόμων ενός κτιρίου στοχαζόμαστε την συλλογική μνήμη και την συλλογική ιστορία μιας ολόκληρης χώρας και ενός ολόκληρου λαού μετατρεπόμενο προοδευτικά σε ένα σαφή «κατηγορώ» προς τον καπιταλισμό.

Είχα επισκεφτεί πριν μια δεκαετία το Hotel Yugoslavia στο Βελιγράδι. Με το που το είδα κυριάρχησε πάνω μου. Επιβλήθηκε. Με γοήτευσε. Δεν γνώριζα την ιστορία του. Άλλα έτσι άδειο μπρος σε μια λεωφόρο του Βελιγραδίου, έμοιαζε πως έχει σίγουρα κάποια ενδιαφέρουσα. Δεν γνωρίζω ακριβώς ωστόσο τι με συγκλόνισε στην όψη του. Ίσως αυτό το «Γιουγκοσλαβία». Αν και τότε ήμουν στην Σερβία που κάποτε καλούταν Γιουγκοσλαβία. Μπέρδεμα. Μα θλιβερό. Γιατί όμως με θλίβει; Και προς τι με αφορά; Έλληνας είμαι. Ούτε Σέρβος, ούτε Κροάτης, ούτε Βόσνιος, ούτε Γιουγκοσλάβος. Τι με αφορά εφόσον η δική μου χώρα παραμένει αδιαμέλιστη; Σε μένα έπεσαν οι νατοϊκές βόμβες; Παρόλα αυτά ένιωθα ένα περίεργο θαυμασμό. Σαν να αναφερόταν σε μένα η διερώτηση του δημιουργού: «Τι συναίσθημα… να μην είσαι δέσμιος της Ιστορίας;» Το κτίσμα αυτό είναι δέσμιο. Έχει μάτια. Έχει αυτιά. Έχει αισθήσεις. Νιώθει. Πονάει. Πέφτει και σηκώνεται. Το κτίσμα αυτό είναι ζωντανό. Είναι μάρτυρας όλων των εγκλημάτων που συνέβησαν μπροστά του. Ενάντια στο ίδιο, στο έδαφος πλάι του, στο λαό του που το έχτισε και τον φιλοξένησε. Αυτό το κτίριο είναι πρωταγωνιστής και αυτή την υπεροχή του την αναδεικνύει μια ταινία: μια ταινία ντοκιμαντέρ, αριστούργημα.

Το «Hotel Yogoslavija» είναι κινηματογράφος-δοκίμιο στην καλύτερη παράδοση της γαλλικής nouvelle vague και του σπουδαίου Chris Marker: αρχειακό υλικό, στοχαστική αφήγηση, σκηνές από ταινίες μυθοπλασίας, σχέση κινηματογράφου και χώρου, χώρου και ιστορίας, ιστορίας και μνήμης. Ταινία μοντάζ σε σύνθεση και αντίθεση, σε ισορροπίες και σε αναδράσεις που κρατάει και αναδεικνύει μονάχα την ουσία. Είναι μια μελέτη ηθικής, ιστορίας και πολιτικής που για αυτό ακριβώς τον ξεκάθαρο λόγο συγκλονίζει από την αρχή του ως το τέλος του. Ο δημιουργός του αναστοχάζεται μα δεν μασάει τα λόγια του μπρος στην μετάλλαξη που προσπαθεί να επιβληθεί στις παραπάνω τρεις έννοιες.

Καθώς ακολουθούμε στους άδειους διαδρόμους την κάμερα και την ζωή που κάποτε υπήρχε μέσα στους τοίχους του, ένας πρώην εργαζόμενος του μας λέει: «Εμείς, όλοι οι λαοί της Γιουγκοσλαβίας, φτιάχναμε τα πάντα σε αυτή την χώρα από κοινού». Και σκέφτομαι: Μέσα σε ελάχιστο ιστορικό χρόνο ένα συλλογικό εγχείρημα δόμησε τελικά μια πραγματική συλλογική αντίληψη. Η ενότητα του λαού και των λαών στην πράξη. Ένας νυν μεσοαστός (και ευκατάστατος όπως δηλώνει) πιάνει την άλλη άκρη του νήματος: «Θα έδινα τα πάντα για να γίνουν οι σχέσεις των ανθρώπων όπως πριν». Η μνήμη λοιπόν μοιάζει μια αναφορά τόσο αδικαίωτη.

«Δεν υπάρχει τίποτα που να αξίζει να κρατήσουμε από την Γιουγκοσλαβία;» αναρωτιέται ο δημιουργός και η απάντηση έρχεται από το ίδιο το φιλμ. Οτιδήποτε εκεί μέσα υπάρχει είναι αυτό που de facto θα μείνει ζωντανό. Το ξενοδοχείο συνεχίζει να στέκεται στην άκρη του Δούναβη καθώς συνεχίζει να βάλλεται από τις βόμβες, από τις χολιγουντιανές παραγωγές –ή καλύτερα όπως ακούμε «σαν η μυθοπλασία να θέλει να πάρει την πρωτιά από την πραγματικότητα»– και από την μετατροπή του σε ιδιωτικό καζίνο. Ο σκηνοθέτης διερωτάται: «Είναι οι ηθικές αξίες και οι αξίες της αγοράς το ίδιο πράγμα;» Ταινία που μπρος στην συλλογική ταπείνωση ενός λαού, σηκώνει μπόι πλάι του. Να γιατί το ίδιο το κτίριο αρχικά μου επιβλήθηκε, με γοήτεψε, με κέρδισε.

To «Hotel Jugoslavija» έκανε πρεμιέρα στο 68ο Φεστιβάλ Βερολίνου


Ο σεβάσμιος Β. | Le Venerable W. του Barbet Schroeder


Λόγος: Γιατί αν ο Χίτλερ φορούσε βουδιστικό ράσο, θα ήταν ο Χίτλερ βουδιστής φυσικά μα θα παρέμενε ο Χίτλερ ταυτοχρόνως. Διότι κυριολεκτικά δεν κάνουν τα ράσα τον παπά. Διότι όταν βλέπουμε το βουδιστικό ζεν –και δυνητικά τη κάθε θρησκεία- να είναι προκάλυμμα ρατσιστικού μίσους, εθνικιστικού μένους και εγκληματικών πρακτικών σε μαζικές κλίμακες, τότε ένα φιλμ μετατρέπεται σε κάτι τόσο σκληρά επίκαιρο, τόσο επαγωγικά γενικευμένο, τόσο κραυγαλέα ουσιαστικό.

Κάπου στην Αίγυπτο υπάρχει ένας αρχαίος ναός που δόξαζε χιλιετίες πριν κάποιο θεό των Αιγυπτίων. Σήμερα παραμένει καμένος, μαύρος από την κάπνα και με χιλιάδες λευκούς σταυρούς βαμμένους πάνω τους. Βανδαλίστηκε από χριστιανούς εκατονταετίες πριν. Γνωρίζουμε για πολλές εκκλησίες διαλυμένες συθέμελα από μουσουλμάνους. Οι ISIS ξεθεμελίωναν με δυναμίτη κτίσματα του αρχαίου πολιτισμού ενώ σφάζουν on camera αλλόθρησκους –ή μάλλον τους όποιους εχθρούς τους-. Κάποτε χριστιανοί ιππότες μπήκαν στα εδάφη των Αράβων και τα κατέκτησαν, δολοφονώντας αμάχους και μαζεύοντας λάφυρα. Αιώνες αργότερα πέφτει μια βόμβα στην Χιροσίμα και μια στο Ναγκασάκι και σε μια στιγμή εκατοντάδες χιλιάδες σβήνουν σαν σκιές. «God bless America» ακούγεται στα μεγάφωνα. Οι Ισραηλινοί εκτελούν όποιον Παλαιστίνιο διαβεί στον δρόμο που με βία κατέχουν και χτίζουν τοίχοι και καταπίεση. Τα εδάφη δηλώνουν πως ανήκουν στον Αβραάμ και τον Μωυσή και σε αυτό που ορίζει η Τορά -ή η Παλαιά Διαθήκη με άλλα λόγια-. Δεκαετίες πριν απελευθερώνεται το Άουσβιτς όπου 2.000.000 άνθρωποι σίγασαν για πάντα με αέρια και εκτελέσεις γιατί οι ναζί «εξωραΐζαν» την εργασία ως απελευθέρωση και στα πηλήκια του κοτσάραν αγκυλωτούς ή κέλτικους σταυρούς. Και αυτή η ιστορία τέλος δεν έχει. Μα έχει πάντα μια αρχή. Που μιλάει για το καθαρό αίμα, για την καθαρή οικογένεια, την καθαρή φυλή και την καθαρή θρησκεία. Μια λέξη: εθνικισμός.

Ποιος θα το έλεγε πως πίσω από την πιο ειρηνική, κατά τα άλλα, θρησκεία –ή κοσμοθεωρία όπως άλλοι την ορίζουν- τον βουδισμό θα βρισκόταν κρυμμένη και πάλι τούτη η λέξη; Ο Σεβάσμιος Β. είναι ο αντιπρόσωπος της. Στο Μιανμάρ λοιπόν, δημιουργείται το 2013 η οργάνωση 969 και με ένα «φωτισμένο» (κρατήστε την λέξη αυτή…) ηγέτη, τον Wirathu ξεκινάει μια εκστρατεία ενάντια σε κάθε μουσουλμάνο αυτής της χώρας. Βία, δολοφονίες ανθρώπων, πυρπολήσεις ανθρώπων, πυρπολήσεις χιλιάδων σπιτιών: πογκρόμ. Οι μουσουλμάνοι θεωρούνται εκ φύσεως εχθροί του έθνους των βουδιστών. Έχει ήδη δομηθεί η προπαγάνδα με επίφαση την «εγκατάλειψη» των βουδιστών (90% του πληθυσμού) στο έλεος των αλλόθρησκων! Εγκαταλειμμένοι γιατί οι μουσουλμάνοι κατέχουν και αυτοί λίγο ιδιοκτησία και κάτι τέτοιο είναι ανεπίτρεπτο. Αλλοιώνουν το έθνος. Ως εκ τούτου υποχρεούνται στην γκετοποίηση και την… εκτέλεση. Όπως άλλοτε οι Εβραίοι και υπό τις διαταγές και πάλι του τότε «φωτισμένου» ηγέτη. Και φυσικά όλα τούτα μέσα σε ένα πλαίσιο κηρυγμάτων ειρήνης, αγάπης αλλά κυρίως υπεροχής της βουδιστικής θεώρησης της ζωής που καταλήγει εν τέλει μια απάτη για την ιστορία και μια αυταπάτη για τους ευκολόπιστους. Ο αναχρονισμός, ο εθνικισμός και ο φασισμός μπορεί να φοράει κόκκινα ράσα, μαύρα ράσα, μαύρους χιτώνες, χακί ρούχα, μαύρα μπλουζάκια και εθνικές σημαίες. Όπως και να έχει όμως, πανομοιότυπη είναι η αισθητική τους, η φρασεολογία τους, οι υποτιθέμενοι εχθροί τους, τα τάγματα εφόδου τους και οι εκτελεστικοί μέθοδοί τους. Η ταινία τονίζει όσο τίποτα άλλο λοιπόν την ομοιότητα. Αναδεικνύει την ρίζα πίσω από κάθε φαινόμενο. Ο θεατής οφείλει να προετοιμάζεται λοιπόν να την ξεριζώσει.

«Αν μιλάμε για τις εθνικές μας υποθέσεις, ας είναι ξύπνια η εθνικιστική μας συνείδηση» ακούμε σε κιτς ρυθμό και μελωδία ένα ντόπιο τραγούδι να έχει για ρεφρέν. Αστείο; Καθόλου. Θλιβερό και τρομαχτικό. Και κάπου εκεί ακούμε τον βουδιστή να κηρύττει: «Αν θέλουν στις ΗΠΑ να έχουν ειρήνη και ασφάλεια, τότε να ψηφίσουν τον Trump» και τότε κόβεται κάθε χαμόγελο…

Το «Le Venerable W.» έκανε πρεμιέρα στο 70ο Φεστιβάλ Καννών


Λεβιάθαν | Leviathan των Véréna Paravel & Lucien Castaing-Taylor


Λόγος: Γιατί μέσα από το πειραματικό «σχήμα» και την κινηματογράφιση ενός αλιευτικού σκάφους και των ψαράδων του βλέπουμε στην πιο βάναυση μορφή της την προσπάθεια επικυριαρχίας του ανθρώπου πάνω στην φύση και πάνω στη ζωή και που δεν έχει ουδεμία σχέση με οτιδήποτε οικολογικό όσο με την –κατά Hobbes- αντίληψη περί μονοπωλίου της βίας. Εξού και ο τίτλος της: Ένα θαλάσσιο κτήνος ως μεταφορά του κράτους και της εξουσίας πάνω στα πάντα και τους πάντες. Επικυριαρχία που εν τέλει αναλύει την ίδια την βία του ανθρώπου πάνω και στον ίδιο τον άνθρωπο.

Δεν γνώριζα τίποτα για αυτούς τους δυο δημιουργούς. Ζητάω λοιπόν από την διοργάνωση να με καθοδηγήσει στο να δω κάτι το πειραματικό. Μου υποδείχνει το αφιέρωμα στο έργο τους. Δεν ξέρω τι θα δω. Η ταινία ξεκινάει: Σκοτάδι, κύματα, βροχή και υγρασία, σκουριά, αλυσίδες να στάζουν θάλασσα. Μια κάμερα σαν να βλέπουμε από τα μάτια του ψαρά. Υψηλός κόκκος στην φωτογραφία, κοντινά κοφτά πλάνα και μονοπλάνα. Σαν εφιάλτης. Βλέπουμε πράγματι αυτό που βλέπει. Βρισκόμαστε στην θέση του. Κάπου στον ωκεανό. Δεν ξέρουμε τι όμως ακριβώς βλέπουμε. Μας κυριεύει τρόμος. Ισοπεδώνονται τα  συναισθήματά μας. Βόμβος κοφτερός της σκοτεινής θάλασσας, οι άγκυρες, τα κύματα σκάνε στην προκυμαία. Κάτι γλαροπούλια στον μαύρο ουρανό πετάνε σε σμήνος και προετοιμάζονται για κάτι. Προσμένουν τροφή. Όπως οι άνθρωποι. Ασυγκίνητοι, κάνουν μονάχα βίαιες και βιαστικές κινήσεις για να τα προλάβουν. Μια πάλη αλλά και μια ισορροπία του συσχετισμού δυνάμεων το ποιος θα κυριαρχήσει, ποιος θα επικρατήσει. Η θάλασσα, το σκουριασμένο σκαρί, οι ψαράδες, οι γλάροι; Τα δίχτυα βγαίνουν με εκατοντάδες ψάρια και ξεχύνονται στο κατάστρωμα. Σπαράζουν. Κοντινά πλάνα. Τα κοιτάζουμε πως πεθαίνουν, μας κοιτάζουν κι αυτά. Μας δικάζουν. Με ένα γάντζο ο ένας ψαράς καρφώνει ένα και με μια ματσέτα ο άλλος το κόβει στα δύο. Τα αποκεφαλίζουν. Αίμα τρέχει παντού και πάνω στην σκουριά και στα νερά του καταστρώματος. Κόκκινη απόχρωση θανάτου. Δυο χέρια μαζεύουν βιαστικά κοχύλια σαν λάφυρα. Δυο πόδια κλωτσάνε τα υπολείμματα έξω από το σκάφος. Οι γλάροι το οσμίζονται και πέφτουν να κατασπαράξουν τα αποφάγια. Υγρό νεκροταφείο. Ένας χτυπημένος γλάρος με την φτερούγα του σπασμένη προσπαθεί να ανέβει στη βάρκα για ένα ατέλειωτο βασανιστικό λεπτό. Δεν τα καταφέρνει. Δεν ξέρουμε τι του συνέβη. Ένας ψαράς ανάβει δυο τσιγάρα και τα μοιράζεται ικανοποιημένος για την εργασία του με ένα συνάδελφο του. Δεν έχει ξημερώσει ακόμη. Δεν φαίνεται ότι μπορεί ποτέ να συμβεί. Η νύχτα πυκνή. Η υγρασία πυκνή. Η σκουριά το ίδιο. Αίμα παντού. Ήχοι σίδερου και λαμαρίνας. Η κάμερα πέφτει στη θάλασσα και ξαναβγαίνει. Νιώθουμε πνιγμό. Ακούμε ταυτόχρονα όλη αυτή την αλλεπάλληλη διαδικασία, μέσα έξω, μέσα έξω. Άξαφνα βλέπουμε την πλώρη σαν θηρίο έτοιμο να διασπάσει την θάλασσα ενώ πέφτει πάνω της με επιβλητικότητα, σιγουριά και κρότο. Ησυχία. Ένας ψαράς καθιστός και εξαντλημένος μπρος σε μια τηλεόραση κοιτάζει μια εκπομπή του National Geographic για ψάρεμα. Βλέπουμε μόνο αυτόν. Τα μάτια του που κλείνουν από την νύστα. Προοδευτικά ο συσχετισμός δύναμης επέβαλε τον νικητή μέσα από την πιο φονική (και ψυχολογικά) διαδικασία.

Μόνιμες αντιθέσεις στην πιο πρωτότυπα βάναυση εικόνα που έχω δει. Άνθρωπος – φύση, άνθρωπος – άνθρωπος, φύση – φύση, σκοτάδι – φως, χρώμα – μη χρώμα. Μια κοινωνική μεταφορά υποβλητικά δοσμένη αφαιρώντας την έννοια της όποιας ομορφιάς. «We are dancing in a terrible tune» όπως λέει ένα τραγούδι. Δεν υπάρχει χώρος, δεν υπάρχει χρόνος. Δεν υπάρχει διαφυγή. Έννοιες όπως γαλήνη, θαλπωρή, στοργή ξεχνιούνται όσο κρατάει αυτός ο οπτικός εφιάλτης. Αυτή η νοσηρότητα. Η ταινία τελειώνει και φωνάζω στους δημιουργούς: «Είναι ένα αριστούργημα της μοντέρνας τέχνης». Οι δυο σκηνοθέτες μαθαίνω αργότερα δεν είναι απλώς κινηματογραφιστές αλλά δυο ανθρωπολόγοι του Harvard, σεμνοί (και πολύ ανθρώπινοι) επιστήμονες και καλλιτέχνες.

Η ταινία αυτή φτάνοντας στα όρια τον πειραματισμό και στα άκρα την απαιτητικότητα από τον θεατή καταφέρνει το ακατόρθωτο. Γίνεται βίωμα. Και κυρίως αποτελεί μια μελέτη ηθικής. Και για τους κινηματογραφιζόμενους και για το κοινό…

Το «Leviathan» έκανε πρεμιέρα στο 65ο Φεστιβάλ του Λοκάρνο (2012) και βραβεύτηκε εκτός πολλών άλλων με το βραβείο της Διεθνούς Ομοσπονδίας Κριτικών Κινηματογράφου (FIPRESCI)

Γεννημένος το 1984 στην Λάρισα, εγκλωβισμένος για κάποια χρόνια στην Ιταλία, αντί να μάθει να ξυπνάει στις αίθουσες δικαστηρίων έμαθε να βρίσκεται στις αίθουσες κινηματογράφου καθώς και πίσω από φωτογραφικές μηχανές. Έκτοτε γράφει για ταινίες και για σινεμά (καθώς και για ό,τι άλλο σκέφτεται) και φωτογραφίζει για φωτορεπορτάζ και για ευχαρίστηση. Είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης (ΠΕΚΚ) και της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου (FIPRESCI).