Ανομήματα: ο χειραφετητικός λόγος των ποιητριών

Ανν Σέξτον, Η μπαλάντα του μοναχικού αυνανιστή (ή της μοναχικής αυνανιζόμενης)

edward_hopper_summer_interior
Επιμέλεια: Σοφία Κολοτούρου - Ανομήματα, Λογοτεχνία + Ποίηση - 05/12/2016

Το Περιοδικό και η ποιήτρια Σοφία Κολοτούρου δημιουργούν τη στήλη Ανομήματα, ως έναν χώρο όπου θα αναδεικνύεται ο γυναικείος λόγος με την μορφή της ποίησης. Αυτό που οδήγησε τη σκέψη μας στη δημιουργία του χώρου αυτού μέσα στις σελίδες του Περιοδικού για τη Διατάραξη της Κοινής Ησυχίας είναι η διαπίστωση ότι ενώ οι γυναίκες γράφουν, παραμένουν περισσότερο αόρατες από τους άντρες ποιητές, ενώ συχνά χρειάζεται να μετέλθουν ένα ιδίωμα το οποίο να «αποδεικνύει» ότι είναι «ισότιμες» με τους άντρες. Θέλουμε να αναζητήσουμε τις γυναικείες φωνές που περιγράφουν σε στίχους το πώς έχουν βιώσει τη γυναικεία τους υπόσταση. Ή το πώς βιώνουν τον κόσμο γύρω τους. Θέλουμε να κάνουμε μια απόπειρα να συγκεντρώσουμε τον Λόγο που μπορεί να ταράξει την κοινή ησυχία της επανάπαυσης στα κυρίαρχα πρότυπα των φύλων. Να δούμε πόσο χειραφετητικός μπορεί να είναι ο ποιητικός λόγος. Θέλουμε να πάμε κόντρα στο συνηθισμένο σχόλιο που ακούγεται όταν κάποιος (ή κάποια) ακούει τις λέξεις «γυναικεία ποίηση». Θέλουμε να ξέρουμε τι λένε οι γυναίκες όταν μιλάνε…

Κάθε εβδομάδα, λοιπόν, θα παρουσιάζουμε ένα ή δύο ποιήματα μιας ποιήτριας, συνοδευόμενα από λίγες πληροφορίες. Ο χώρος αυτός θα οδηγήσει προς την δημιουργία μιας ανθολογίας, πολύτιμης νομίζω για να καταλάβουμε τη συνολική εικόνα του γυναικείου ποιητικού –χειραφετητικού- λόγου. Ο τίτλος της στήλης αυτής έρχεται από το ομότιτλο ποίημα της Σοφίας Κολοτούρου:

 

ΑΝΟΜΗΜΑΤΑ

Είμαι η Γυναίκα και μου φόρτωσαν νωρίς την Ηθική
-δήθεν με νίβουν μ’ ανομήματα αιώνων-
Κι εγώ, ιέρεια στης Λαγνείας τη σπονδή
Εκάτη, Αστάρτη, ηδονών μα και δαιμόνων
σε μιαν αντίληψη του κόσμου αρσενική.

Είμαι η Γυναίκα και μου φόρτωσαν καιρό την Ενοχή
-δεν έχουν οι αμαρτίες μιαν όψη μόνον.
Κι εγώ, στου Ανήθικου δοσμένη τη σπουδή,
με μίση και κατάρες τόσων χρόνων,
στα φαύλα και στα κρείττω η πηγή,

είμαι η Γυναίκα, που παλεύει την πληγή…

          (2000, βιβλίο Αν-επίκαιρα Ποιήματα)

http://www.sofiakolotourou.gr/poems/5/56

 


Η Ανν Σέξτον έγραψε εν μέρει στη σκιά της πασίγνωστης φίλης της Σίλβια Πλάθ. Οι βίοι τους υπήρξαν παράλληλοι και είχαν κοινό τέλος (αυτοκτόνησαν με διαφορά 11 ετών). Μαζί με τη Σίλβια παρακολούθησαν ένα ποιητικό εργαστήρι στη Βοστώνη. Η Σέξτον τόλμησε να θίξει θέματα όπως η έκτρωση, η εμμηνόροια, ο αυνανισμός, σε μια εποχή (δεκαετία 1960) που ήταν ταμπού να γράφεις γι αυτά (και ειδικά μια γυναίκα ποιήτρια). Βραβεύτηκε με το βραβείο Πούλιτζερ το 1967 και αυτοκτόνησε το 1974, λόγω της κατάθλιψης που την βασάνιζε από νεαρή ηλικία.

Παρουσιάζουμε εδώ, και σαν φόρο τιμής στο «ποιητικό εργαστήρι» που έδωσε την ώθηση γραφής στην Πλαθ και την Σέξτον, ένα από τα γνωστότερα ποιήματά της, το The Ballad of the Lonely Masturbator σε τρεις διαφορετικές μεταφράσεις – αποδόσεις του στη γλώσσα μας.


Anne Sexton, “The Ballad of the Lonely Masturbator”

Η μπαλάντα του μοναχικού αυνανιστή 

Μετάφραση: Κλεοπάτρα Λυμπέρη

Το τέλος μιας σχέσης είναι πάντα θάνατος.
Αυτή είναι το εργαστήριό μου. Μάτι που ξεγλιστράει
και βγαίνει από τη φάρα μου, η πνοή μου
σε βρίσκει φευγάτο. Προκαλώ φρίκη
σ’ εκείνους που στέκονται πλάι μου. Είμαι ταϊσμένη.
Τη νύχτα, μονάχη, παντρεύομαι το κρεβάτι.

Δάχτυλο το δάχτυλο, τώρα είναι δική μου.
Δεν αργεί πολύ. Είναι  η κόντρα μου.
Τη χτυπώ σαν κουδούνι. Γέρνω προς τα πίσω
στο μπουντουάρ όπου συνήθιζες να την καβαλικεύεις
Με πήρες σαν κάτι δανεικό πάνω στο λουλουδάτο κάλυμμα.
Tη νύχτα, μονάχη, παντρεύομαι το κρεβάτι.

Δραπετεύω απ’ το σώμα μου μ’ αυτό τον τρόπο,
ένα ενοχλητικό θαύμα. Θα μπορούσα άραγε
να βγάλω στη φόρα το παζάρι των ονείρων;
Απλώνομαι. Σταυρώνω.
Λουκουμάκι μου, έτσι με είπες.
Τη νύχτα μονάχη, παντρεύομαι το κρεβάτι.

Πάρε για παράδειγμα τη νύχτα αυτή, αγάπη μου
όπου κάθε μοναχικό ζευγάρι ενώνει
αναποδογυρίζοντας αγκαλιασμένο, χαμηλά, ψηλά,
τη δυάδα της αφθονίας πάνω σε σφουγγάρια και φτερά
γονατίζοντας και σπρώχνοντας, κεφάλι το κεφάλι.
Μονάχη τη νύχτα, παντρεύομαι το κρεβάτι.

Τότε η μαυρομάτα αντίζηλός μου κατέφτασε.
Η λαίδη των υδάτων αναδυόμενη απ’ την πλαζ
ένα πιάνο στις άκρες των δαχτύλων της, ντροπή
στα χείλη της και φλάουτου μιλιά.
Κι εγώ ήμουν η στραβοπόδαρη σκούπα.
Μονάχη τη νύχτα παντρεύομαι το κρεβάτι

Σε πήρε έτσι όπως παίρνει μια γυναίκα
από τον πάγκο ένα φουστάνι σε τιμή ευκαιρίας
κι εγώ έσπασα έτσι όπως σπάζει μια πέτρα.
Επιστρέφω τα βιβλία σου και τη βελόνα του ψαρέματος.
Η εφημερίδα σήμερα γράφει πως νυμφεύεσαι.
Μονάχη τη νύχτα παντρεύομαι το κρεβάτι.

Αγόρια και κορίτσια απόψε γίνονται ένα.
Ξεκουμπώνουν μπλούζες. Ανοίγουν φερμουάρ
Βγάζουν παπούτσια. Σβήνουν το φως.
Τα φεγγοβόλα πλάσματα είναι γεμάτα ψέματα.
Τρώνε το’ να τ’ άλλο. Είναι παραταϊσμένα.
Μονάχη τη νύχτα παντρεύομαι το κρεβάτι.

Από το: http://www.poeticanet.gr/afierwma-stin-anne-sexton-a-257.html?category_id=350



Η μπαλάντα του μοναχικού αυνανιστή

Μετάφραση Ευτυχία Παναγιώτου

Το τέλος μιας σχέσης είναι πάντα θάνατος.
Αυτή είναι το εργαστήρι μου. Μάτι που ολισθαίνει
από τη φυλή του εαυτού μου η ανάσα μου
σε βρίσκει άρρωστο. Τρέμω
αυτούς που κοντοστέκονται. Εχω ταϊστεί.
Το βράδυ, μονάχη, νυμφεύομαι το κρεβάτι.

Δάχτυλο το δάχτυλο, τώρα είναι δική μου.
Δεν είναι πολύ μακριά. Η συμπλοκή μου είναι.
Τη χτυπώ σαν κουδούνι. Γέρνω στην
κληματαριά όπου συνήθιζες να την ανεβάζεις.
Με πήρες δάνειο επάνω στο εμπριμέ κάλυμμα.
Το βράδυ, μονάχη, νυμφεύομαι το κρεβάτι.

Πάρε για παράδειγμα αυτό το βράδυ, αγάπη μου,
που κάθε ζευγάρι συνενώνει
με έναν αρμό αναποδογυρίζοντας, από κάτω, από πάνω,
την πλούσια δυάδα σε σφουγγάρι και φτερό επάνω,
γονατίζοντας και σπρώχνοντας, κεφάλι το κεφάλι.
Το βράδυ, μονάχη, νυμφεύομαι το κρεβάτι.

Δραπετεύω από το κορμί μου έτσι,
είν’ ένα ενοχλητικό θαύμα. Μπορώ
να βάλω το όνειρο αγαθό προς πώληση
Σκορπίζομαι. Σταυρώνω.
Μικρό μου λουκούμι αυτό είναι που είπες.
Το βράδυ, μονάχη, νυμφεύομαι το κρεβάτι.

Επειτα ήρθε η αντίζηλός μου μαυρισμένο μάτι.
Η κυρία των υδάτων, αναδυόμενη στην παραλία,
ένα πιάνο στις άκρες των δαχτύλων της, ντροπή
στα χείλη της και ένας λόγος φλάουτο.
Κι εγώ απεναντίας ήμουν η στραβοπόδαρη σκούπα.
Το βράδυ, μονάχη, νυμφεύομαι το κρεβάτι.

Σε πήρε με τον τρόπο που παίρνει μια γυναίκα
ένα φόρεμα απ’ το ράφι σε τιμή ευκαιρίας
και έσπασα με τον τρόπο που σπάει μια πέτρα.
Επιστρέφω τα βιβλία και την ψαροβελόνα σου.
Η εφημερίδα σήμερα γράφει πως παντρεύεσαι.
Το βράδυ, μονάχη, νυμφεύομαι το κρεβάτι.

Αγόρια και κορίτσια γίνονται ένα απόψε.
Ξεκουμπώνουν μπλούζες. Ανοίγουν φερμουάρ.
Βγάζουν παπούτσια. Σβήνουν το φως.
Τα πλάσματα που τρεμολάμπουν είναι γεμάτα ψέματα.
Αλληλοτρώγονται. Εχουν παραταϊστεί.
Το βράδυ, μονάχη, νυμφεύομαι το κρεβάτι.

Από το :  http://www.e-poema.eu/poem.php?id=86


 

Η Μπαλάντα της Μοναχικής Αυνανιζομένης 

Μετάφραση / Έμμετρη απόδοση: Σοφία Κολοτούρου

 

Το τέλος μιας σχέσης με το θάνατο πως μοιάζει.

Την παίζω με τα δάχτυλα. Το μάτι αγρυπνάει,

ακόμα η ανάσα μου εκτός ορίων με βγάζει

σαν βρίσκει ότι έφυγες. Τον τρόμο τον ξυπνάει

στους κοντινούς μου. Τώρα είμαι πια χορτάτη.

Τη νύχτα, μόνη μου, θα παντρευτώ με το κρεβάτι.

 

Είναι δική μου. Βάζω δάχτυλο ένα ένα.

Αναμετριόμαστε, και ξέρω δεν θ’ αργήσει.

Όπως καμπάνα τη χτυπώ. Τα μέλη μου γερμένα

στο υπόστεγο όπου εσύ την είχες πριν γαμήσει.

Το σώμα μου δανείστηκες στην εμπριμέ φλοκάτη.

Τη νύχτα, μόνη μου, θα παντρευτώ με το κρεβάτι.

 

Αγάπη, για παράδειγμα, για δες τη νύχτα εκείνη

που ενώνονται και σμίγουνε τα μέλη απ’ το ζευγάρι.

Τ’ ανάσκελα, τα μπρούμυτα, γυρίζουνε στην κλίνη

ανάλαφροι καθώς φτερό, καθώς ένα σφουγγάρι

και πότε σκύβουν χαμηλά, πότε κοιτούν στα μάτια.

Τη νύχτα, μόνη μου, θα παντρευτώ μες τα κρεβάτια.

 

Μ’ αυτόν τον τρόπο από το σώμα δραπετεύω

σαν ένα θαύμα που ενοχλεί. Μα θα μπορούσα

να εκθέσω τ’ όνειρο σαν να το παζαρεύω;

Τα σταυρωμένα μέλη μου άπλωναν και σκορπούσα.

Με προσφωνούσες κάποτε «δαμασκηνάκι».

Τη νύχτα, μόνη μου, θα παντρευτώ στο κρεβατάκι.

 

Η αντίζηλός μου, μαύρα μάτια όλο σαγήνη,

κυρία των υδάτων, στην ακτή αναδυόταν.

Μες τ’ ακροδάχτυλα ένα πιάνο κι η αισχύνη

στα χείλη της. Φλογέρας ήχος ακουγόταν.

Δίπλα της έμοιαζα στραβό σκουποξυλάκι.

Τη νύχτα, μόνη μου, θα παντρευτώ στο κρεβατάκι.

 

Σε διάλεξε, όπως μόνο μια γυναίκα αρπάζει

ένα φουστάνι από το ράφι στις εκπτώσεις.

Κι έσπασα μέσα μου, όπως κι η πέτρα σπάζει.

Σου επέστρεψα τ’ αγκίστρι σου και τα βιβλία με δόσεις.

Η εφημερίδα λέει πως σήμερα νυμφεύεσαι.

Τη νύχτα, το κρεβάτι μόνη μου παντρεύομαι.

 

Όλα τ’ αγόρια, τα κορίτσια, απόψε σμίγουν.

Τη μπλούζα ξεκουμπώνουν, βγάζουν τα παπούτσια.

Σβήνουν το φως, τα φερμουάρ τους πάλι ανοίγουν.

Ψεύτικα πλάσματα, στη λάμψη μόνο πλούσια.

Αλληλοφαγώνονται και δεν κάνουν κράτει.

Τη νύχτα, μόνη μου, θα παντρευτώ με το κρεβάτι.

 

Από το: http://blog.sofiakolotourou.gr/archives/36

Κεντρική φωτογραφία: Edward Hopper, Summer in the city