Στήλη: Ανομήματα

Ανομήματα | Βικτωρία Θεοδώρου

Σ' απόχτησα | Πώς παγιδεύτηκα

| 21/02/2018

 

Η στήλη «Ανομήματα» δημιουργήθηκε το 2017 στο Περιοδικό από τη Σοφία Κολοτούρου, με στόχο να μας γνωρίσει τον χειραφετημένο γυναικείο ποιητικό λόγο. Μέσα από το ταξίδι που έκανε, ήρθαμε σε επαφή με γυναίκες που μιλούσαν για γυναίκες. Σκεφτήκαμε να δοκιμάσουμε να εμπλουτίσουμε τη στήλη αυτή και να συνεχίσει το ταξίδι της και μέσα από άντρες που μιλούν για γυναίκες. Για το λόγο αυτό, εδώ και λίγους μήνες, υπεύθυνη και υπεύθυνος για τα Ανομήματα θα είναι η Σοφία Κολοτούρου και ο Νίκος Γεωργόπουλος. Μαζί θα επιλέγουν ποιήματα, μικροκείμενα, σκέψεις ή / και αποσπάσματα από πεζά, στα οποία θα διαφαίνεται η προσπάθεια του ή της συγγραφέα να προσεγγίσει τη γυναικεία υπόσταση. Δίνουμε τον λόγο σε ένα ζευγάρι ποιητών, θεωρώντας πως η σύνθεση της αντρικής και της γυναικείας ματιάς θα μας ανοίξει έναν ευρύτερο ορίζοντα…

Αυτή τη φορά παρουσιάζουμε τη Βικτωρία Θεοδώρου.


Η Βικτωρία Θεοδώρου γεννήθηκε στα Χανιά το 1926 . Σπούδασε στη Φιλοσοφική Αθήνας. Συμμετείχε ενεργά στην Εθνική Αντίσταση, με αποτέλεσμα να εξοριστεί το 1948 διαδοχικά στη Χίο, το Τρίκερι και την Μακρόνησο. Το 1952 αφέθηκε ελεύθερη και εμφανίστηκε στα γράμματα το 1957 με ποιήματά της στην «Επιθεώρηση Τέχνης».


 

Σ’ ΑΠΟΧΤΗΣΑ

Σ’είδα απ’ τ’αμπέλια ν’ ανεβαίνεις
τα κλήματα περίπαθα μπλεγμένα στις αχτίνες σου –
σ’είδα από τα νερά τα κύματα να σε φθονούνε,
από της φυλακής το παραθύρι σου φώναξα το χαίρε,
από τους ώμους του έρωτα κι ανάμεσα από τα φιλιά,
πάνω από τους καπνούς της μάχης.

Στ’ αλήθεια ευτύχησα γιατί δεν έγινα
δούλος κι αφέντης κανενός,
σ’απόχτησα ξέροντας πως ανήκεις
σ’όλα τα μάτια που σε βλέπουν.

  

ΠΩΣ ΠΑΓΙΔΕΥΤΗΚΑ

Πώς παγιδεύτηκα σ’ αυτό το σκοτεινό νεφέλωμα
σ’ αυτά τα δίχτυα που κλωσούν
καινούρια άστρα κι αναλώνονται
στης άναρχης δημιουργίας τις φλόγες;
Εδώ θ’αφανιστώ και θ’αφομοιωθώ
χωρίς τουλάχιστο το λαμπρό θάνατο
που ’χουν τα ουράνια σώματα.
Ο πόνος μ’ έφερε, ο πόνος θα μου δώσει τέλος;
Αόρατες δυνάμεις μ’ οδηγούνε όπου δεν θέλω
και με πάνε αντίθετα, πάντα αντίθετα,
η αγάπη μού δίνεται άκαιρη όταν δεν τη ζητώ,
μια καταπίεση ακόμα
κι όλο μακραίνω στην παγίδα ωστόσο μέσα.

 

Από τη συλλογή Ουρανία, Κέδρος 1978

 

ola