Ανομήματα | Μάτση Χατζηλαζάρου

Στην Σ. Χ. / Mάης, Ιούνης και Νοέμβρης (Στον Ανδρέα )

Γράφουν: Σοφία Κολοτούρου και Νίκος Γεωργόπουλος - Ανομήματα - 17/01/2018

 

Η στήλη «Ανομήματα» δημιουργήθηκε το 2017 στο Περιοδικό από τη Σοφία Κολοτούρου, με στόχο να μας γνωρίσει τον χειραφετημένο γυναικείο ποιητικό λόγο. Μέσα από το ταξίδι που έκανε, ήρθαμε σε επαφή με γυναίκες που μιλούσαν για γυναίκες. Σκεφτήκαμε να δοκιμάσουμε να εμπλουτίσουμε τη στήλη αυτή και να συνεχίσει το ταξίδι της και μέσα από άντρες που μιλούν για γυναίκες. Για το λόγο αυτό, εδώ και λίγους μήνες, υπεύθυνη και υπεύθυνος για τα Ανομήματα θα είναι η Σοφία Κολοτούρου και ο Νίκος Γεωργόπουλος. Μαζί θα επιλέγουν ποιήματα, μικροκείμενα, σκέψεις ή / και αποσπάσματα από πεζά, στα οποία θα διαφαίνεται η προσπάθεια του ή της συγγραφέα να προσεγγίσει τη γυναικεία υπόσταση. Δίνουμε τον λόγο σε ένα ζευγάρι ποιητών, θεωρώντας πως η σύνθεση της αντρικής και της γυναικείας ματιάς θα μας ανοίξει έναν ευρύτερο ορίζοντα…

Αυτή τη φορά παρουσιάζουμε τη Μάτση Χατζηλαζάρου.


Η Μάτση Χατζηλαζάρου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1914. Έκανε τρεις γάμους εκ των οποίων ο τρίτος το 1939 με τον ποιητή Ανδρέα Εμπειρίκο, που τον αγάπησε και την επηρέασε πολύ, αλλά χώρισε και από αυτόν. Στα γράμματα εμφανίστηκε το 1944 με το ψευδώνυμο «Μάτση Ανδρέου». Αν και το ψευδώνυμο μοιάζει να παραπέμπει στον Εμπειρίκο, εν τούτοις κάποιοι μελετητές θεωρούν ότι μπορεί και να παραπέμπει και στον επόμενο σύντροφό της, τον ποιητή Ανδρέα Καμπά, με τον οποίον συνδέθηκε επίσης το 1944, χρονιά από την οποία χώρισε από τον Εμπειρίκο. Κατά την περίοδο 1948-1957 έζησε στο Παρίσι και συμβίωσε για οκτώ χρόνια με έναν ισπανό ζωγράφο, ονόματι Χαβιέ Βιλατώ και για σχεδόν δύο χρόνια με τον Κορνήλιο Καστοριάδη. Το 1958 επέστρεψε στην Ελλάδα. Πέθανε στις 16 Ιουνίου 1987.


Στην Σ.Χ.

*

Ετούτες τις λαχτάρες του Μαγιού πώς να τις σβήσω;
Ετούτα τα κλάματα ενός αιθέριου σούρουπου πώς να στερέψουνε;
Θρηνώ όλες τις χαίτες των κοριτσιών που ‘ναι ριγμένες
επάνω στα μαξιλάρια του συμβατικού έρωτα.
Θα τους δώσω μες στην ποδιά μου ένα άσπρο τριαντάφυλλο
κι ένα κόκκινο-ίσως τα δούνε, ίσως τα μυρίσουνε.
Θα τους δώσω μια χρυσόμυγα που βρίσκει ξαφνικά τον ήλιο
τραγουδώντας μες στα μαλλιά μου-ίσως τη δούνε, ίσως την ακούσουνε.
Θα τους πω: κοιτάτε τους άντρες τους λεβέντες, τους ελεύθερους,
τον άντρα λιοντάρι, τον άντρα καραβιού κατάρτι, τον άντρα έλασμα
και τόξο και φωνή από κορφοβούνι σε κορφοβούνι-τότε ίσως του δοθούνε,
ναι, ίσως ερωτευθούνε.
Αν είχα την φωνή που ζητάω, μια πολιτεία ολάκερη δε
μου’φτανε για να την παρασύρω στο ανοιξιάτικο μου διάβα.
Ρωτάω: άνθεξε ποτέ κανένας στα δειλινά που δεν πεθαίνουνε,
και στις ευωδίες που δε χάνουνται αλλά γίνουνται σκιές μας,
και στις πέντε μας αισθήσεις όταν λαχανιάζουνε και κράζουν
την καρδιά μας;
Τα μεταξωτά μου μέλη θε ν’ απλώσω πάνω σε μιάν άμμο δροσερή,
το βλέμμα μου θε να χάσω μες στ’ ανεξάντλητο γαλάζιο της
δικής μου θάλασσας, οι αναπνοές μου κι οι παλμοί μου θε να’ναι
οι αναπνοές και οι παλμοί του διάχυτού μου έρωτα.
Έρωτα, αγάπη, πόθο, ηδονή
Έρωτα, Έρωτα.


Mάης, Ιούνης και Νοέμβρης
(Στον Ανδρέα )

Ι.

Σε περιβάλλω με μια μεγάλη αναμονή.
Σε περιέχω όπως τ΄αραχωβίτικο κιούπι το λάδι.
Σε ανασαίνω όπως ο θερμαστής του καραβιού ρουφάει
μες στα πλεμόνια του το δειλινό το μπάτη.
Σ΄αγρικώ με την ίδια διάθεση που ο Ερυθρόδερμος
κολλάει το αυτί του χάμω, για ν΄ακούσει
τον καλπασμό του αλόγου.

ΙΙ.

Δεν ήτανε ανάγκη βασίλισσα να με κάνεις του Περού.
Ανάγκη ήτανε να σκύψεις από πάνω μου , να δω τα μάτια σου
εκείνα τα δυο φωσάκια. Φωσάκια που λένε ότι είμαι
τ΄όνειρεμένο σου νησί στην Ωκεανία, ξωτικό, πρωτόγονο,
ηλιοπλημμυρισμένο, καθάρια γαλάζια τα νερά του,
κι οι βυθοί του ανθόσπαρτοι σαν το πιο γόνιμο χωράφι. 

από την συλλογή ΜΑΗΣ ΙΟΥΝΗΣ ΚΑΙ ΝΟΕΜΒΡΗΣ, 1944