Μαρία Πολυδούρη, Ο Ποιητής / Τι νάχης γίνει

Μια υποτιμημένη ποιήτρια, μια γυναίκα πολύ μπροστά από την εποχή της

πολυδούρη
Επιμέλεια: Σοφία Κολοτούρου - Ανομήματα, Λογοτεχνία + Ποίηση - 29/04/2017

Στις 29 Απριλίου 1930 αφήνει την τελευταία της πνοή, καταβεβλημένη από τη φυματίωση και με δική της επιλογή με τη χρήση μορφίνης, η ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη. Μας την θύμισε, μέσα από το έργο της, στην πρώτη μας συνύπαρξη, εδώ στο Περιοδικό, μέσα από την στήλη της ΑΝΟΜΗΜΑΤΑ, η Σοφία Κολοτούρου.

Η Μαρία Πολυδούρη έγινε γνωστή κυρίως μέσα από την σχέση της με τον Κώστα Καρυωτάκη και από το γεγονός του «έκλυτου βίου» που διατείνονταν οι άνθρωποι της εποχής ότι ζούσε. Αυτό όμως λειτούργησε εις βάρος των ίδιων των ποιημάτων της, το περιεχόμενο των οποίων συχνά παραμερίστηκε προς χάριν των βιογραφικών εντυπώσεων. Ακόμη περισσότερο, για να εξυπηρετηθεί ο «μύθος» του μοναδικού έρωτα με τον Καρυωτάκη, παραμερίστηκαν και αποσιωπήθηκαν τα άλλα της ποιήματα. Γι’ αυτό σήμερα παρουσιάζουμε δυο ποιήματα που σίγουρα δεν έγραψε για τον Καρυωτάκη, με στόχο να φανεί η ερωτική ποίηση μιας νέας γυναίκας, η οποία έφυγε από την ζωή στα 28 της χρόνια, και την οποία πολύ φυσιολογικά συγκίνησαν και άλλοι άντρες.

Περισσότερα και σε αυτό το παλαιότερο άρθρο μου: http://www.sofiakolotourou.gr/articles/9/69


Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

Στην ακοίμητη Σκιά του Ιωσήφ Ραφτόπουλου

Του φθινοπώρου η πνοή περνάει
στα δέντρα που δεν τα φοβίζει
καταστροφή.
Ο ευκάλυπτος την κυβερνάει,
μιλούν σα φίλοι και λυγίζει
τη νέα κορφή.

Ο πεύκος άκουε μεθυσμένος
κάποιονε θρύλο που θρηνούσε
μεσ’ στα κλαδιά.
Θυμάται που συλλογισμένος
ο ερωτικός ποιητής περνούσε,
όλος καρδιά.

Τα μάτια του γέμιζε ο πόνος.

Στα σφραγισμένα χείλη ανθούσε

το χλωμό φως.

Ο ποιητής περνούσε μόνος.

Του τραγουδιού του ακόμη αχούσε

ο στεναγμός.

Μα τώρα σιώπησε η καρδιά του

και μόνον ο έρωτάς του μένει

και περπατεί.

Και όλοι μας λέμε είναι η σκιά του

που τριγυρίζει – είναι η θλιμμένη

σκιά του ποιητή.

tumblr_nz21csckvu1qlny4mo1_500

ΤΙ ΝΑΧΗΣ ΓΙΝΕΙ…

Τι νάχης γίνει ολόδροσε βαρκάρη
του παράλιου χωριού, που με είχαν φέρει
ένα πένθος βαρύ να διασκεδάσω;
Τι νάχης γίνει ωραίο παληκάρι
με τα στριφτά ξανθά σου δαχτυλίδια,
πως έχει γίνει να μη σε ξεχάσω;

Νάναι την ομορφιά σου που θυμάμαι,
το σιωπηλό σου στόμα το σφιγμένο,
παράξενη ομορφιά σ’ ένα βαρκάρη,
ή γιατί διαλεχτή σου έτυχε νάμαι,
μια θλιβερή με πένθιμο φουστάνι,
στη βάρκα σου μια αυγή που μ’ είχες πάρει;

Μέσα σε τόσα ωραία κορίτσια – θάμα
χαράς τα προσωπάκια τους – με πήρες
και μέ στη γαλανή σου τη βαρκούλα.
Ένα πρωινό περίπατο, ένα τάμα
στην πιο όμορφη είχες κάνει της παρέας
και κάλεσες και μέ τη μοναχούλα,

που έβλεπες κάθε δειλινό στο μώλο
συλλογισμένη, με απλανή τα μάτια
σ’ ένα βιβλίο με στίχους να κοιτάη.
Ήρθες πιο ωραίος κ’ είδα, καθώς μ’ όλο
τον άλλο κόσμο πήδησες στη βάρκα,
το χέρι σου ένα ρόδο να κρατάη.

Κι’ ως να μην είχε κάπου να το βάλη
το ρόδο αυτό, σε μέ την τελευταία
το πέταξεν απλά, με κάποια βιάση…
Οι κρόταφοί σου εβάφονταν αγάλι
και χάνοταν στη θάλασσα η ματιά σου…
Μα τώρα, πως δε σ’ έχω πια ξεχάσει;

Κεντρική φωτογραφία: Lucien Clergue