Στήλη: Ανομήματα

Ανομήματα: ο χειραφετητικός λόγος των ποιητριών

Μαρίνα Τσβετάγιεβα, Ζηλοτυπίας απόπειρα

| 10/10/2016

Το Περιοδικό για τη Διατάραξη της Κοινής Ησυχίας και η ποιήτρια Σοφία Κολοτούρου δημιουργούν τη στήλη Ανομήματα, ως έναν χώρο όπου θα αναδεικνύεται ο γυναικείος λόγος με την μορφή της ποίησης. Αυτό που οδήγησε τη σκέψη μας στη δημιουργία του χώρου αυτού μέσα στις σελίδες του Περιοδικού για τη Διατάραξη της Κοινής Ησυχίας είναι η διαπίστωση ότι ενώ οι γυναίκες γράφουν, παραμένουν περισσότερο αόρατες από τους άντρες ποιητές, ενώ συχνά χρειάζεται να μετέλθουν ένα ιδίωμα το οποίο να «αποδεικνύει» ότι είναι «ισότιμες» με τους άντρες. Θέλουμε να αναζητήσουμε τις γυναικείες φωνές που περιγράφουν σε στίχους το πώς έχουν βιώσει τη γυναικεία τους υπόσταση. Ή το πώς βιώνουν τον κόσμο γύρω τους. Θέλουμε να κάνουμε μια απόπειρα να συγκεντρώσουμε τον Λόγο που μπορεί να ταράξει την κοινή ησυχία της επανάπαυσης στα κυρίαρχα πρότυπα των φύλων. Να δούμε πόσο χειραφετητικός μπορεί να είναι ο ποιητικός λόγος. Θέλουμε να πάμε κόντρα στο συνηθισμένο σχόλιο που ακούγεται όταν κάποιος (ή κάποια) ακούει τις λέξεις «γυναικεία ποίηση». Θέλουμε να ξέρουμε τι λένε οι γυναίκες όταν μιλάνε…

Κάθε εβδομάδα, λοιπόν, παρουσιάζουμε ένα ή δύο ποιήματα μιας ποιήτριας, συνοδευόμενα από λίγες πληροφορίες. Ο χώρος αυτός θα οδηγήσει προς την δημιουργία μιας ανθολογίας, πολύτιμης νομίζω για να καταλάβουμε τη συνολική εικόνα του γυναικείου ποιητικού –χειραφετητικού- λόγου. Ο τίτλος της στήλης αυτής έρχεται από το ομότιτλο ποίημα της Σοφίας Κολοτούρου: 

ΑΝΟΜΗΜΑΤΑ

Είμαι η Γυναίκα και μου φόρτωσαν νωρίς την Ηθική
-δήθεν με νίβουν μ’ ανομήματα αιώνων-
Κι εγώ, ιέρεια στης Λαγνείας τη σπονδή
Εκάτη, Αστάρτη, ηδονών μα και δαιμόνων
σε μιαν αντίληψη του κόσμου αρσενική.

Είμαι η Γυναίκα και μου φόρτωσαν καιρό την Ενοχή
-δεν έχουν οι αμαρτίες μιαν όψη μόνον.
Κι εγώ, στου Ανήθικου δοσμένη τη σπουδή,
με μίση και κατάρες τόσων χρόνων,
στα φαύλα και στα κρείττω η πηγή,

είμαι η Γυναίκα, που παλεύει την πληγή…

          (2000, βιβλίο Αν-επίκαιρα Ποιήματα)

http://www.sofiakolotourou.gr/poems/5/56

[hr]

Μετά την «Θολούρα» της Κατερίνα Γώγου, που παρουσιάσαμε την προηγούμενη εβδομάδα, έρχεται η σειρά της Μαρίνα Τσβετάγιεβα, της ρωσίδας ποιήτριας που γεννήθηκε τέτοιες μέρες πριν από 124 χρόνια, στις 8 Οκτωβρίου 1892, και αυτοκτόνησε το 1941 μην αντέχοντας να βλέπει τη ζωή της να ισοπεδώνεται σε μια πόλη της Σιβηρίας, αφού λάτρεψε και έζησε με πάθος και πόνο τη Μόσχα, το Παρίσι, το Βερολίνο και την Πράγα, κι έχασε αγαπημένους της ανθρώπους που ύμνησε στα ποιήματά της.

 

tsvetaieva

ΜΑΡΙΝΑ ΤΣΒΕΤΑΓΕΒΑ  –  Ζηλοτυπίας απόπειρα

(μτφ  Νίκος Παπαδόπουλος

 

Πώς είστε, αλήθεια, με την άλλη;
Πιο βολικά; Θα το υποστώ!
Άραγε εκείνο το ακρογιάλι
Απ’ το νησάκι το πλωτό

(Όχι στο κύμα, αλλά στα νέφη),
Εμένα λέω μην απορείς,
Υπάρχει ακόμα και σας γνέφει
Ή το σχολάσατε νωρίς

Από τη μνήμη σας; . . . Κορίτσια!
Προς Θεού! Να μείνετε αδελφές,
Φίλες . . . Μα, τέρμα τα καπρίτσια!
Όχι! ποτέ αγαπητικές!

Πώς είσθε, αλήθεια, πλέον με κείνη
Τη γυναικούλα την απλή,
Χωρίς Θεό για να σας κρίνει
Κι αφέντη να σας απειλεί;

Αφού έδιωξε πρώτα απ’ το θρόνο
Την πρώτη οπού ήτανε κυρά,
Ένα θα σας ρωτήσω μόνο
Και να μου πείτε καθαρά:

Πώς πάτε, αλήθεια; Αξίζει μία;
Τρώγεται; Μπήκε σε σειρά;
Το φόρο για την ατιμία
Πώς τον πληρώνεις, φουκαρά;

Δεν μένω! Ακόμη κι αν μπορούσα!
Ή αλλάζω σπίτι ή θα πνιγώ!
Μα πώς με την πρώτη τυχούσα
Αφού σας εδιάλεξα εγώ;

Πιο φρέσκο; Ή μήπως είν’ πιο ανώδυνο;
Μπούχτισες; Μη, τοις μετρητοίς!
Πώς διάολο ζείτε μ’ ένα ξόανο
Σεις, του Αδονάη ο ζηλωτής;

Πώς τα περνάτε; Μην το κρύψεις!
Καλά; Έτσι κι έτσι; Δηλαδή
Πώς πάτε, αλήθεια, με τις τύψεις
Εσείς, καημένο μου παιδί;

Κι αυτό το πράμα το αγοραίο;
(Αν το σκεφτείς, σου ’ρχεται τρέλλα!)
Μετά απ’ το μάρμαρο το ωραίο
Στη γύψινη τη μπαγκατέλλα!

(Άλλο είν’ το κράξιμο της κίσσας
Κι άλλο είν’ το όμορφο πουλί . . . )
Πώς πάτε με τη μυριοστή σας
Που τη φωνάζετε Λιλή;

Φάγατε το καινούργιο φρούτο;
Χορτάσατε; Μη μου απαντήσεις! . . .
Πώς είσθε με το γήινο τούτο
Το γύναιο, το χωρίς αισθήσεις;
(Τις έξι!)

Λοιπόν, da capo: Ευτυχισμένος;
Ή σε άβυσσο χωρίς βυθό;
Πώς είσθε, λέω, καλέ μου; Χάλια;
Σαν όπως με τον άλλο εγώ;