Αποχαιρετισμός για μια ρωγμή στο σκοτάδι

| 23/09/2018

Ενα «τάγμα εφόδου» «κυρ – Παντελήδων» σκότωσε τον Ζακ. Δεν γνώριζα τον ίδιο. Δυστυχώς όχι, από όσο καταλαβαίνω από τα «αντίο» όσων τον ήξεραν.

Ξέρω όμως την απελπισία του. Την βλέπω κάθε μέρα, σε κάθε γωνιά αυτής της σκοτεινόψυχης πόλης. Στα χαρτόκουτα των άστεγων και στα παραληρηματικά βήματα των τοξικοεξαρτημένων. Στα μάτια των προσφύγων στα παγκάκια και των παιδιών τους που κλωτσάνε τα άδεια κουτιά των αναψυκτικών. Την βλέπω στα μάτια των κοριτσιών και των αγοριών που μοιράζουν φυλλάδια και προγράμματα συμβολαίων με «χρόνους ομιλίας» έξω από το μετρό. Στα μάτια των άνεργων ή πληρωμένων με ψίχουλα μπαμπάδων και μαμάδων που δεν ξέρουν τι να πούνε στα παιδιά.

Δεν γνώριζα τους θύτες του. Ξέρω όμως αυτό που έχουν στο κεφάλι τους. Το βλέπω να σέρνεται ακόμη και κάτω από τις καλύτερες προθέσεις. Χωρίς αυτές να το παίρνουν καν χαμπάρι. Στο «ναι μεν αλλά», στο «τι θα έκανες αν έμπαινε στο σπίτι σου», στον ωχαδερφισμό, στο «γεμίσαμε ξένους», στον φόβο για κάθε διαφορετικότητα, ακόμη και όταν δεν κάνει κανένα κακό.

Αντίθετα. Ακριβώς επειδή δεν κάνει κανένα κακό προκαλεί αμηχανία στον ανορθολογισμό και στην άγνοια. Αμηχανία που επιμένει να τροφοδοτεί, τελικά, το κακό που δεν θα θέλαμε να κουβαλάμε μέσα μας. Τουλάχιστον όχι οι περισσότεροι. Όχι ο κόσμος που ξέρω.

Γι’ αυτόν τον κόσμο βρε Ζακ θα επιμένω να πιστεύω ότι έχει ελπίδα. Κι ακόμη κι αν δεν σε ξέρω, από αυτά που διάβασα για σένα και από σένα, νομίζω πως θα συμφωνούσαμε σ΄αυτο. Κι ας ήταν αυτό το συσσωρευμένο κακό που σε σκότωσε. Αλλά ακόμη κι από έναν άνθρωπο κι αν ξεριζωθεί, αξίζει βρε Ζακ.

Αντίο.

Γεννήθηκε – και αυτή είναι μία από τις ελάχιστες βεβαιότητες που έχει – το 1970. Πουλούσε την εργατική του δύναμη επί χρόνια στον έντυπο και τον ηλεκτρονικό Τύπο. Μέχρι που του έπεσε ο ουρανός στο κεφάλι ήταν το μόνο πράγμα που φοβόταν. Τώρα «αναρρώνει» στο Περιοδικό. Ελπίζει, για πάντα.

ola