Απ-αλλοτρίωση: η επιτελεστικότητα στο πολιτικό

Judith Butler-Αθηνά Αθανασίου, εκδόσεις Τόπος

1200x630bf
Γράφει: Γιάννης Ευσταθίου - Ιδέες + Φιλοσοφία - 19/09/2016

Ο διάλογος της Judith Butler με την Αθηνά Αθανασίου, όπως αποτυπώνεται στη συλλογή κειμένων «Απ-αλλοτρίωση: η επιτελεστικότητα στο πολιτικό», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Τόπος, απηχεί τη προτροπή του Marx για «απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών» των όρων ζωής, αλλάζοντας, όμως, ριζικά το εννοιολογικό πλαίσιο. Στον διάλογο αυτόν η έννοια της «απαλλοτρίωσης» ξεδιπλώνεται σε δύο επίπεδα, προβάλλοντας αφενός ως «ετερόνομη συνθήκη της αυτονομίας», αναγκαία και τραυματική προσκόλληση του «υποκειμένου» σε κάποια νόρμα που παράγει την ταυτότητά του σε ένα πλαίσιο συμμεταβαλλόμενων σχέσεων, αφετέρου ως επώδυνη αποστέρηση του παραγόμενου υποκειμένου, από την κανονιστική και κανονικοποιητική εξουσία, βασικών όρων ύπαρξης και νοηματοδότησής του. Με γνώμονα το πρώτο αναλυτικό επίπεδο, δεν υπάρχει ένα  αρραγές, συμπαγές, προ-δεδομένο κυρίαρχο «υποκείμενο», κατά το πρότυπο του λευκού, άντρα, ευρωπαίου πολίτη. Αντίθετα, το υποκείμενο, όπως το θέτει και η λακανική ψυχανάλυση, είναι εξ αρχής διαιρεμένο, ελλειπτικό, εξαρτώμενο από εκ-σωτερικές συνθήκες,  που παράγουν μια διαρκή διαφοροποίηση και απόσταση από τον εαυτό, μια υποκειμενοποίηση. Το δεύτερο αναλυτικό επίπεδο της «απαλλοτρίωσης» στηρίζεται στο πρώτο, καθώς η εξάρτηση της υποκειμενοποίησης από όρους που δεν μπορεί να ιδιοποιηθεί πλήρως, ανοίγει τη δυνατότητα κυριαρχικής αφαίρεσης, «απαλλοτρίωσης» αυτών των όρων, γης, αγαθών, σεξουαλικότητας, στο κατεστημένο πεδίο των κοινωνικών σχέσεων εξουσίας. Η Αθανασίου και η Butler εξετάζουν λοιπόν, παγκόσμιες κινηματικές αντιστάσεις απέναντι στη σύγχρονη κυριαρχική απαλλοτρίωση, με τη δεύτερη έννοια, θέτοντας το ερώτημα των ορίων που θέτει για την ελευθερία της ζωής η καταστατική, υπαρξιακή απ-αλλοτρίωση, με τη πρώτη έννοια.

battler-cover-front-webΟι κινηματικές αντιστάσεις απέναντι στην απαλλοτρίωση της γης, των φυλετικών και έμφυλων ταυτοτήτων, της εργασιακής δύναμης από το κεφάλαιο, δεν εξελίσσονται σε κενό ιστορικό χρόνο, αλλά στην εποχή της επικράτησης μιας «νεοφιλελεύθερης κυβερνολογικής» των «ιδιωτικοποιήσεων», της «χρηματιστικοποίησης», των «οικονομικών πολιτικών της επισφάλειας», της «χρεοκρατίας», της «βιοπολιτικής διαχείρισης της ζωής και του θανάτου» μέσω της επίκλησης μιας «διαρκούς κατάστασης εκτάκτης ανάγκης». Η Αθανασίου και η Butler, ήδη από τη πρώτη τους συνομιλία (Επιτελεστικότητα και Επισφάλεια: Η Τζούντιθ Μπάτλερ στην Αθήνα, εκδόσεις Νήσος) έθεσαν στο επίκεντρο την «επισφαλειοποίηση», το «γίγνεσθαι-επισφαλής» του πληθυσμού, όχι με ισότιμο κοινωνικο-ταξικά τρόπο, αλλά με μια «κοινωνικά κατανεμημένη αναλωσιμότητα». Επισφαλή είναι τα υποκείμενα στα οποία η νεοφιλελεύθερη κυβερνολογική αποδίδει ως «αρμόζουσα θέση τους τη μη ύπαρξη», διανέμοντας με άνισο τρόπο την τρωτότητα και την έκ-θεση του σώματος απέναντι στον κίνδυνο και τη στέρηση, με ορίζοντα το θάνατο. Με αυτή την έννοια, οι συνομιλήτριες διαμορφώνουν μια τροποποιημένη εκδοχή της «γυμνής ζωής» του Agamben, αφού μέσω της έννοιας της «επισφάλειας» καταφέρνουν να αποδώσουν με πιο σχεσιακούς και κοινωνικά σημαίνοντες όρους τη διαδικασία περάσματος από την ορατή, ασφαλή κοινωνική θέση και ύπαρξη στο επαπειλούμενο περιθώριο της κοινωνικο-οικονομικής διαστρωμάτωσης.

Απέναντι στη νεοφιλελεύθερη απαλλοτρίωση της ενσώματης υποκειμενοποίησης από τα μέσα υλικής και συμβολικής παραγωγής της, η Αθανασίου και η Butler εγείρουν την επιτελεστική ισχύ των υποκειμένων, που μέσα από τις πράξεις τους, πράξεις άρνησης της απαλλοτριωτικής ταξινόμησής τους σε καθορισμένες θέσεις, και πράξεις δημιουργίας ή επανεδαφικοποίησης της ταυτότητάς τους σε νέες επιφάνειες ζωής, μπορούν να αναδεχτούν την τρωτότητα και ελλειπτικότητα της υποκειμενικότητάς τους, όχι για να αποδεχτούν μελαγχολικά το πεπρωμένο της έλλειψής τους ούτε για να υποταχτούν παθητικά στις κυρίαρχες ταυτοποιήσεις της εξουσίας, αλλά για να επανανοηματοδοτήσουν τις μορφές ζωής τους, να ξαναγράψουν τα κείμενα και τα σύμβολα, να δημιουργήσουν κοινόχρηστους χώρους και χρόνους υποκειμενοποίησης. Υπό αυτή την έννοια, η υποκειμενική «επισφάλεια» μπορεί να γίνεται δημιουργική, έναντι των δογματικών προκαταλήψεων για το είναι και το έχειν των υποκειμένων, όταν αυτή συγκρούεται με την κυρίαρχη και αθέλητη επισφαλειοποίηση των ζωών από το σύστημα εξουσίας, του εμπορεύματος και του χρήματος-κεφαλαίου, του κρατικού ελέγχου, του φυλετικού και έμφυλου ρατσισμού. Συνεχίζοντας μια μακρά παράδοση που ξεκινά από την επιτελεστική διάσταση της γλώσσας που ανέδειξε ο Austin (How to do things with words), αξιοποιώντας ιδιαίτερα το έργο των Foucault, Derrida, επαναφέροντας στο θεωρητικό προσκήνιο την έννοια της απαλλοτρίωσης των μέσων παραγωγής, αλλά διευρύνοντας τη νοηματική της εμβέλεια μέχρι το επίπεδο των υποκειμενικών νοηματοδοτήσεων, στοχοποιώντας την νεοφιλελεύθερη κυβερνολογική, η Αθανασίου και η Butler επιδιώκουν μια ενοποιημένη θεώρηση των πολύμορφων αντιστάσεων των τελευταίων χρόνων, με εμβληματική μορφή αυτή των πλατειών, με τη συνέργεια των εργατικών και άλλων επιμέρους αγώνων.

col_news_butler2_2318-eb76ae8949b5c1ccafb7225e203dfe2c

Ωστόσο, ακριβώς στο σημείο αιχμής της, η συγκεκριμένη θεώρηση αγγίζει και το σημείο παρακμής, ή ασύνειδης αυτοκριτικής της. Η οριζόντια διαθεματικότητα της προσέγγισης φτάνει να υποβαθμίζει ρητά αυτό που η Αθανασίου και η Butler χαρακτηρίζουν ως «πρωτείο της οικονομίας». Στην εποχή της βαθιάς καπιταλιστικής κρίσης, θεωρούν πως η επι-στροφή του ενδιαφέροντος στα ζητήματα της οικονομίας, από μαρξιστικούς και μη κύκλους, σημαίνει την υποταγή στη νεοφιλελεύθερη κυβερνολογική της «αυτονόμησης του οικονομικού». Καθώς «η οικονομία δεν είναι ζήτημα καθεαυτό οικονομικό», επιμένουν στη θεωρητικοπολιτική υποτίμηση της κριτικής της πολιτικής οικονομίας και των χρηματικών-κεφαλαιακών ροών, ως ανεστραμμένη όψη της θεωρητικοπολιτικής υπερτίμησης της δυνατότητας των κοινοβουλευτικών κυβερνήσεων να δράσουν υπέρ των καταπιεσμένων. Δεν είναι τυχαίο που τόσο η Αθηνά Αθανασίου, όσο και η Butler, στηρίζουν διαρκώς και διακαώς  τον ΣΥΡΙΖΑ και συνεργάζονται τακτικά με το Ινστιτούτο Πουλαντζάς, παρέχοντας την αναγκαία «προοδευτική» δικαιολόγηση στο Κόμμα, παρά το συμβιβασμό του με το κυρίαρχο πλαίσιο καπιταλιστικής, αλλά και πατριαρχικής, φυλετικής-εθνικιστικής εξουσίας αναπαραγωγής ελλήνων και ευρωπαίων «απαλλοτριωτών». Κατά τη γνώμη μας, πρόκειται για τη μοιραία κατάληξη όλων των εκτιμήσεων της υπάρχουσας κατάστασης του παγκόσμιου κεφαλαιοκρατικού συστήματος, που δεν μπορούν να αρθρώσουν ουσιαστικό κριτικό λόγο απέναντι στο χρήμα-κεφάλαιο, αυτό το «φετίχ των φετίχ» τόσο των υλικών αναγκών όσο και των συμβολικών επιθυμιών. Το χρήμα-κεφάλαιο ως κοινωνική σχέση δεν έχει επικρατήσει απλώς στη διαμόρφωση των υλικών όρων διαβίωσης, αλλά και στη διαμόρφωση των διαδικασιών υποκειμενοποίησης. Το χρήμα-κεφάλαιο ήταν αυτό στο οποίο υποτάχτηκε τελικά και ο ΣΥΡΙΖΑ, το χρήμα-κεφάλαιο ήταν ο λόγος που συνεργάστηκε με τους εθνικιστές ΑΝΕΛ, ο λόγος που κλείνει σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και απελαύνει μεταναστευτικά σώματα, ο λόγος που τσακίζει μισθούς και ασφαλιστικά δικαιώματα, ο λόγος που η Αθανασίου και η Butler δεν μπορούν να πια να λογίζονται, δίχως αναστοχασμό, «ριζοσπαστική διανόηση».

Ο «νεοφιλελευθερισμός» δεν είναι παρά μια μετωνυμία της σύγχρονης κεφαλαιοκρατικής απαλλοτρίωσης των ανθρώπινων ζωών, αντί να είναι η «αιτία των δεινών» και το «μοντέλο πολιτικής και διακυβέρνησης» που κάθε αριστεροκοινοβουλευτική, διαχειριστική λογική θέλει σαν σκιάχτρο να στοχοποιεί, για να νομιμοποιεί τον εαυτό της προσαρμοζόμενη και αυτή, τελικά, στον ολοκληρωτικό καπιταλισμό.