«Αυτός ο ίδιος ο Χατσατουριάν...

... ο οποίος, ως γνωστόν, στάλθηκε στη Σιβηρία»..!

| 09/06/2018

Αν ζούσε, στις 6 Ιούνη θα συμπλήρωνε… τα 113 του χρόνια. Μας «εγκατέλειψε» όμως πολύ νωρίτερα. Την Πρωτομαγιά του 1978. Αφήνοντας πίσω του ένα έργο που τον καθιστά ως έναν, κατά κοινή ομολογία, σημαντικότερους συνθέτες του 20ού αιώνα. Ο Αράμ Χατσατουριάν, αυτό το «τρομερό παιδί» του σοβιετικού συστήματος καλλιτεχνικής παιδείας, έχει αφήσει ανεξίτηλη την «σφραγίδα» του στην παγκόσμια κουλτούρα.

Η ζωή, το έργο και η κοινωνική δράση αυτού του εκπληκτικού δημιουργού δεν αντανακλούν μόνο μια μουσική μαεστρία, έργα της οποίας στολίζουν το ρεπερτόριο όλων των σπουδαίων ορχηστρών του κόσμου. Αποτελούν, ταυτόχρονα και αξεδιάλυτα, ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της σοσιαλιστικής αντίληψης για την καλλιτεχνική παιδεία, για την προσφορά στο νέο άνθρωπο όλων των δυνατοτήτων ώστε να κατακτήσει τη γνώση και να καλλιεργήσει το προσωπικό ταλέντο.

Ο Χατσατουριάν εντάχθηκε δικαίως στο πάνθεον των μεγάλων συνθετών, ανάμεσά τους συμπατριώτες και ομότεχνούς του, «ιερά τέρατα», όπως ο Προκόφιεφ και ο Σοστακόβιτς. Αλλωστε, ο σεβασμός που έτρεφε και για τους δύο τους ήταν μεγάλος. «(…) Ολοι μας προσπαθούμε να σε προφτάσουμε, αν και είναι αδύνατο. Είσαι ο ηγέτης μας και, το θέλεις δεν το θέλεις, μας οδηγείς. Η ιστορική σου αποστολή είναι τεράστια (…)», έγραφε σε γράμμα του στον Σοστακόβιτς. Ενώ στο γράμμα του στον Προκόφιεφ με αφορμή την εκατοστή παράσταση του μπαλέτου «Σταχτοπούτα» του τελευταίου, ο Χατσατουριάν δεν μπορεί να κρύψει το θαυμασμό του: «(…) Είναι δύσκολο να εκφράσω την απόλαυση που νιώθεις ακούγοντας τη μουσική της «Σταχτοπούτας” (…) Είστε εκπληκτικός συνθέτης (…)».

Γεννημένος το 1903 σε μια πόλη κοντά στην Τιφλίδα της Γεωργίας, σε αρμένικη οικογένεια, ο Χατσατουριάν έδειξε ενδιαφέρον για τη μουσική από πολύ μικρός, αλλά μόλις στα 19 του έμαθε να διαβάζει και να γράφει νότες, όταν φτάνει το 1922 στη Μόσχα και φοιτά σε μουσικό σχολείο στην τάξη του βιολοντσέλου. Ταυτόχρονα, ο μελλοντικός συνθέτης σπουδάζει βιολογία στο Πανεπιστήμιο της Μόσχας.

προκοωιεφ-σοστακοβιτς-χατσατουριαν

Προκόβιεφ, Σοστακόβιτς, Χατσατουριάν

Το ταλέντο του ανθίζει αμέσως. Σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, όχι μόνο κάλυψε το γνωσιολογικό θεωρητικό κενό στη μουσική που είχε σε σχέση με τους συμμαθητές του, αλλά καταφέρνει να ενταχθεί μεταξύ των καλύτερων σπουδαστών, γεγονός που του δίνει τη δυνατότητα να συμμετάσχει στις σπουδαστικές συναυλίες στις αίθουσες του επιβλητικού Ωδείου της Μόσχας. Η «μοίρα» του ως συνθέτη «σφραγίζεται» το 1925 όταν στη σχολή δημιουργείται τάξη σύνθεσης. Εκεί παίρνει τα πρώτα μαθήματα και το 1929 εισάγεται στο Κρατικό Ωδείο της Μόσχας, όπου και «σμιλεύεται» σαν συνθέτης κοντά στον σπουδαίο μουσικό παιδαγωγό Νικολάι Γιάκοβλεβιτς Μιασκόβσκι.

Καταλυτική θα είναι η γνωριμία του με τον Προκόφιεφ, το 1935, όταν ο τελευταίος επισκέφθηκε την τάξη του Μιασκόβσκι. Ο νεαρός Χατσατουριάν «αιχμαλωτίζεται» από το έργο του σπουδαίου μουσουργού, αλλά και ο Προκόφιεφ δείχνει ενδιαφέρον για τα έργα του Χατσατουριάν , σε σημείο να τα πάρει μαζί του στο Παρίσι όπου και παίχτηκαν.

Το πρώτο δημοσιευμένο έργο του ήταν ο «Χορός» για βιολί και πιάνο. Σιγά σιγά ο συνθέτης περνά από τις μικρότερες στις μεγαλύτερες φόρμες και το 1932 «γεννιέται» η σουίτα για πιάνο, το πρώτο μέρος της οποίας, η «τοκάτα», γίνεται διάσημο και εντάσσεται στο ρεπερτόριο πολλών πιανιστών. Μέχρι το 1940 θα γράψει την 1η Συμφωνία και τα κονσέρτα με ορχήστρα και πιάνο και για βιολί που αφήνουν έντονο το μουσικό – αισθητικό «αποτύπωμά» τους στη σύγχρονη συμφωνική μουσική.

Στον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο ο Χατσατουριάν συνθέτει τη 2η Συμφωνία και το μπαλέτο «Γκαγιάνε», έργα που εμπνέονται από τον αγώνα ενάντια στον ναζί εισβολέα. Το 1944 συνθέτει τον κρατικό ύμνο της Σοβιετικής Δημοκρατίας της Αρμενίας. Το 1954 ολοκληρώνει το διάσημο μπαλέτο του «Σπάρτακος». Οι επόμενες δεκαετίες είναι άκρως δημιουργικές, με τον συνθέτη να γράφει μουσική και για το θέατρο («Χορός μεταμφιεσμένων» του Λέρμοντοφ, «Μάκβεθ» και «Βασιλιάς Ληρ» του Σαίξπηρ κ.ά.). Από το 1950 δίνει πολλές συναυλίες στην ΕΣΣΔ και το εξωτερικό ως διευθυντής ορχήστρας και διδάσκει σύνθεση στο Ωδείο της Μόσχας.

«Ακούτε Μπαχ στην ΕΣΣΔ;»..!

Το έργο του βραβεύεται στην πατρίδα του και στο εξωτερικό και γίνεται μέλος πολλών καλλιτεχνικών ακαδημιών διαφόρων χωρών. Απέσπασε πέντε Κρατικά Βραβεία της ΕΣΣΔ, το Βραβείο Λένιν το 1959 και πλήθος παρασήμων, μεταλλίων και άλλων βραβείων.

Δημιουργοί του βεληνεκούς του Χατσατουριάν αποτέλεσαν ταυτόχρονα και τους καλύτερους «πρεσβευτές» της κουλτούρας του σοβιετικού κράτους. Το γεγονός αυτό αποτέλεσε, ταυτόχρονα, και «αιτία» να ξεδιπλωθεί το αντικομμουνιστικό μένος των καπιταλιστικών χωρών, ενίοτε με τραγελαφικό, όσο και απλώς ηλίθιο τρόπο, όπως ήταν βασικά αυτός ο τρόπος κατά τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες. Ο ίδιος ο συνθέτης διηγείται σχετικές εμπειρίες του από την επίσκεψη στην Ιταλία, οι οποίες είναι χρήσιμες για εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά με τις «καταβολές» του ήθους και του ύφους και του σημερινού αντικομμουνισμού.

Θυμάται, λοιπόν, ο Χατσατουριάν με λανθάνουσα, πλην φανερή, ειρωνεία: «Η αντίληψη των Ιταλών για τη μουσική ζωή στη Σοβιετική Ενωση, ενίοτε έχει εντελώς φανταστικό χαρακτήρα. Ετσι, για παράδειγμα, σε μια από τις συνεντεύξεις Τύπου, ένας γνωστός μουσικός κριτικός, μου έθεσε την εξής ερώτηση: «Ακούγεται στη Σοβιετική Ρωσία η μουσική του Μπαχ και του Μπετόβεν;”»!

Και σε άλλο σημείο: «Μερικές εφημερίδες, αναφερόμενες στην άφιξή μου, θεώρησαν απαραίτητο να εκφράσουν την έκπληξή τους ότι στην Ιταλία έφτασε αυτός ο ίδιος ο Χατσατουριάν , ο οποίος, μετά από απόφαση της ΚΕ του κόμματος των μπολσεβίκων, «ως γνωστόν, στάλθηκε στη Σιβηρία”»…