Ασλί Ερντογάν: Μήτε κι η σιωπή είναι πια δική σου

Γράφει ο Αντώνης Ν. Φράγκος - Βιβλία του μήνα, Λογοτεχνία + Ποίηση - 05/02/2018

Είναι πολύ γνωστή, πλέον, η περίπτωση της Ασλί Ερντογάν, της συγγραφέως από την γειτονική Τουρκία που συνελήφθη πάνω στο πραξικόπημα το καλοκαίρι του ‘16 μαζί με δεκάδες χιλιάδες άλλους. Καταξιωμένη λογοτέχνης, μεταφρασμένη σε πάνω από είκοσι γλώσσες, ακτιβίστρια και δεινή χρονικογράφος  δημοσιεύει σε εφημερίδες πολλά κριτικά άρθρα για την πολιτική του καθεστώτος Ερντογάν.

Ο τίτλος του βιβλίου, «Μήτε κι η σιωπή είναι πια δική σου» (Εκδ. Ποταμός) -σε καλή μετάφραση και κατατοπιστική εισαγωγή Ανθής Καρρά- είναι δανεισμένος από την «Γυμνοπαιδία Β’» του Γιώργου Σεφέρη, τον οποίον αγαπά. Μαζί με τον Ρίτσο και τον Καβάφη. Πρόθεση της λογοτέχνιδας είναι όχι μόνο να πληροφορήσει για τα πολιτικά τεκταινόμενα αλλά και να μεταδώσει συναισθήματα οργής και θλίψης για την φρίκη που βιώνει η ίδια. Αναφερόμαστε σε 22 επιφυλλίδες που δημοσίευσε η Ερντογάν μεταξύ Απρίλη ’14 και Αυγούστου ’16 στην -φίλα προσκείμενη στους Κούρδους- δίγλωσση  εφημερίδα «Özgür Gündem» («Ελεύθερο προσκήνιο της επικαιρότητας»).

Εντόνως αντίθετη με την καθεστωτική πολιτική, την έκλεισαν, όπως και τόσες άλλες, ένα μήνα μετά την απόπειρα των στρατιωτικών με την κατηγορία πως ήταν «όργανο προπαγάνδας της τρομοκρατικής οργάνωσης PKK» -του Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν. Αμέσως μετά συνέλαβαν την συγγραφέα μαζί με τους δημοσιογράφους της εφημερίδας αν και ως σύμβουλος δεν έχει καμιά -σύμφωνα με το νόμο- ευθύνη. Αιτία για την κατηγορία σε συμμετοχή σε «τρομοκρατική οργάνωση» και για «δραστηριότητες που απειλούν την ακεραιότητα του κράτους» τέσσερα κείμενά της, δύο εκ των οποίων περιέχονται στην παρούσα έκδοση. Στην φυλακή έμεινε έως το τέλος του 2016, ελευθερώθηκε υπό όρους ενώ πριν λίγους μήνες πήρε πίσω το διαβατήριό της και βγήκε στην Ευρώπη όπου και διαμένει έκτοτε. Οι βαρύτατες κατηγορίες παραμένουν όπως και η δίκη της στο άμεσο μέλλον.

Τώρα, τα άρθρα στο βιβλίο μοιάζουν να έχουν μιαν οργανική συνέχεια -σπαράγματα του ενός εισχωρούν στο επόμενο, φράσεις επαναλαμβάνονται στο επόμενο, συνδέουν τα γεγονότα και τα συνεχίζουν, λες και η Ερντογάν θέλει να φέρνει διαρκώς στην επιφάνεια εικόνες που την έχουν στοιχειώσει. Μίνιμαλ κείμενα που εξελίσσονται αργά, βασανιστικά, μεταδίδοντας πληροφορίες και συναισθήματα: Την ημέρα του πραξικοπήματος στους έρημους δρόμους της πόλης, ύστερα από βροχή εκρήξεων και σφαιρών, «τα συναισθήματα ή και οι εμπειρίες έρχονται αργότερα, πολύ αργά. Ψυχραμένα, κατασταλαγμένα αγνώριστα… Ορθώνονται και μπήγονται σαν αγκάθια, γιατί δεν μπόρεσαν να βρούνε κόγχη του εαυτού μας να φωλιάσουν. Κι ο χρόνος που έμεινε στριμωγμένος και γλύτωσε απ’ τον πάτο του τοίχου, με προσπερνά με γρήγορο βήμα, απωθεί στο δικό του τέλος.  Όπου  να  ‘ναι ξημερώνει, ξεφτίζει η μάσκα  του σκοταδιού χωρίς κανένα πρόσωπο  να προβάλλει από πίσω της… Περνώ σαν φάντασμα τους δρόμους απ’ όπου είχα έρθει, ίδιες λεωφόροι, γνώριμοι και οικείοι δρόμοι, έχουν θαρρείς μακρύνει όμως και στενέψει, έχουν παραμορφωθεί… Προσπαθώ να μην γίνομαι ει δυνατόν ορατή, να διαλύομαι, να διαχέομαι  μες στο σκοτάδι  που αραιώνει, να γίνομαι ένα με τις σκιές… Σαν κάποιος άγνωστος να μ’ αγκάλιασε και να πέθανε, κρυώνω πολύ σ’ αυτό τον αφόρητα βαρύ, ξυλιασμένο εναγκαλισμό, κρυώνω τόσο που δεν μπορεί να το χωρέσει ο νους μου τη νύχτα αυτή του Ιούλη, ποιος ξέρει πόσες ώρες τώρα τρέμω.» Αλλά εκεί που η αφήγηση αποκτάει τεράστια ψυχική ένταση είναι η δίκην,  επαναλαμβανόμενου σε πολλά κείμενα, ρεφραίν- εν είδη λειτουργικής μάντρα- εικόνα της καμένης γνάθου, ότι απέμεινε από ένα δωδεκάχρονο παιδί που βρέθηκε σε υπόγειο της κουρδικής πόλης Τζιζρέ κατόπιν επέμβασης του τούρκικου στρατού: «Η Τουρκία διέπραξε ένα φοβερό έγκλημα. Δεν δολοφόνησε μονάχα αμάχους, δολοφόνησε αμάχους που κρατούσαν λευκές σημαίες· δεν δολοφόνησε μόνο παιδιά, δολοφόνησε και παιδιά τραυματισμένα που τα ασθενοφόρα προσπαθούσαν να τα μεταφέρουν στα νοσοκομεία· δεν έκαψε απλώς όσους τραυματίες στρίμωξε στα υπόγεια, αλλά και το καυχήθηκε… Απαγόρευσε, λιντσάρισε, φυλάκισε, πολιόρκησε με μεγάλες στρατιωτικές δυνάμεις και με τανκς, γάζωσε με τα τανκς και τα κανόνια της τη λέξη «Ειρήνη».»

Ίσως τα αποσπάσματα να αδικούν το ύφος της Ερντογάν, καθώς έντονη είναι η ποιητικότητα των εκφράσεων σε όλα τα κείμενά της παρά τις σκληρές εικόνες που τα διατρέχουν. Γιατί πώς να κάνεις απλά ποίηση σε μια χώρα που τα τελευταία δυο χρόνια έχουν συλληφθεί 50.000 άνθρωποι, 150 χιλιάδες έχουν χάσει την δουλειά τους, 2.500 δικαστές και εκατοντάδες δημοσιογράφοι, πανεπιστημιακοί και διανοούμενοι βρίσκονται επίσης στις φυλακές για ανυπόστατες κατηγορίες για μην πούμε πόσες εφημερίδες έχουν κλείσει. Υπό το «καθεστώς έκτακτης ανάγκης» οι άνθρωποι συλλαμβάνονται ακόμη και για ένα tweet. Βεβαίως, η Ευρώπη φρόντισε να της απονείμει διάφορα βραβεία για το σθένος της αλλά ξέχασε πως μερικά κράτη, όπως πχ η Γερμανία, πουλάνε όπλα και τεχνολογία στην Τουρκία με τα οποία καταστέλλει τα δημοκρατικά  κινήματα.