Βαν Γκογκ, ο πρωτεργάτης του Εξπρεσιονισμού

| 06/02/2018

Ο Βίνσεντ Βίλεμ βαν Γκογκ γεννιέται στις 30 Μαρτίου του 1853 στο χωριό Groot Zundert, στη Βόρεια Βραβάντη της Ολλανδίας. Είναι το πρώτο παιδί του προτεστάντη πάστορα Τεόντορους βαν Γκογκ και της συζύγου του Άννα, το γένος Carbentus. Σε ηλικία δεκαέξι ετών πηγαίνει στη Χάγη για να εργαστεί στον παρισινό οίκο τέχνης Goupil & Cie. Το 1870 περνά μερικές μέρες με τον αδελφό του Τεό στη Χάγη και αυτό σηματοδοτεί την αρχή της αλληλογραφίας ανάμεσά τους. Τρία χρόνια αργότερα ο Τεό διορίζεται στο υποκατάστημα του οίκου Goupil στις Βρυξέλλες, ενώ ο Βίνσεντ εργάζεται στο υποκατάστημα του Λονδίνου. Το Μάιο του 1875 ο Βίνσεντ παίρνει μετάθεση στο Παρίσι και εκεί επισκέπτεται τα μουσεία και γνωρίζει το έργο του Κορό και των Ολλανδών ζωγράφων του 17ου αιώνα. Όμως το 1876  παραιτείται λόγω ψυχικής κατάπτωσης και ξεκινάει μια περίοδος αναζητήσεων και εσωτερικών ψυχικών διεργασιών.

Στα τέλη Αυγούστου του 1878 πηγαίνει στο Laeken κοντά στις Βρυξέλλες για να παρακολουθήσει μαθήματα σε σχολή ευαγγελιστών. Παρά το γεγονός ότι κρίνεται ακατάλληλος για ιεροκήρυκας από τη  σχολή,  λίγο αργότερα προσλαμβάνεται για έξι μήνες ως ιεροκήρυκας στο Wasmes, περιοχή ανθρακωρυχείων κοντά στο Mons. Αρχίζει να ζωγραφίζει και φιλοτεχνεί πολλά σχέδια εργατών τα οποία έμειναν στη μνήμη του ακόμα και τρία χρόνια αργότερα.

Οι άθλιες συνθήκες εργασίας στην περιοχή των ανθρακωρυχείων τον κάνουν να θέλει να μοιραστεί τη ζωή μαζί τους, κατοικεί σε καλύβα, κοιμάται στο πάτωμα και νηστεύει. Πολλές φορές κατεβαίνει στις στοές των ανθρακωρυχείων για να κάνει κήρυγμα. Ο Βίνσεντ διαβάζει φανατικά τον βικτοριανό ιστορικό Τόμας Καρλάιλ  ο οποίος κηρύττει τη «φιλοσοφία του μεταχειρισμένου ρούχου», θεωρεί ότι τα πραγματικά μεταχειρισμένα ρούχα αντανακλούν τον πόνο και τα πάθη των ανθρώπων και όχι οι επίσημες φορεσιές. Η συναισθηματική συμμετοχή του στα έργα είναι αυτό που τα διαφοροποιεί από παρόμοιες απεικονίσεις της εποχής.

 Το 1881 πηγαίνει στη Χάγη και φιλοτεχνεί τις πρώτες του ελαιογραφίες και υδατογραφίες υπό την επίβλεψη του Άντον Μωβ και αργότερα εγκαθίσταται στη Βραβάντη και ζωγραφίζει θέματα από την αγροτική ζωή.

Για τον Βαν Γκογκ η φύση είναι αγαλήνευτη και παλλόμενη μέχρι το τελευταίο της μόριο όπως ακριβώς η ζωή του, η οποία υπήρξε ταραχώδης και άστατη. Τα πιο ήρεμα θέματα της φύσης όπως ένα χωράφι, ένα λουλούδι, ένα δέντρο, μετατρέπονται σε οργιώδεις φόρμες μεγάλης χρωματικής έντασης, που πάλλονται διαρκώς με αγωνιώδη τρόπο και αποκαλύπτουν την ασταθή ισορροπία τους μέσα στο χωροχρονικό συνεχές. Η γεμάτη πάθος μοναχική εικαστική διαδρομή του επιζητεί να κατανοήσει το μεγάλο μυστήριο πίσω από κάθε φυσική  μορφή. Βαθιά επιθυμία του επίσης αποτελεί η αναζήτηση του απόλυτου και η μύηση του θεατή σε αυτή.

Το Μάρτιο του 1886 μεταβαίνει στο Παρίσι και μένει στο σπίτι του  αδερφού του, γίνεται φίλος με τον Τουλούζ Λωτρέκ και γνωρίζει τους Μονέ, Σισλέ, Πισαρό, Ντεγκά, Ρενουάρ, Σερά και Σινιάκ. Τον επόμενο χρόνο γνωρίζει τον Γκωγκέν και οργανώνει με τους Μπερνάρ, Ανκετέν και Τουλούζ Λωτρέκ μια έκθεση.

Το Φεβρουάριο του 1888 εγκαθίσταται στην Άρλ και νοικιάζει το «κίτρινο σπίτι». Αδημονώντας για την άφιξη του Γκωγκέν (έμεινε από τον Οκτώβριο μέχρι το Δεκέμβριο) ο Βαν Γκογκ τακτοποιεί με ιδιαίτερη φροντίδα το σπίτι. Σε αυτή την περίοδο ανήκει η πρώτη εκδοχή του πίνακα που απεικονίζει το υπνοδωμάτιό του. Το θέμα τού υπνοδωματίου φιλοτεχνήθηκε σε τρεις εκδοχές. Την τρίτη εκδοχή ζωγραφίζει όταν νοσηλεύεται στην κλινική στο Σεν Ρεμί ντε Προβάνς όπου μετέβει οικειοθελώς τον Μάιο του 1889 γνωρίζοντας την ασθένειά του η οποία κορυφώθηκε όταν κατά τη διάρκεια ενός καβγά που είχε με τον Γκωγκέν έκοψε το αυτί του. Ύστερα από αυτό το γεγονός επήλθε οριστική ρήξη και απομάκρυνση μεταξύ τους. Ο Βίνσεντ βιώνει την αναχώρηση του Γκωγκέν με τραυματικό τρόπο, ως εγκατάλειψη, καθώς είναι βυθισμένος στις φοβίες και τη δυσκολία του να επικοινωνήσει με τους ανθρώπους. Το «υπνοδωμάτιο» μοιάζει να είναι η ανάμνηση των ευτυχισμένων ημερών στην Άρλ με τον Γκωγκέν. Όπως γράφει στον αδελφό του Τεό «Κοιτώντας τον πίνακα, το πνεύμα ή μάλλον η φαντασία πρέπει να ξεκουράζεται…» και «ακόμα και οι διαστάσεις των επίπλων πρέπει να εκφράζουν την απόλυτη ξεκούραση».

Η ζωγραφική αποτελεί για τον Βαν Γκογκ το μοναδικό μέσο έκφρασης και επικοινωνίας με τον κόσμο. Θα ζωγραφίσει εξακόσια πενήντα έργα μεγάλης εκφραστικής δύναμης και φοβερής έντασης σε τέσσερα χρόνια.  Ο Βαν Γκογκ πιστεύει πάρα πολύ στην υλική καθαρότητα των χρωμάτων τα οποία του δίνουν κίνητρο να βρει μια εσωτερική σχέση. Επίσης, η φύση τον συγκινεί βαθύτατα και όπως γράφει στον Albert Aurier «Τα συναισθήματα που με κυριεύουν μπροστά στη φύση είναι ικανά να με κάνουν να παραλύσω». Επιθυμεί μια τέχνη μοντέρνα ως προς το συναίσθημα και την έκφραση, απαλλαγμένη από ακαδημαϊκά πρότυπα, να απεικονίζει την ίδια τη ζωή μέσα από τις αντιθέσεις των χρωμάτων και των φορμών και να αποκαθιστά μία ενότητα στο ανθρώπινο συναίσθημα και τη φυσική πραγματικότητα. Μια νέα εικαστική ριζοσπαστική γλώσσα, μια νεωτερική δύναμη που επηρέασε με καταλυτικό τρόπο τους μεταγενέστερους ζωγράφους και άνοιξε το δρόμο για τον Εξπρεσιονισμό. Ένας πρωτεργάτης του Εξπρεσιονισμού, που αντιλαμβάνεται τον πόνο του κόσμου και το μυστικιστικό χαρακτήρα της φύσης και τα εκφράζει μέσα από το ονειρικό και φαντασιακό του σύμπαν. Η τέχνη δεν αναπαριστά τη ζωή, είναι η ίδια η ζωή.

Την άνοιξη του 1890 ο Τεό του αναφέρει το όνομα του γιατρού Πολ Γκασέ που είναι παθιασμένος με την τέχνη, ως συλλέκτης αλλά και ως ερασιτέχνης ζωγράφος. Ο καλλιτέχνης τον γνωρίζει και σταδιακά αρχίζει να τον εμπιστεύεται και να εξαρτάται από αυτόν. Ο γιατρός αρχίζει να εκπροσωπεί τον τέλειο φίλο που απέτυχε να βρει στον Γκωγκέν. Η προσωπογραφία του δόκτορος Πολ Γκασέ είναι μια συμβολική απεικόνιση, είναι η ενσάρκωση των εσωτερικών του αναζητήσεων, η λυπημένη του έκφραση αποτελεί την πεμπτουσία της ψυχής του καλλιτέχνη. Τη σύντομη αυτή περίοδο που μένει στην Οβέρ- σιρ- λ’ Ουάζ  φιλοτεχνεί εβδομήντα πίνακες και πολλά σχέδια. Ζωγραφίζει την εκκλησία της Οβέρ, ένα κτήριο του 13ου αιώνα, με μια ιδιαίτερα νεωτερική οπτική, η παραμόρφωση της εικόνας αντικατοπτρίζει την ψυχική του κατάσταση. Ένα  έργο μεγάλης δυναμικής που συνδυάζει την  πραγματικότητα με τη φαντασία με εξαιρετικό τρόπο.

Στις 27 Ιουλίου 1890 πηγαίνοντας να ζωγραφίσει στους αγρούς αυτοπυροβολείται στην κοιλιά και πεθαίνει μετά από τρεις μέρες.

Στο ξεκίνημα της σύντομης αλλά παραγωγικής εικαστικής του διαδρομής έγραψε στον αδελφό του «Ποιος είμαι εγώ στα μάτια του περισσότερου κόσμου; Ένας τιποτένιος, ένας απόβλητος ή ένας ιδιόρρυθμος, κάποιος που δεν έχει θέση στην κοινωνία, ούτε θα μπορέσει να αποκτήσει ποτέ, με δυο λόγια, ο πιο άθλιος από τους άθλιους. Ε, λοιπόν ακόμη κι αν αυτό είναι αλήθεια, θα ήθελα τα έργα μου να δείξουν τι υπάρχει στην καρδιά αυτού του απόβλητου, αυτού του τιποτένιου».


Πηγές