Στήλη: Βιβλία + Συζητήσεις

Βιβλία για τα 100 χρόνια από την ένδοξη Οκτωβριανή επανάσταση  - Α’ Μέρος

| 04/12/2017

Η εισαγωγική διακήρυξη των Μάρξ και Ένγκελς στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο δεν φαίνεται να απηχεί στις μέρες μας την ευρύτερη κοινωνική κατάσταση. Το φάντασμα που πλανιέται τούτο τον καιρό πάνω απ’ την Ευρώπη μοιάζει περισσότερο με εκείνο του εθνολαϊκισμού και του φασισμού. Βέβαια, αν κρίνουμε από τις πολιτικές παρεμβάσεις που κατά καιρούς διαβάζουμε -για την μαύρη βίβλο του κομμουνισμού ή εσχάτως για την μάζωξη στην Εσθονία στο «συνέδριο των εγκλημάτων που διαπράχθηκαν από τα κομμουνιστικά καθεστώτα»- καταλαβαίνουμε πως καθώς δεν υπάρχει προοπτική στο καπιταλιστικό καθεστώς με την όλο και περισσότερο διευρυνόμενη φτώχια αλλά και με την αυξανόμενη βία που αντιμετωπίζει τις αντιδράσεις των ανθρώπων, τότε καταλαβαίνουμε πως η συνεχής επίκληση κατά του κομμουνισμού δείχνει τον απέραντο φόβο των ελίτ απέναντι στο ενδεχόμενο επιστροφής του, καθώς κάθε άλλη εναλλακτική λύση που προσπάθησαν να εφαρμόσουν- σοσιαλδημοκρατία κτλ- έχει από καιρό τελειώσει.

Με αυτά στη σκέψη έχουμε εδώ και καιρό ξεκινήσει να διαβάζουμε βιβλία που εκδόθηκαν φέτος και αναφέρονται στην Οκτωβριανή Επανάσταση και γύρω από αυτήν. Οι εκδόσεις των βιβλίων αυτών συνεχίζονται ακόμα. Η συνδυασμένη ανάγνωσή τους βοηθάει στην παραπέρα κατανόηση των αιτιών και των διαδικασιών των ημερών που συγκλόνισαν τον κόσμο. Όπως και των προοπτικών που είχε η επανάσταση. Γράφει ο Έρικ Χομπσμπάουμ στην «Εποχή των Άκρων» (Εκδ. Θεμέλιο) για τον σύντομο 20ο Αιώνα: «Η ριζοσπαστικοποιημένη φουσκοθαλασσιά των οπαδών τους, αναπόφευκτα ώθησε τους Μπολσεβίκους προς την κατάληψη της εξουσίας. Στην πραγματικότητα, όταν έφθασε η στιγμή δε χρειαζόταν κανείς να καταλάβει την εξουσία, αλλά απλώς να την μαζέψει… Κανείς δεν είχε απομείνει για να υπερασπίσει την Προσωρινή Κυβέρνηση που απλώς διασκορπίστηκε στον αέρα». Είναι όντως αυτό που χαρακτηρίζει απολύτως την Επανάσταση του ’17, η τεράστια πίεση των μαζών καθώς από κομπάρσοι μεταμορφώνονταν σε πρωταγωνιστές της ιστορίας.


Και ο Λένιν με τα αλλεπάλληλα κείμενά του, τον Σεπτέμβρη και τον Οκτώβρη του ’17, τα οποία, όπως γράφει ο Βίκτορ Σερζ στο «Έτος Ένα της Ρώσικης Επανάστασης» (Εκδ. Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο), σε μετάφραση Παρασκευά Ψάνη (ήδη στην Β΄ έκδοσή του), παρακάμπτουν πολλές φορές την διστακτική Κεντρική Επιτροπή των Μπολσεβίκων απευθυνόμενα στις Επιτροπές της Μόσχας και της Πετρούπολης. Μέσα από τα κείμενα αυτά δηλώνει πως, για στεφτεί με επιτυχία η εξέγερση, «πρέπει να βασίζεται σε έναν λαϊκό επαναστατικό ξεσηκωμό. Πρέπει να έρθει ακριβώς στο ιστορικό σημείο καμπής μιας αναπτυσσόμενης επανάστασης, εκείνη τη στιγμή που η δράση μαζών φθάνει στην κορύφωση, κι όταν οι δισταγμοί στο εχθρικό στρατόπεδο κι ανάμεσα στους ψεύτικους φίλους της επανάστασης, τους διπρόσωπους και δειλούς, κορυφώνονται». Το ιστορικό δοκίμιο του  Σέρζ –που φθάνει στην Πετρούπολη αρχές του 1919- καλύπτει την περίοδο από την εξέγερση του Οκτώβρη του ’17 μέχρι την αιματηρή καταστολή των Γερμανών Σπαρτακιστών και τις δολοφονίες της Ρόζας Λούξεμπουργκ και του Καρλ Λίμπκνεχτ, το ’19, στο Βερολίνο. Είναι, δε, γραμμένο το 1930 με τέτοια ζωντάνια αλλά και με σημαντικές λεπτομέρειες, ώστε αποτελεί ίσως, μία από τις πιο σπουδαίες μαρτυρίες για το μεγάλο αυτό κοινωνικό γεγονός, ενός που έζησε από κοντά την υπόθεση. Οργανωμένο σε δέκα κεφάλαια που χωρίζονται και αυτά σε μικρότερα μέρη που το καθένα συνδέεται χρονικά με το άλλο. Ο συγγραφέας της συγκλονιστικής «Υπόθεσης Τουλάγιεφ»– που επανακυκλοφορεί απ’ τις εκδόσεις Θύραθεν– έχει ήδη υποστεί τις πρώτες διώξεις από το σταλινικό καθεστώς, που κατόπιν του στοίχισαν και μια τρίχρονη εξορία, πριν τον απελάσουν λόγω της αναγνώρισής του στο εξωτερικό ως γαλλόφωνου συγγραφέα. Ο Σερζ ονοματίζει έτος μηδέν το ’17 λειτουργώντας συμβολικά, όπως τότε στην Γαλλική Επανάσταση, με την πλήρη ανατροπή ακόμη και του χρόνου. Μιλά για την ιδιοφυία του Λένιν, τις διαθέσεις εργατών και στρατιωτών, περιγράφει εν θερμώ αλλά τεκμηριωμένα τις διάφορες περιόδους -τις αντιφάσεις, τις διαφωνίες και τις στρατηγικές των Μπολσεβίκων- και δεν κουράζεται να σημειώνει πως είναι το κόμμα που συνταίριαξε όλο αυτό το κοινωνικό χάος και το μεταμόρφωσε συνειδητά σε σοσιαλιστική επανάσταση. Είναι ο πολιτικός οργανισμός που έπιασε το νήμα και ένωσε τις διαθέσεις των υποτελών τάξεων. είναι αυτό που έδωσε προοπτική -γη, ειρήνη, ψωμί- για την έφοδο στον ουρανό. Ο Σερζ τονίζει την τεράστια- κατ’ αυτόν- σημασία του κόμματος νέου- τότε- τύπου ως το νευρικό σύστημα της επανάστασης, που χωρίς την παρουσία του τίποτα δεν θα ήταν εφικτό. Και τα γράφει αυτά σε μιαν εποχή όπου στο κόμμα εδραιώνεται η κυριαρχία του Στάλιν.

Ανάμεσα στα βιβλία που γράφτηκαν πολύ πρόσφατα ξεχωρίζει και αυτό του Άγγλου China Miéville, «Οκτώβρης: Η Ιστορία της Ρώσικης Επανάστασης» (Εκδ. Μεταίχμιο) σε κάλλιστη μετάφραση του Γιώργου- Ίκαρου Μπαμπασάκη. Εκδόθηκε, μόλις, πριν λίγους μήνες και γι’ αυτό περιέχει στοιχεία που ήρθαν στο φως μετά την πτώση του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού». Ο Miéville, γνωστός συγγραφέας της φανταστικής λογοτεχνίας, με αρκετά βραβεία στο ενεργητικό του, δομεί το βιβλίο του ανά μήνα, απ’ τον Φλεβάρη του ’17 με την εξέγερση ενάντια στο τσαρικό καθεστώς έως και τον μεγάλο Οκτώβρη. Από την αρχή ο συγγραφέας δηλώνει πως είναι μεροληπτικός υπέρ της επανάστασης –ήταν μέλος του SWP της χώρας του αλλά τώρα συμμετέχει σε μια ανεξάρτητη σοσιαλιστική πλατφόρμα. Το αφήγημα διαβάζεται απνευστί καθώς ο τεχνίτης γραφιάς διατρέχει τα μονοπάτια και τις διασταυρώσεις του ιστορικού χρόνου χωρίς περιττές πληροφορίες αλλά κρατώντας, κυριολεκτικά, την ουσία. Αναδεικνύει τις πάμπολλες αμφιταλαντεύσεις των Μπολσεβίκων που πάλευαν με τις αντιφάσεις τους -φυσικά και του Λένιν, που δίνει τεράστια μάχη μέσα στο κόμμα να πείσει πρωτοκλασάτα στελέχη για την άμεση κατάληψη της εξουσίας την οποία οι εξεγερμένες μάζες την προσφέρουν, κυριολεκτικά, στους Μπολσεβίκους! Οι εργάτες και οι στρατιώτες που άλλαζαν, που ριζοσπαστικοποιούνταν ραγδαίως, «η διάθεση του πλήθους μεταδιδόταν από τον ένα στον άλλο σαν κύμα θερμότητας, σαν αυθόρμητο ξέσπασμα γέλιου, χαράς ή θυμού». Εκεί που επιμένει ο Miéville είναι στις συλλογικές διαδικασίες μέσα στην Κ.Ε. του κόμματος αλλά και σε διάφορες επιτροπές, στις ψηφοφορίες στις οποίες ο Λένιν συχνά ήταν μειοψηφία και στην πολεμική του να περάσει τις απόψεις του με επιχειρήματα. Ακόμη και λίγες ημέρες πριν την τελική εξέγερση, οι Κάμενεφ και Ζινόβιεφ δημοσίευαν την διαφωνία τους σε εφημερίδα! Αυτό που φωτογραφίζει ανάγλυφα ο συγγραφέας είναι ακριβώς η κίνηση των μαζών, όταν δεν θέλουν και δεν αντέχουν πλέον την μέχρι τώρα ζωής τους και απαιτούν να αλλάξουν ζωή.

Πολύ  ενδιαφέρον είναι το δοκίμιο του ιστορικού στο ΑΠΘ, Γιώργου Μαργαρίτη, «Η Ρώσικη Επανάσταση- Μια Σύντομη Ιστορία» (Εκδ. ΚΨΜ) που εκδόθηκε μέσα στον Οκτώβριο του 2017, βιβλίο που ξεδιπλώνει μεθοδικά την πορεία προς τον Οκτώβρη του ’17.  Είναι ουσιώδες αυτό που γράφεται στο εισαγωγικό κεφάλαιο πως η Ρώσικη Επανάσταση δεν υπήρξε ένα στιγμιαίο γεγονός -κεραυνός εν αιθρία, παρά αποτέλεσμα μακροχρόνιας διαδικασίας αρκετών δεκαετιών με γενική επαναστατική πρόβα το 1905 και την δημιουργία των Σοβιέτ. Η επαναστατική αναταραχή ξεκινά από τον Φλεβάρη του ’17 με την πτώση των Ρομανώφ και συνεχίζεται για αρκετούς μήνες μέχρι την τελική νίκη. Η επανάσταση δεν υπήρξε έργο προσώπων έστω προικισμένων. Ο Λένιν είναι γέννημα της ανάγκης των καιρών, δεν δημιουργούσε τις διαθέσεις των ανθρώπων, έπειθε αυτούς που ήταν έτοιμοι να πεισθούν. Απέκτησε το πολιτικό του κριτήριο μέσα απ’ την συλλογική πολιτική δράση και τις εμπειρίες του. Δεν το κληρονόμησε. Οι συνθήκες έφεραν στο προσκήνιο τον Λένιν και αυτός με τη σειρά του επιδρούσε πάνω σε αυτές. Περισσότερο σωστό θα ήταν αν στην θέση του Λένιν τοποθετούσαμε όλο το επιτελείο των Μπολσεβίκων. Και, φυσικά, η επανάσταση δεν ανέτρεψε τον παγκόσμιο καπιταλισμό. Ανέδειξε, όμως, τις τεράστιες αντιφάσεις του και τις εγγενείς αδυναμίες του, έφερε στο προσκήνιο τον ταξικό αγώνα και την δυνατότητα υπέρβασής του για ένα αληθινά δίκαιο μέλλον. Στα σημαντικά σημεία του βιβλίου, η τοποθέτηση των ταξικά αντίπαλων στρατών στην κοινωνική σκακιέρα της Πετρούπολης και βεβαίως η αίσθηση του ωστικού κοινωνικού κύματος που οδήγησε τους Μπολσεβίκους στην Οκτωβριανή Επανάσταση. Η γλαφυρή εξιστόρηση του Μαργαρίτη συνοδεύεται ενίοτε από το σκωπτικό χιούμορ που τον διακρίνει καθιστώντας το βιβλίο απολαυστικό αλλά και συνάμα πρόσφορο για γνώση. Το βιβλίο συνοδεύεται από μεγάλο παράθεμα σχετικής βιβλιογραφίας.

Αυτό που ξεχωρίζει, πέραν των άλλων, στο πόνημα του εκπαιδευτικού Γιάννη Χλιουνάκη, «Ικάρια πτήση- Χρονικό της ρωσικής επανάστασης» (Εκδ. Τόπος) είναι η τοποθέτηση ολόκληρης της διαδικασίας, από τα τέλη του 19ου αιώνα έως και τα πρώτα χρόνια της Επανάστασης, μέσα στο ιστορικό πλαίσιο της εποχής και κυρίως σε σχέση με το τι γινόταν στην Γερμανία την αντίστοιχη περίοδο. Το χρονικό ξεκινά το 1861 με την τυπική κατάργηση της δουλοπαροικίας και τελειώνει με τον θάνατο του Λένιν το 1924, με έμφαση, φυσικά στην περίοδο από το ’17 και μετά. Ένα είδος εύχρηστης τράπεζας πληροφοριών με παραθέματα και υποσημειώσεις, ενώ ξεχωρίζουν οι μορφές του Λένιν και του διεθνιστή Μενσεβίκου Μαρτόφ, σύντροφοι στην αρχή που κατέληξαν σφοδροί πολέμιοι. Στα παραρτήματα ο συγγραφέας παρακολουθεί τα τεκταινόμενα στην Γερμανία καθώς οι Μπολσεβίκοι είχαν βασιστεί ουσιαστικά στην νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης στο προωθημένο οικονομικά ευρωπαϊκό κράτος με δυνατό κόμμα, δεινούς ηγέτες, με πεπειραμένη ταξικά και πολυάριθμη εργατική τάξη. Υπάρχουν μεγάλα και μικρά ντοκουμέντα αποφάσεων οργάνων, πολλές ομιλίες -όπως, πχ το μανιφέστο της Κομμούνας της Κροστάνδης, η ομιλία του Λένιν στο 10ο Συνέδριο του ΚΚΡ(μπ.), το 3ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, το τελευταίο γράμμα του μπολσεβίκου ηγέτη στην Κ.Ε. Υπάρχει, επίσης, ακριβής ημερολογιακή παράθεση γεγονότων, έτσι ώστε να μπορεί κανείς να ανατρέχει σε διάφορα συμβάντα χωρίς να ξεφυλλίζει διαρκώς το βιβλίο. Και δυο άκρως ενδιαφέροντα παραρτήματα: η εικόνα της ηγετικής ομάδας των Μπολσεβίκων (28 στον αριθμό) με τα επαγγέλματα και τις ηλικίες τους, με ανώτατες σπουδές, στα 30 τους οι περισσότεροι -με μικρότερο τον εικοσιτετράχρονο ξυλουργό Σλιάπνικοφ  και μεγαλύτερη την Κρούπσκαγια στα 48 της- ένα χρόνο μεγαλύτερη από τον Λένιν. Όπως επίσης και η κριτική της Ρόζας Λούξεμπουργκ για την ρώσικη επανάσταση, γραμμένη από τις φυλακές Μπρεσλάου. Τέλος, στα Επιλεγόμενα, ο Χλιουνάκης θέτει μερικές ερωτήσεις μέσα από την εμπειρία της κατάληξης του τολμήματος αλλά και την όλη κοινωνική κίνηση της επανάστασης και για το πώς η πλάνη των απανταχού κομμουνιστών ήταν διαρκής και μεγάλη.

Με την έκδοση του βιβλίου του δημοσιογράφου, ιστορικού ερευνητή, συγγραφέα και βετεράνου του κομμουνιστικού κινήματος, Τάσου Τρίκκα, «Οκτωβριανή επανάσταση 1917-2017: Από το όραμα στην πράξη- Κομμουνιστική Διεθνής. Κομμουνιστικό κόμμα Ελλάδας, ρωγμές στη μονολιθικότητα» (Εκδ. Θεμέλιο) πιστεύουμε πως φωτίζεται επαρκώς η σχέση του ΚΚΕ με την Κομμουνιστική Διεθνή από την ίδρυση του πρώτου, το ’18, μέχρι τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ένα βιβλιογραφικό κενό που αποκαθίσταται με την ενδελεχή καταγραφή γεγονότων στο ελληνικό αριστερό κίνημα, κυρίως στις δεκαετίας του ’20 και εν μέρει, του ’30, τις ενδοκομματικές συγκρούσεις και τις υπόγειες αντιπαραθέσεις με την ηγεσία της Διεθνούς. Το πρώτο μέρος αφιερώνεται στα γεγονότα της Οκτωβριανής Επανάστασης, στα πρώτα βήματα της μπολσεβίκικης εξουσίας, στην πολιτιστική έκρηξη, τα κομμουνιστικά πανεπιστήμια, την πολιτική του Ενιαίου Μετώπου, τον οικονομισμό, την ΝΕΠ (Νέα Οικονομική Πολιτική), τους 21 σκληρούς όρους εισδοχής στην Διεθνή, τα κόκκινα συνδικάτα κ.α. Στα υπόλοιπα τρία μέρη ασχολείται με την ενηλικίωση του ΚΚΕ και τις προβληματικές εν μέρει σχέσεις του με την Διεθνή, δηλαδή την Μόσχα. Είναι, βέβαια, το μεγάλο αγκάθι της Μακεδονίας και η επιμονή του κομμουνιστικού κέντρου για αυτοδιάθεση, αλλά και η παρελκυστική τακτική της εδώ ηγεσίας να καθυστερεί στην εφαρμογή καθώς έβλεπε τις σφοδρές αντιδράσεις που αυτό προκαλούσε στον κόσμο. Είναι, επίσης, η απόφαση για «μακρά και νόμιμο ύπαρξη» ώστε να μπορέσει το νεαρό τότε κόμμα να ανασυγκροτηθεί, θέση που ερχόταν σε σύγκρουση με την ντιρεκτίβα της Κομμουνιστικής Διεθνούς, όπου μέσω του Βουλγάρικου ΚΚ και της Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας και με πρόταγμα το Μακεδονικό, ο Λένιν πίστευε πως η επανάσταση στην Ευρώπη είχε δυνατότητες να ξεκινήσει από τα Νότια που ήταν, κατά την γνώμη του, ο αδύναμος κρίκος του καπιταλισμού. Εν τω μεταξύ το ΚΚΕ κυριαρχείται από έναν «φατριασμό» όπου η μία ομάδα διαγράφει την άλλη, παράλληλα με την άγρια καταστολή του αστικού καθεστώτος. Ανοδικές και καθοδικές φάσεις χαρακτηρίζουν την λαοφιλία του κόμματος έως ότου η Γ’ Διεθνής παρεμβαίνει αποφασιστικά στο «άτακτο» μέλος της με την επιβολή, το 1931, ουσιαστικά, του Νίκου Ζαχαριάδη ως γραμματέα που είχε μόλις επιστρέψει από την Μόσχα. Έτσι, η περίοδος της «φραξιονιστικής πάλης χωρίς αρχές», που ταλαιπώρησε αφάνταστα το ΚΚΕ τη διετία 1929-1931 έλαβε τέλος. Το κόμμα ευθυγραμμίζεται απόλυτα με τις επιταγές της Κ.Δ., ανασυγκροτείται και αποκτά μια πρωτόγνωρη μαζικότητα έως το ’36, περίοδο ανάπτυξης εργατικών αγώνων. Ύστερα έρχεται η μεταξική δικτατορία με τους κομμουνιστές στις φυλακές, το ξέσπασμα του Β’ Παγκόσμιου Πόλεμου και το περίφημο γράμμα του Ζαχαριάδη για την συμμετοχή και την αντίσταση, μακριά από την αρχική γραμμή της Διεθνούς που παράγγελνε στα κόμματα πως αυτή η σύγκρουση δεν αφορούσε τους κομμουνιστές και τους λαούς καθώς η Σοβιετική Ένωση είχε υπογράψει το σύμφωνο μη επίθεσης Ρίμπεντροπ-  Μολότωφ. Στο τέλος του βιβλίου υπάρχει και η συμβολή του Θανάση Βακαλιού με τον εύγλωττο τίτλο, «Με τον σταλινισμό δεν οικοδομείται σοσιαλισμός».

 

Συνοπτική, βεβαίως, αλλά εξαιρετικά διαφωτιστική είναι η «Μικρή ιστορία της Ρωσικής Επανάστασης» (Εκδ. Πατάκης) – σε μετάφραση Αντρέα Παππά- του Άγγλου, διεθνολόγου και διπλωμάτη, E. H. Carr, που αποτελεί «περίληψη» του μνημειώδους εννεάτομου έργου του, «Ιστορία της Σοβιετικής Ρωσίας» που γράφτηκε και εκδόθηκε μεταξύ των ετών 1950-1978. (Η ελληνική έκδοση των τριών πρώτων τόμων από την Υποδομή έχει εδώ και πολύ καιρό εξαντληθεί). Το συγκεκριμένο εκδόθηκε με αφορμή τα 60 χρόνια από την Επανάσταση και αποτελεί μια σύντομη αλλά ουσιαστική καταγραφή της περιόδου 1917- 1929. Χωρίς να είναι μαρξιστής ο Carr πίστευε ακλόνητα πως το νέο καθεστώς θα άντεχε γιατί βασίζονταν σε μια γνήσια επανάσταση με τις λαϊκές μάζες να σπρώχνουν τους διστακτικούς Μπολσεβίκους στον δύσκολο δρόμο της επανάστασης με τον Λένιν να συντάσσεται σχετικά γρήγορα, πείθοντας και την πλειοψηφία του κόμματος -μην ξεχνάμε πως η απόφαση για την επαναστατική ανατροπή πάρθηκε με ψήφους 10 -2. Το δυνατό κομμάτι της «Μικρής Ιστορίας» είναι εκείνο των οικονομικών εξελίξεων, δηλαδή του «πολεμικού κομμουνισμού», της Νέας Οικονομικής Πολιτικής, της επιβεβλημένης εκβιομηχάνισης και των συζητήσεων εφαρμογής της, της τεράστιας οικονομικής κρίσης που επέφερε το μεγάλο άνοιγμα ανάμεσα στις τιμές των βιομηχανικών και αγροτικών προϊόντων και του πρώτου πεντάχρονου πλάνου. Δίνει αναλυτικά τις διαμάχες στην Κ.Ε. των Μπολσεβίκων, τις διάφορες συμμαχίες, τις απόψεις του Τρότσκι και της Αριστερής Αντιπολίτευσης απέναντι στην εκκολαπτόμενη γραφειοκρατία του κόμματος και την ανέλιξη του Στάλιν, κριτικάρει την εξουσιομανία και τον μεγαλορωσικό εθνικισμό του τελευταίου και την υπό διαμόρφωση θεωρία του σοσιαλισμού σε μια μόνο χώρα, δήθεν, ως, δείγμα πατριωτισμού και εθνικής υπερηφάνειας. Παράλληλα, ο Carr  γράφει ενδελεχώς για τις διεθνείς εξελίξεις, στηλιτεύσει την ραγδαία εκβιομηχάνιση αλλά και την βίαιη κολεκτιβοποίηση που έφερε την πτώση του βιοτικού επιπέδου των εργατών και την πείνα στου αγρότες, τακτικές που κατά τον συγγραφέα αποτελούσαν απόψεις του Τρότσκι τις οποίες ο Στάλιν οικειοποιήθηκε όταν απέμεινε μόνος στην νομή της εξουσίας. Χωρίς να συμφωνεί, ο Carr σημειώνει πως, μάλλον, δεν υπήρχε άλλος δρόμος για να επιβιώσει η Σοβιετική Ένωση.

Μια πολύτιμη μαρτυρία που συμπληρώνει τις έως τώρα αφηγήσεις είναι αυτή του Γάλλου Αλφρέντ Ροσμέρ στο βιβλίο του «Η Μόσχα του Λένιν» (Εκδ. Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο) -σε μετάφραση Δήμητρας Κυρίλλου και Κώστα Πίττα, με πρόλογο του Αλμπέρ Καμύ– όπου, ουσιαστικά δίνει μια καλή εικόνα της δουλειάς της Κομμουνιστικής Διεθνούς απ’ το 1920 έως τον θάνατο του Λένιν, το 1924. Στην αρχή αναρχικός συνδικαλιστής που δανείστηκε το επώνυμό του από θεατρικό έργο του Ίψεν, αντιτάχθηκε με τους συντρόφους του στον πρώτο μεγάλο πόλεμο και με την έκρηξη της Ρώσικης Επανάστασης και στις ηγεσίες των ευρωπαϊκών σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων και πέταξε το καπέλο του ψηλά με την έκρηξη της Ρώσικης Επανάστασης. Μαγιά της νέας, τότε, Γαλλικής διεθνιστικής Αριστεράς το περιοδικό La Vie Ouvrière προσφέρει την δυνατότητα στον Ροσμέρ να έλθει σε επαφή με τους Μπολσεβίκους και να προταθεί από την επιτροπή της Γαλλίας ως αντιπρόσωπος στο 2ο  Συνέδριο της  Κομμουνιστικής Διεθνούς στη Μόσχα. Έτσι, ξεκινά μια ζωή πολλών χρόνων στην πρωτεύουσα  των μπολσεβίκων με παραστατικές περιγραφές συνόδων και συνεδρίων σε μια εποχή μεγάλων πολιτικών αντιπαραθέσεων πριν τα ισοπεδώσει όλα ο σταλινισμός. Ο Ροσμέρ δηλώνει εξ’ αρχής πως δεν θα μπορούσε να γράψει για την ιστορία της επανάστασης και κατ’ επέκταση της Κομιντέρν αν δεν ήταν φιλικός προς αυτήν. Αλλιώς, πως θα μπορούσε να την καταλάβει; Πόλος συσπείρωσης πολλών και διαφόρων ρευμάτων η Διεθνής αποτελεί στα πρώτα χρόνια την εμπροσθοφυλακή του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος που βοηθά στην δημιουργία νέων επαναστατικών κομμάτων. Το «ρεπορτάζ» του συγγραφέα είναι αποκαλυπτικό: όχι μόνο οι πολιτικές κόντρες αλλά και οι ίδιοι οι άνθρωποι ως αυτόνομα πολιτικά ανθρώπινα όντα φιγουράρουν στις σελίδες του βιβλίου -πολύ βοηθητικές οι «Βιογραφικές Σημειώσεις» στο τέλος του βιβλίου με τα πορτρέτα των πρωταγωνιστών. Καθώς εστιάζει στο διεθνές κίνημα, το βιβλίο μιλά για τις τότε προοπτικές εξάπλωσης της επανάστασης στην Ευρώπη καθώς μια σειρά εξουσίες καταρρέουν εξαντλημένες από τον πόλεμο και με τους στρατιώτες τους να εξεγείρονται εναντίον τους, επηρεασμένους απ’ την Οκτωβριανή Επανάσταση. Οι αλλεπάλληλες ήττες της εργατικής τάξης στην Δυτική Ευρώπη από το 1918 έως το 1923 -Γερμανία, Ουγγαρία, Ιταλία για να ονομάσουμε τις πιο σημαντικές- είναι αποτέλεσμα της προδοσίας των σοσιαλδημοκρατικών ηγεσιών, καθώς δεν υπήρχαν επαναστατικά κόμματα που κατά την γνώμη του συγγραφέα ήταν ο αποφασιστικός παράγοντας. Ο Ροσμέρ εντάσσεται γρήγορα στο ΚΚ Γαλλίας και εκλέγεται σε ηγετικές θέσεις. Όμως, στα μέσα του ’20 καθαιρείται και αμέσως μετά διαγράφεται απ’ το κόμμα καθώς τάσσεται με την πλευρά της Διεθνούς Αριστερής Αντιπολίτευσης και του Τρότσκι. Πρωταγωνιστεί στην δημιουργία ριζοσπαστικών οργανώσεων διατηρώντας την συντροφική φιλία με τον Τρότσκι παρά τις όποιες διαφωνίες τους.

Αν και το έργο του Άγγλου καθηγητή Ρώσικης Ιστορίας, Robert Service, «Ρωσική Επανάσταση, 1900-1927» (Εκδ. Οκτώ) -σε μετάφραση Τρισεύγενης Παπαϊωάνου- κυκλοφόρησε, αρχικά, το 1986, έχει γνωρίσει από τότε τέσσερις εκδόσεις και έκτοτε ανανέωσε και συμπλήρωσε το υλικό του με πληροφορίες που δεν ήταν προσβάσιμες πριν την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, αλλά και με απόψεις από την συζήτηση που αναπτύχθηκε ανάμεσα στους ιστορικούς κατά την δεκαετία του ’90. Τούτων δοθέντων, το βιβλίο περιλαμβάνει μια ευρεία χρονική περίοδο, δεκαεφτά χρόνων, στην προσπάθεια του συγγραφέα να φωτίσει τις αιτίες που εκκόλαψαν την επανάσταση. Χωρισμένο σε τρία μέρη με το πρώτο να περιγράφει αναλύοντας την αρχή του 20ου Αιώνα έως την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, το 1914, την δυναστεία των Ρομανόφ, το 1905, την όλο και περισσότερο «Ασταθή Δομή» και την είσοδο της Ρωσίας στο πόλεμο. Στο δεύτερο, η, «Κατεδάφιση 1915- 1917», αναφέρεται στον πόλεμο, στην επανάσταση του Φλεβάρη του ΄17, στην διπλή εξουσία, στο κόμμα των Μπολσεβίκων, στην αποσύνθεση του κράτους και στην επανάσταση του Οκτώβρη. Τέλος, στο τρίτο, την «Πειραματική Οικοδόμηση 1917- 1927» γράφει, ανάμεσα σε άλλα, για τον εμφύλιο ’17- ’21, την ΝΕΠ, το κόμμα και το πολιτικό σύστημα. Στα συμπεράσματά του, ο Service υποστηρίζει πως, μάλλον, θα ήταν διαφορετική η εξέλιξη της Σοβιετικής Ένωσης αν ζούσε ο Λένιν αν και θεωρεί ότι είναι ο ίδιος που δημιούργησε την υποδομή και τα μέσα για να τα ολοκληρώσει επί τα χείρω ο Στάλιν. Κατά την γνώμη του ιστορικού το καθεστώς των Μπολσεβίκων ήταν πιο συντηρητικό από ότι ήταν επί τσάρου. Όπως, επίσης, πολύ περισσότερο κατασταλτικό από αυτό της Δυναστείας των Ρομανόφ.

ej-belelem-3-3pro

 Η επέτειος των 100 χρόνων της Οκτωβριανής Επανάστασης στάθηκε η ευκαιρία για την συμπλήρωση του μνημειώδους έργου του Σαρλ Μπετελέμ, «Οι ταξικοί αγώνες στην ΕΣΣΔ» (Εκδ. Κουκκκίδα) -σε στέρεη μετάφραση Σπύρου Κακουριώτη- με τη μετάφραση στα ελληνικά, τριάντα πέντε χρόνια μετά τη συγγραφή τού τρίτου τόμου του έργου, που αφορά την περίοδο της σταλινικής κυριαρχίας (1930-1941). Οι δύο πρώτοι τόμοι του έργου, γραμμένοι στα 1974 και 1977, αφορούν την περίοδο της Επανάστασης (1917-1923) και τη σταθεροποίηση του μπολσεβίκικου καθεστώτος (1923-1930), αντίστοιχα –και αυτοί από τις εκδόσεις Κουκκίδα. Η πενταετία που μεσολάβησε ανάμεσα στη συγγραφή του δεύτερου και του τρίτου τόμου σημαδεύτηκε από πραγματικά κοσμογονικές αλλαγές στις χώρες όπου είχαν επικρατήσει καθεστώτα εμπνευσμένα από την Οκτωβριανή Επανάσταση, ξεκινώντας από την οριστική ήττα της Πολιτιστικής Επανάστασης στην Κίνα, την εισβολή του Βιετνάμ στην Καμπότζη, της ΕΣΣΔ στο Αφγανιστάν, την ανάπτυξη του εργατικού κινήματος στην Πολωνία μέσα από την «Αλληλεγγύη» και το πραξικόπημα του στρατηγού Γιαρουζέλσκι κ.ά. Οι εξελίξεις αυτές οδήγησαν τον μαρξιστή οικονομολόγο και ιστορικό να αναθεωρήσει την αντίληψή του για την Οκτωβριανή Επανάσταση, προχωρώντας σε περισσότερο σύνθετες αναλύσεις που, σε ό, τι αφορά το σταλινικό καθεστώς, συμπυκνώνονται στον χαρακτηρισμό του ως «καπιταλισμό νέου τύπου», όπου ηγετικό ρόλο κατέχει η «κομματική αστική τάξη». Για να καταλήξει σε αυτό, ο Σαρλ Μπετελέμ στο πρώτο μέρος του ανά χείρας τόμου («Οι κυριαρχούμενοι», που εκδόθηκε στα γαλλικά το 1982) αναλύει ενδελεχώς τις κοινωνικές σχέσεις που διαμορφώθηκαν στη Σοβιετική Ένωση κατά τη δεκαετία του ’30, στη φάση της πρωταρχικής συσσώρευσης και της υπερεκβιομηχάνισης: Απαλλοτρίωση των αγροτών μέσω της υποχρεωτικής κολεκτιβοποίησης, απογύμνωση της εργατικής τάξης από κάθε δικαίωμα και κάθε δυνατότητα συνδικαλιστικής οργάνωσης, επιβολή του εργοστασιακού δεσποτισμού. Παράλληλα, ο Μπετελέμ αναλύει εκτενώς το σύστημα καταναγκαστικής εργασίας του Γκούλαγκ, το οποίο παρείχε σε ένα πολύ μεγάλο τμήμα της οικονομίας (ορυχεία, κατασκευές, δασοπονία κ.λπ.), εργατική δύναμη με ασήμαντο κόστος. Στο δεύτερο μέρος («Οι κυρίαρχοι», 1983) αναλύεται η συγκρότηση της «κομματικής αστικής τάξης», που αναδύεται σταδιακά μέσα από τις απολυταρχικές σχέσεις εξουσίας της σταλινικής περιόδου. Τρομοκρατία και μαζική καταστολή πλήττουν όχι μόνο τον πληθυσμό, αλλά και το κομματικό «απαράτ», διαμορφώνοντας με αυτόν τον τρόπο ένα στρώμα στελεχών πιστών στη σταλινική ηγετική ομάδα, που καρπώνεται μια σειρά προνομίων τα οποία προέρχονται από την υπερσυσσώρευση. Στον ίδιο τόμο αναλύεται επίσης η σταδιακή διαμόρφωση της επεκτατικής εξωτερικής πολιτικής της ΕΣΣΔ, που την οδήγησε, στα 1939-1941, στη συμμαχία με τη χιτλερική Γερμανία, αλλά και μια σύντομη επισκόπηση της περιόδου μετά τον Στάλιν, που επικεντρώνεται στις προκλήσεις και τις κρίσεις που είχε να αντιμετωπίσει τότε το σοβιετικό καθεστώς. Ασφαλώς, ο συγγραφέας συνέθεσε το έργο του σε μια εποχή που η πρόσβαση σε σοβιετικό αρχειακό υλικό δεν ήταν δυνατή, ενώ και μεγάλο μέρος της δυτικής βιβλιογραφικής παραγωγής ήταν επηρεασμένο από τις αντιλήψεις περί ολοκληρωτισμού, που μάλλον απλοποιούσαν παρά διευκόλυναν την κατανόηση ενός ιδιαίτερα σύνθετου φαινομένου. Παρόλα αυτά, το μεγαλύτερο μέρος των αναλύσεων του Μπετελέμ, ιδιαίτερα αυτές που αφορούν στη μελέτη της οικονομικής λειτουργίας του συστήματος και τη θέση των υπάλληλων τάξεων σε αυτό, η οποία στηρίχθηκε σε σοβιετικές πηγές της εποχής και πλούσια δυτική βιβλιογραφία, διατηρούν και σήμερα την εγκυρότητά τους, προσφέροντας στον αναγνώστη μια εκ του σύνεγγυς ματιά στην «κινητήρια δύναμη της ιστορίας», την ταξική πάλη έτσι όπως εξελίχθηκε στη σοβιετική κοινωνία της δεκαετίας του 1930.

Γεννήθηκε στην Αθήνα και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε Βιολογία στην Ιταλία και στην Ελλάδα. Παράλληλα, έπαιξε ως μουσικός παραγωγός σε πολλά ραδιόφωνα για πολλά χρόνια και έγραψε ως μουσικός κριτικός σε μια σειρά περιοδικά. Αυτό συνεχίζει μέχρι και σήμερα.