Ασυμβίβαστη μέχρι το τέλος

Μικρός αποχαιρετισμός στην Βούλα Δαμιανάκου

| 20/09/2016

Αν και η Βούλα Δαμιανάκου έγινε γνωστή στους νεώτερους ως ο άνθρωπος που φιλοξένησε τον διωκόμενο ηγέτη των Κούρδων, Αμπντουλάχ Οτσαλάν, λίγο πριν την παράδοσή του στο τουρκικό καθεστώς από την τότε ελληνική κυβέρνηση, ωστόσο, αποτέλεσε ένα σημαντικό κεφάλαιο των ελληνικών γραμμάτων, τόσο μέσω του έργου της, όσο και της ενεργής συμμετοχής της (και) στην πολιτισμική εποποιία της Εθνικής Αντίστασης, στο πλευρό του συντρόφου της, Βασίλη Ρώτα.

Ασυμβίβαστη, μαχήτρια και αγωνίστρια μέχρι και την τελευταία της πνοή, που άφησε χθες σε βαθιά γεράματα, η Βούλα Δαμιανάκου δεν διαπραγματεύτηκε ποτέ και με κανέναν την προσωπική της αντίληψη για την ελευθερία. Προτίμησε, όπως ανέφερε η ίδια και θυμάται το ΑΠΕ, «για να μην προδώσει το ιδανικό της ελευθερίας», να παραιτηθεί από τη σύνταξή της ως συγγραφέα, «παρά να δεχτεί σύνταξη με νόμο που τον είχαν γράψει οι ερπύστριες των τανκς της τυραννικής χούντας».

Επίσης, παραιτήθηκε από μέλος της ΑΕΠΙ, ως κληρονόμος και συνδημιουργός του έργου του Ρώτα (μεταξύ άλλων το «Ενας όμηρος» και οι «Ορνιθες»), επειδή όπως ανέφερε στη σχετική επιστολή της, στις 22.9.2011, «το θεωρώ έσχατο κατάντημα για μια που αγωνίστηκε όλη της τη ζωή για την ελευθερία να πεθαίνει σκλάβα της ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ (η ενέργεια της ΑΕΠΙ να δώσει στον εαυτό της το δικαίωμα να με γράψει _ στα ενενήντα ένα χρόνια μου _ στο ΙΚΑ, παρά τη θέλησή μου, εν αγνοία μου και γνωρίζοντας τι έχει προηγηθεί, θα ταίριαζε σε κάποιον που ανήκε πάππου προς πάππου σε γενιά σκλάβων κι ερωτευμένων με τη σκλαβιά τους, κι όχι σε αγωνιστή της ελευθερίας)».

Χαρακτηριστική είναι και η απάντησή της σε αρνητικά σχόλια σε βάρος της της εφημερίδας «ΤΟ ΒΗΜΑ», για την υπόθεση Οτσαλάν, το 1999: «»Το φαντάζεσαι να χρειάζεσαι βηματοδότη στην καρδιά και να σου τον βάζουν στο μυαλό; (Ρώτας). Ο «Βηματοδότης» της τελευταίας αποκριάς («ΒΗΜΑ», 21 – 2 – 1999) γράφει πως άνοιξα την πόρτα μου στον κυνηγημένο Οτσαλάν, επειδή, όντας ανιστόρητη, δε γνώριζα ότι οι πρόγονοί του ήρθαν και πολέμησαν εναντίον των Ελλήνων στο Μαραθώνα. Αλλά μάλλον κάνει λάθος η ιστορική αυθεντία του, γιατί πολύ καλά η υπογράφουσα γνωρίζει και για το Μαραθώνα και για Θερμοπύλες και για Μεσολόγγια και για Μονοδέντρια και για Γοργοπόταμους. Εκείνο που δε γνωρίζει είναι τα τούρκικα. Αν τα εγνώριζε, θα καλούσε τα παιδιά του Αττίλα που στρατοπεδεύουν στην εν Αθήναις τουρκική πρεσβεία και θα τους τον παρέδινε. Οσο για την Ευρώπη και την ΟΝΕ, ο δάσκαλός μου, ο Δημήτρης Γληνός, μου δίδαξε πως πρέπει να πάμε με τον Σοφοκλή και όχι, ποτέ, με τη Σοφοκλέους».

Ασχολήθηκε με πολλά είδη του γραπτού λόγου. Σημαντικότερα έργα της είναι: «Γράμμα σε νεκρό» διηγήματα 1951, «Στην ανεμοζάλη», Διηγήματα 1960, «Υπεύθυνη δήλωση», διηγήματα 1963. Σε συνεργασία με το σύντροφό της Βασίλη Ρώτα έγραψε τα εξής: «Μνημόσυνο» 1961, «Δραγάτες πνευματικής ελευθερίας» 1963, «Δημοκράτες παραδημοκρατικοί» 1965. Το 1967 κυκλοφόρησε η συλλογή διηγημάτων «Γέφυρες της φιλίας». Εχει μεταφράσει αρκετά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας όπως – WILLA CATHER: «Η Αντωνία μου», 1959, KAMMERHNG: «Αναζητώντας τον Αδάμ», 1959, ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΙ: «Ο μικρός ήρωας».

Η Βούλα Δαμιανάκου συνεργάστηκε με το περιοδικό Λαϊκός Λόγος (1966-1967), με τα ψευδώνυμα Αλκυόνα, Αλκυών, Ειρήνη Πεζοπόρου, ενώ έχει μεταφράσει το σύνολο των έργων του Ουίλιαμ Σαίξπηρ, κατά το μεγαλύτερο μέρος με τον Βασίλη Ρώτα, καθώς και του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι.

%ce%b2%ce%bf%cf%8d%ce%bb%ce%b1-%ce%b4%ce%b1%ce%bc%ce%b9%ce%b1%ce%bd%ce%ac%ce%ba%ce%bf%cf%85

Απόσπασμα από το βιβλίο της «Από το ληστή του νόμου, κάλλιο στο ληστή του δρόμου»: «…Και μπορείτε να βγάλετε εύκολα άδεια και να χτίσετε χωρίς να φοβάστε κανέναν. Η Λουίζα μου έχει φάει τ’ αφτιά, να ιδείς μαμά τι καλός που είναι ο κ. Ρώτας , πώς μας βοηθάει, κι όταν δεν έχει δουλειά παίζει μαζί μας… Τα χάσαμε, καταθορυβηθήκαμε. Ο Ρώτας έπιασε τα δυο χέρια της κυρά Δικαίας, που δε μπορούσε πια να συγκρατήσει τα δάκρυα και της είπε: Άκουσε σε παρακαλώ. Εμείς δεν έχουμε χρήματα γι’ αγορές. Ούτε ψάχνουμε να βρούμε ευκαιρίες ν’ αγοράσουμε χτήματα κοψοχρονιά. Αν είχα θα σε δάνειζα για να το κρατήσεις να το καλλιεργείς να σου αποδίνει εισόδημα. Είναι κρίμα μεγάλο να πουλιέται η γη που μας τρέφει. Καταλάβαμε όμως πως εδώ ύπαρχε καημός που δε γιατρευότανε με λόγια στα πεταχτά και στα όρθια. Καλέσαμε την κυρά Δικαία να ‘ρθει από το σπίτι να πιούμε καφέ, προχωρήσαμε για τη θάλασσα, μα είχαμε πια χάσει κάθε διάθεση».

Και από το «Μνημόσυνο» (Αθήνα, 1961) σε κείμενα δικά της και στίχους του Βασίλη Ρώτα: «…Με χαμόγελο γιομάτο ικανοποίηση, γιομάτο λεβεντιά και περηφάνεια έδωσε το παρών στο προσκλητήριο την Πρωτομαγιά του 1944. Όλοι γύρισαν σε κείνον. Κι αυτοί που θα’ φευγαν μαζί του και κείνοι που θα’ μεναν. Όλοι ήθελαν να μείνει κι οι πρώτοι κι οι τελευταίοι και μόνο ο Ναπολέων ήθελε να’ να΄ναι με τους πρώτους. Ο Γερμανός χτηνάνθρωπος ταράχτηκε στο άκουσμα αυτού του ονόματος που το είχε ξεστομίσει το ίδιο του το στόμα. Μπροστά του, φωνάζοντας ο καθένας παρών μόλις άκουγε τ’ όνομά του, μπαίναν στη γραμμή οι Ακροναυπλιώτες, φρέσκοι, χαμογελαστοί, λαμπροφορεμένοι, λες και πήγαιναν στο πανηγύρι. Μπροστά του έχουν πάρει κιόλας τη θέση τους το ένα τρίτο των παιδιών της Ακροναυπλίας. Μια οργανωμένη αγωνιστική δύναμη, που είχε νικήσει σε μάχες πολύ πιο σκληρές, που’ χε κερδίσει τη μεγάλη μάχη της ζωής για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια κι η μάχη προς το θάνατο είταν πια κερδισμένη από τα πριν.

»Ο Γερμανός στρατοπεδάρχης, που όλες οι χτηνώδικες ενέργειες στο Χαϊδάρι για να λυγίσουν εκείνοι οι ήρωες πήγαν χαμένες, το’ ξερε καλά αυτό. Μπροστά σ’ αυτό το μεγαλείο κάτι σαν ίχνος συνείδησης άρχισε να σαλεύει μέσα στα βάθη του σκοτεινού εαυτού του, που ίσως θα’ θελε να διαμαρτυρηθεί. Κάτι σαν αντίλαλος παλιάς λησμονημένης ανθρωπιάς που του ξυπνάει το αίσθημα του θαυμασμού και που σαν φτάνει στ’ όνομα του Σουκατζίδη ξεσπάζει: «Όχι εσύ, Ναπολέων, όχι εσύ!» Εκείνη την ώρα ο Ναπολέων ανατριχιάζει, καταλαβαίνει πως περνάει την πιο κρίσιμη ώρα της ζωής του. Η ευαισθησία του δοκιμάζεται όσο ποτέ. Η τιμή του, που τόσο την διαφέντεψε ολοζωής, κιντυνεύει. Πρέπει να προλάβει πριν να’ ναι πολύ αργά, πριν ο στρατοπεδάρχης αρπάξει τυχαία κάποιον σύντροφό του άλλον και τον βάλει στη θέση του.

»Στηριζόμενος ίσα – ίσα σ’ αυτόν τον θαυμασμό του Γερμανού στρατοπεδάρχη, του λέει: «Θέλεις να μ’ αντικαταστήσεις όχι από εχτίμηση, αλλά μόνο και μόνο για να με κάνεις από Σουκατζίδη τίποτα. Μ’ αν πραγματικά μ’ εχτιμάς, η μόνη χάρη που μπορείς να μου κάμεις είναι να μ’ αφήσεις να πεθάνω σαν όλους στη θέση μου, γιατί ο συνεπής αγωνιστής δεν αλλάζει τη θέση του με τίποτε και για κανέναν λόγο, μάλιστα όταν ή θέση του αυτή είναι μπροστά στο πολυβόλο.

»Κι ο μπόγιας σκύβει το κεφάλι, συμφωνεί κι αποκαλύπτεται.

»Φεύγοντας σαν τον ήλιο που πάει να βασιλέψει, άφησε το τελευταίο του χαμόγελο πάνω στα θλιμένα πρόσωπα των συντρόφων του που έμεναν πίσω να τους ζεστάνει στην κρυάδα του θανάτου που σκόρπισε στο στρατόπεδο κείνο το πρωινό»

(ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΣΟΥΚΑΤΖΙΔΗΣ )

Πηγή: atexnos.gr, ΑΠΕ, «Ριζοσπάστης»

ola