Β. Διαμαντόπουλος: Όταν «καλλιτέχνης» σημαίνει συμμετοχή, αγανάκτηση, δημιουργία

Ασυμβίβαστος και αγωνιστής ως το τέλος

| 06/05/2018

Στις  5 Μάη του 1999, έφυγε από τη ζωή ένας από τους σημαντικότερους ηθοποιούς και αγωνιστές: ο Βασίλης Διαμαντόπουλος. Σταθερός σε αξίες και αρχές μέχρι το τέλος  του, παθιασμένος και με αστείρευτη πίστη στους νέους ανθρώπους, σε εκείνους που «τα μάτια τους δεν έχουν ακόμη παγώσει». Αναδημοσιεύουμε, με αυτήν την αφορμή, άρθρο από το Ριζοσπάστη, την ημέρα του θανάτου του.

«Το να προσπαθήσει κανείς να μιλήσει για την 57χρονη προσφορά ενός ανθρώπου – ακούραστου εργάτη του θεάτρου, όπως ήταν το έργο του Βασίλη Διαμαντόπουλου, δεν είναι απλώς δύσκολο. Θα είναι πάντα λίγο, όπως συμβαίνει τις περισσότερες φορές που θέλει κάποιος να αποτιμήσει – ως ελάχιστο χρέος – το έργο ενός καλλιτέχνη, καθώς οι λέξεις δεν μπορούν ποτέ να αποτυπώσουν τη μαγεία μιας παράστασης. Δοσμένος, αφοσιωμένος μια ολόκληρη ζωή στην τέχνη του θεάτρου, ο Βασίλης Διαμαντόπουλος συνέχιζε να παλεύει με ελάχιστα οικονομικά υλικά, αλλά με πλούσια καρδιά για ό,τι πίστευε και ό,τι αγαπούσε.

Μέσα από το «Θεατρικό Εργαστήρι» που ίδρυσε πριν 12 χρόνια, αλλά και το «Σύγχρονο Θέατρο», έδινε το δημιουργικό παρών του, ενώ εξακολουθούσε να ονειρεύεται παρά τις απογοητεύσεις. Η πιο πρόσφατη απογοήτευση, που τη δέχτηκε, όμως, με αξιοπρέπεια, χωρίς να θέλει να δώσει συνέχεια, ήταν η επιχορήγησή του με 5 εκατ. από το ΥΠΠΟ. Εξέφρασε με την πικρία του, όχι, όμως και την αγανάκτηση που δικαιούνταν να αισθάνεται, όταν η πολιτεία αντί ευγνωμοσύνης, τον ξεχρεώνει με αδιαφορία. Επειδή, όμως, αισθανόταν ευθύνη απέναντι σε ένα κοινό που τον πίστευε, αποφάσισε να μη δεχτεί εκείνο το ποσόν και να κλείσει το θέατρό του.

Τη δημιουργική του ανάγκη, τη διοχέτευσε στη διδασκαλία. Πίστευε πάντα στο νέο. Πίστευε στους νέους ανθρώπους και εισέπραττε ελπίδα από αυτούς. «Ναι, είναι ελπίδα να βλέπει κανείς αυτά τα παιδιά που το μάτι τους δεν έχει παγώσει ακόμη. Κι αυτό είναι κάτι που μου δίνει κουράγιο», είχε πει σε συνέντευξή του στο «Ρ».

Δάσκαλος και «αιώνιος» μαθητής

Η διδασκαλία για εκείνον δεν ήταν μια απλή διαδικασία. Δεν ήταν απλώς ένας δάσκαλος. Ήταν παράλληλα ένας «αιώνιος» μαθητής. «Διδάσκω αεί διδασκόμενος», έλεγε και το εννοούσε. Η λέξη «καλλιτέχνης» δεν ήταν για τον Βασίλη Διαμαντόπουλο έννοια μονοσήμαντη. Συμμετείχε, δραστηριοποιούνταν, αγωνιούσε, εκφραζόταν, αγανακτούσε για όσα συνέβαιναν. Δε συμβιβάστηκε με το κατεστημένο. Ποτέ δεν εξαργύρωσε το ταλέντο του ούτε στη δουλειά του, ούτε στην προσωπική του ζωή. Οδηγός του αγώνα του, τόσο στην προσωπική του ζωή όσο και στη θεατρική του διαδρομή, υπήρξε πάντα το ενδιαφέρον του για τον συνάνθρωπό του. Πίστευε ότι δεν μπορούμε να υπάρξουμε μόνοι. «Υπάρχουμε – έλεγε – επειδή συνυπάρχουμε. Αν απομονωθούμε, όπως συμβαίνει δυστυχώς στις μέρες μας, νομίζω ότι αυτό σημαίνει θάνατο».

Ακλόνητος στην ιδεολογική του τοποθέτηση και την κομματική του ένταξη, εξηγούσε πως δεν ήταν «από πείσμα. Είμαι προσανατολισμένος. Δε διεκδικούμε το αλάθητο του ιδεολογικού μας χώρου, υπάρχουν όμως κάποιες βασικές αρχές που μένουν αναλλοίωτες και αδιαπραγμάτευτες. Δεν παραμένω από καθήκον. Είναι στάση ζωής. Έτσι λειτουργώ. Το να είναι κανείς τίμιος, είναι και εξυπνάδα».

«Πιστεύω στον κομμουνισμό» – δήλωνε το 1993 στα «Νέα». Σε μια εποχή που κάποιοι πίστευαν πως η «κατάρρευση» είχε δημιουργήσει αδιέξοδα, εκείνος τολμούσε και έλεγε «και αν θέλετε τώρα πιο πολύ από πριν».

Πλουσιότατη η καλλιτεχνική του δραστηριότητα

Ο Βασίλης Διαμαντόπουλος γεννήθηκε το 1920 στον Πειραιά. Σπούδασε αρχικά στη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου και του Θεάτρου Τέχνης. Στο Θέατρο Τέχνης έκανε και την πρώτη του θεατρική εμφάνιση, το 1942, παίζοντας μαζί με τον δάσκαλό του Κ. Κουν, στην «Αγριόπαπια» του Ιψεν, που υπήρξε και το εναρκτήριο έργο του νεοσύστατου «Θ.Τ.», όπου παρέμεινε μέχρι το 1949, ερμηνεύοντας περισσότερους από τριάντα ρόλους σε έργα των Πιραντέλλο, Ιψεν, Τσέχωφ, Πρίσλει, Ο’ Νιλ, Ξενόπουλου, Λόρκα, Ουίλιαμς, Μίλερ, κ.ά., που τον καθιέρωσαν ως πρωταγωνιστή του ελληνικού θεάτρου. Ακολούθησε η συνεργασία του με το θίασο Κατερίνας («Νίνα» του Ρουσέν) και το 1950 προσελήφθη στο Εθνικό, όπου μέχρι το 1953 πρωταγωνίστησε σε έργα των Πιραντέλλο, Τσέχωφ, Μπ. Σω, κ.ά.

Την ίδια χρονιά συγκροτεί δικό του θίασο και ανεβάζει τους «Εκατομμυριούχους της Νάπολης» του Ντε Φίλιπο και το πιραντελικό «Ο άνθρωπος, το κτήνος και η αρετή». Το 1954 παίζει στο σαιξπηρικό «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» με το θίασο Χατζίσκου.Το χειμώνα του ’54 – ’55 εμφανίζεται στο Θέατρο Τέχνης με τα μονόπρακτα του Τσέχωφ «Αρκούδα» και «Οι βλαβερές συνέπειες του καπνού» και του Πιραντέλλο «Ο άνθρωπος με το λουλούδι στο στόμα», επιβεβαιώνοντας για άλλη μια φορά το μεγάλο ταλέντο του. Επανέρχεται στο Εθνικό Θέατρο και παίζει Σαίξπηρ, Αριστοφάνη, Πιραντέλλο, Μεριμέ. Το 1958 ιδρύει με τη σύζυγό του Μαρία Αλκαίου,το «Νέο Θέατρο» και μέχρι το 1966 ανεβάζει έργα των Καμπανέλλη, Κασσόνα, Μπρεχτ, Ντε Φίλιπο, κ.ά.

Με την εγκαθίδρυση της δικτατορίας διέκοψε τη θεατρική του δραστηριότητα και αυτοεξορίζεται, μαζί με τη γυναίκα του, στο Παρίσι. Επιστρέφοντας στις αρχές της δεκαετίας του ’70, προσλαμβάνεται στο ΚΘΒΕ, και πρωταγωνιστεί σε παραστάσεις του Μίνου Βολανάκη. Συμβάλλοντας στην ίδρυση του Θεάτρου Σάτιρας του Γ. Μιχαλακόπουλου, έπαιξε μαζί του το 1973 – 74 στην επίκαιρη πολιτική σάτιρα του Κ. Μουρσελά «Ω, τι κόσμος, μπαμπά», στο «Ας παίξουμε τους δολοφόνους» του Φάιφερ και το «Συνεργό» του Ντίρενματ, που σκηνοθέτησε ο ίδιος. Ο κατάλογος των θεατρικών έργων που έπαιξε είναι πολύ μακρύς, εκτός όμως από το θέατρο, αρκετές και σημαντικές ήταν οι συμμετοχές του και σε κινηματογραφικές ταινίες. «Μαρίνος Κοντάρας» (1948), «Τελευταία αποστολή», «Νυχτερινή περιπέτεια», «Η αρπαγή της Περσεφόνης», «Το αμαξάκι», «Ερωτικές ιστορίες», κ.ά. Σημαντική και η παρουσία του στην ελληνική τηλεόραση, σε μια εποχή όμως που η τηλεόραση παρήγαγε αληθινή τέχνη. Ποιος μπορεί να ξεχάσει εκείνο το συναρπαστικό ντουέτο με τον Γιώργο Μιχαλακόπουλο (Σόλων) και τον Βασίλη Διαμαντόπουλο (Λουκάς) στην τηλεοπτική σειρά «Εκείνος κι εκείνος» με κείμενα του Κώστα Μουρσελά! Ακολούθησαν οι σειρές «Συμβολαιογράφος», στον πρωταγωνιστικό ρόλο, «Χατζημανουήλ», «Αλέξανδρος Δελμούζος», «Κλειδαρότρυπα» (σε δικό του σενάριο και σκηνοθεσία) κ.ά. Αλλά και στη νέα εποχή της τηλεόρασης εκπληκτική ήταν η παρουσία του στο «Εκμέκ παγωτό».

Την τηλεόραση, όμως, δεν την «αγαπούσε» ιδιαίτερα. «Η τηλεόραση – έλεγε – έχει κάνει φρικτό κακό. Κατά τη γνώμη μου σ’ όλους τους τομείς. Ενώ, η τηλεόραση θα μπορούσε να είναι ένα όπλο πραγματικά δημιουργικό, παιδαγωγικό, πληροφοριακό, είναι ακριβώς το αντίθετο».