Γιελένα Ομπραζτσόβα

Η «ντίβα» που χάρισε την ψυχή της στον κόσμο...

obr1
Γράφει: Γρηγόρης Τραγγανίδας - ΑΝΘΡΩΠΟΙ - 13/01/2015

Μια θρυλική μορφή του παγκόσμιου λυρικού θεάτρου, η ρωσίδα μέτζο σοπράνο, Γιελένα Ομπραζτσόβα, «έφυγε» χθες Δευτέρα, 12 Ιανουαρίου, από τη ζωή, στα 75 της χρόνια, σε κλινική της Λειψίας. Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση, η αιτία του θανάτου ήταν η ανακοπή καρδιάς. Αύριο η σορός της θα τεθεί σε λαϊκό προσκύνημα στο θέατρο Μπολσόι.

 Θεωρείται μία από τις καλύτερες Κάρμεν, ενώ «μετρά» πάνω από 40 σημαντικούς ρόλους στην καταπληκτική καριέρα της, σε όλα τα μεγάλα λυρικά θέατρα του πλανήτη, με το κοινό να την αποθεώνει. «Παράλληλα με τη συγκλονιστική φωνή της, η Ομπραζτσόβα διέθετε και σκηνικό χάρισμα» σημειώνει η «Μετροπόλιταν Όπερα» της Ν. Υόρκης σε ανακοίνωσή της, με την οποία εκφράζει τη βαθιά λύπη όλων των συντελεστών και εργαζομένων του θεάτρου για τη μεγάλη αυτή απώλεια. Ενώ, όλοι οι συνάδελφοί της, δεν περιορίζονται μόνο στο προφανές, δηλαδή στην αναγνώριση μιας σπουδαίας καλλιτέχνιδας, αλλά και στη σπάνια ποιότητα του χαρακτήρα της και της προσφοράς της. Διότι η  Ομπραζτσόβα δεν ήταν μόνο μία «ντίβα». Αλλά ήταν και μουσικο-παιδαγωγός, λυρική σκηνοθέτρια, καθηγήτρια στο Ωδείο Τσαϊκόφσκι της Μόσχας, ενώ, το 1996 ίδρυσε πολιτιστικό κέντρο στο Λένινγκραντ, δουλεύοντας με νέους καλλιτέχνες.

Η Γιελένα Ομπραζτσόβα γεννήθηκε το 1939 στο Λένινγκραντ. Από τις πρώτες μέρες της κήρυξης του πολέμου, ο πατέρας της έφυγε στο μέτωπο, με την υπόλοιπη οικογένεια να παραμένει στο πολιορκημένο από τους ναζί Λένινγκραντ μέχρι και το 1942, οπότε και κατάφεραν να φύγουν με μια από τις επιχειρήσεις διάσωσης των γυναικόπαιδων από τον Κόκκινο Στρατό.

Επέστρεψε με τη λήξη του πολέμου το 1945 και από το 1948 ξεκίνησε να τραγουδά στην πιονέρικη παιδική χορωδία της πόλης. Το 1957 ξεκινά να φοιτά στη μουσική σχολή του Ροστόφ απευθείας από το δεύτερο έτος. Το 1962 κερδίζει τον διεθνή διαγωνισμό στο πλαίσιο του φεστιβάλ νεολαίας στη Φινλανδία και τον πανσοβιετικό διαγωνισμό λυρικών τραγουδιστών της Μόσχας. Αμέσως την καλούν στο Μπολσόι όπου θα κάνει και το ντεμπούτο της στις 17 Δεκεμβρίου του 1963, στην όπερα «Μπορίς Γκοντουνόφ» του Μουσόρσκι. Το 1964 θα αποφοιτήσει και από το Ωδείο του Λένινγκραντ με βαθμό «άριστα συν», ο οποίος δεν είχε δοθεί από το 1924, ενώ παραμένει απλησίαστος μέχρι σήμερα. Αμέσως εντάχθηκε στους σολίστ του Μπολσόι και την ίδια χρονιά περιόδευσε με το θέατρο σε Ιαπωνία και Ιταλία, όπου ήταν και η πρώτη της επαφή με τη σκηνή της «Λα Σκάλα».

Θα ακολουθήσει μια συνεχώς ανοδική πορεία σε καλλιτεχνικό επίπεδο και σε παγκόσμια αναγνώριση. Το 1971 πραγματοποιήθηκε το πρώτο της ατομικό κοντσέρτο στο Παρίσι. Ακολουθούν Μιλάνο, Βιέννη, Βαρκελώνη, Τόκιο, Ν. Υόρκη. Το 1975, στην Ισπανία, ανακηρύχθηκε ως η καλύτερη ερμηνεύτρια της Κάρμεν. Το 1977 εμφανίζεται στο ρόλο της Δαλιδάς στην όπερα «Σαμψών και Δαλιδά» του Σαιν – Σανς. Ο κριτικός των «Νιου Γιορκ Τάιμς», Τορ Έκερτ, έγραψε: «Αμφιβάλλω ότι έχουμε ακούσει Δαλιδά, η οποία τόσο εύκολα θα επιβαλλόταν σε δυόμιση οκτάβες. Η Ομπραζτσόβα ερμηνεύει αυτόν τον δυσκολότατο ρόλο χωρίς ούτε μία σκιά πίεσης».

Τραγούδησε μαζί με τα μεγαλύτερα ονόματα του λυρικού θεάτρου και ερμήνευσε το σύνολο των μεγάλων γυναικείων ρόλων, όλων των σπουδαίων μουσουργών. Ηχογράφησε πάνω από 50 δίσκους και έπαιξε σε κινηματογραφικές μεταφορές λυρικών έργων.

Η πατρίδα της την τίμησε με όλους τους μεγάλους τίτλους και μετάλλια. Ο κατάλογος είναι μακρύς: Βραβείο Λένιν, Ήρωας Σοσιαλιστικής Εργασίας, Μετάλλιο για Υπηρεσίες προς την Πατρίδα, ακαδημαϊκός κ.ά.

Κι όμως. Αυτή η «ντίβα», αυτή η σπουδαία φωνή, η οποία ευτύχησε να έχει παγκόσμια αναγνώριση, ποτέ δεν ξέχασε τον πόνο και τους αγώνες του λαούς της. Ποτέ δεν ξέχασε την πολιορκία του Λένινγκραντ που της ενέπνευσε σεβασμό για το ψωμί.

Και μέχρι το τέλος, παρέμεινε καλλιτέχνιδα για το λαό της και όχι για τους εμπόρους:

«Δεν αντέχω τη λέξη “καριέρα”. Είναι ηλίθια λέξη. Εμείς δεν διδαχτήκαμε για να κάνουμε καριέρα. Εμείς διδαχτήκαμε να εκφράζουμε την ψυχή μας και να τη χαρίζουμε στον κόσμο»…

obr3