Γκυστάβ Κουρμπέ, ο ζωγράφος της παρισινής κομμούνας

| 01/08/2018

Ο Γκυστάβ Κουρμπέ γεννήθηκε το 1819 στο μικρό χωριό Ορνάν της  ανατολικής Γαλλίας από οικογένεια εύπορων αγροτών. Αρχικά έκανε νομικές σπουδές και στη συνέχεια σπούδασε ζωγραφική στο Παρίσι στη Ελβετική Ακαδημία, ένα ατελιέ όπου οι καλλιτέχνες δούλευαν χωρίς καθηγητή. Το 1844 εξέθεσε για πρώτη φορά στο Σαλόνι του Παρισιού τον πίνακα Ο Κουρμπέ με το μαύρο σκύλο.

Η επανάσταση του 1848 έκανε βαθύτατη εντύπωση στο νεαρό ζωγράφο με τη βίαιη και γενναία ιδιοσυγκρασία. Επηρεάστηκε από τις ιδέες του Προυντόν και η τέχνη του προσανατολίστηκε προς έναν κοινωνικό ρεαλισμό. Ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα των νέων αναζητήσεών του ήταν Οι άνθρωποι που σπάζουν την πέτρα. Μαζί με τον Μιλλέ και τον Ντωμιέ θεωρείται από τους ιδρυτές του σύγχρονου ρεαλισμού.

Ο Κουρμπέ ήθελε τα έργα του να είναι μια διαμαρτυρία εναντίον των καθιερωμένων συμβάσεων της εποχής του «να σοκάρει την αστική τάξη» και να την αφυπνίσει από την αυταρέσκειά της. Επίσης θέλησε να εκφράσει την αξία της ασυμβίβαστης καλλιτεχνικής ειλικρίνειας σε αντίθεση με τη παραδοσιακή κοινοτοπία. Το 1854 έγραφε σε γράμμα του: «να κερδίζω πάντα το ψωμί μου με την τέχνη μου χωρίς ποτέ να απομακρυνθώ ούτε τόσο δα από τις αρχές μου, χωρίς να πω ψέματα στη συνείδησή μου ούτε για μια στιγμή, χωρίς να ζωγραφίσω ούτε καν όσο μπορεί να σκεπάσει η παλάμη μου μόνο και μόνο για να ευχαριστήσω οποιονδήποτε ή για να πουλήσω πιο εύκολα». 

H επιμονή του να αποδίδει πάντα τον κόσμο όπως τον έβλεπε ενθάρρυναν και άλλους στο να απορρίψουν τις συμβάσεις και να ακολουθήσουν την καλλιτεχνική τους συνείδηση. Ο ρεαλισμός του επρόκειτο να σημαδέψει μια επανάσταση στην τέχνη.

Το έργο του Καλημέρα κύριε Κουρμπέ (1854) όπου εικονίζεται ο ίδιος ο ζωγράφος με ατημέλητο ντύσιμο να συνομιλεί με δύο πρόσωπα στην εξοχή, αποτελεί μια πρωτόγνωρη απεικόνιση για την εποχή, σχεδόν προσβλητική για το καλλιτεχνικό κατεστημένο. Ο ρεαλισμός της εικόνας θα πρέπει να δημιούργησε πολλά κακόβουλα σχόλια όσον αφορά στο θέμα της σύνθεσης, στο σχέδιο και το χρώμα.

Το 1855 έκανε ατομική έκθεση σε μια παράγκα – περίπτερο στο Παρίσι και την ονόμασε Le Realisme, G.Courbet. Δεν επιθυμούσε να έχει κανένα δάσκαλο παρά μόνο τη φύση και επίσης έλεγε: «Σκοπός μου, να είμαι σε θέση να ερμηνεύσω τις συνήθειες, τις ιδέες, την εικόνα της εποχής μου κατά τη γνώμη και την κρίση μου, να είμαι όχι μόνο ζωγράφος αλλά και άνθρωπος, με μια κουβέντα να κάνω ζωντανή τέχνη».

Ριζοσπαστικός απέναντι στην ακαδημαϊκή τέχνη, την οποία είχε βάλει στο στόχαστρο, όπως και κάθε τι που αποτελούσε εμπόδιο στην πρόοδο. Επαναστατικό πνεύμα και προσωπικότητα που ενοχλούσε, πρωταγωνιστής των γεγονότων της Κομμούνας το 1871, μετουσίωσε σε ζωγραφική τη δίψα του για αλλαγή, την ιδεολογία του και τις πολιτικές του θέσεις.

Ο πίνακας Ταφή στην Ορνάν (1849 – 1850) είναι μια ελαιογραφία μνημειακών διαστάσεων, όπου απεικονίζονται τα πρόσωπα κοινών ανθρώπων με τον πιο φυσικό τρόπο μέσα σε όλη τους τη μετριότητα, με φόντο μια μουντή ημέρα. Δεν εξειδανικεύεται τίποτα στη σύνθεση ούτε το τοπίο ούτε τα πρόσωπα. Η ρεαλιστική απόδοση προφανώς θα έφερνε τους θεατές της εποχής σε αμηχανία. Ο Κουρμπέ για να εξηγήσει τη σκηνή περιέγραφε τα πρόσωπα ως: Ο δήμαρχος που ζυγίζει εκατό κιλά, ο ιερέας, ο αστυνόμος, ο συμβολαιογράφος, ο σύμβουλος Μαρλέ.

Στην έκθεση του 1855, που χαρακτηρίστηκε αργότερα «Περίπτερο του ρεαλισμού», εκτέθηκε ο πίνακας Το ατελιέ, μια αλληγορική  προσωπογραφία που στον υπότιτλο αναφέρει: πραγματική αλληγορία μιας φάσης της καλλιτεχνικής μου ζωής, που διήρκεσε επτά χρόνια.

Στο κέντρο της σύνθεσης βρίσκεται ο ίδιος ο Κουρμπέ που ζωγραφίζει μια τοπιογραφία, είδος με το οποίο είχε ασχοληθεί ιδιαίτερα. Τη στιγμή της δημιουργίας συμμετέχει μια γυναικεία μορφή η μούσα που εμπνέει το ζωγράφο. Το γυμνό της σώμα αποτυπώνεται απολύτως ρεαλιστικά. Η κεντρική σκηνή περιβάλλεται από διάφορες μορφές τις οποίες εξηγεί ο ίδιος ο Κουρμπέ σε επιστολή του στον Σανφλερί, συγγραφέα του δοκιμίου Ο ρεαλισμός, στο οποίο επιχειρεί να δώσει θεωρητική υπόσταση στη νέα αισθητική. Ο πίνακας αποτελεί την επιτομή των θέσεων του ζωγράφου όσον αφορά την κοινωνία της εποχής του και την τέχνη. Κάθε στοιχείο στο έργο έχει συμβολική αξία και αντανακλά την προσωπικότητά του.

Ο Κουρμπέ λέει στο φίλο του πως στη δεξιά πλευρά ζωγράφισε τον κόσμο που ζει τη ζωή, δηλαδή όλους εκείνους τους διανοούμενους, ποιητές, οι οποίοι τον υποστηρίζουν στην αισθητική και ιδεολογική επανάσταση που έχει ξεκινήσει όπως ο Προυντόν, ο Μπριά, ο Μποντλέρ και ο Σανφλερί. Στο δεξί άκρο της σύνθεσης εικονίζεται ο Σαρλ Μποντλέρ να διαβάζει, θερμός υποστηρικτής της νέας αισθητικής στη ζωγραφική ως προς τη μορφή και περιεχόμενο της και φίλος με ζωγράφους όπως ο Μανέ, ο Ντελακρουά και ο Κουρμπέ.

Στην αριστερή πλευρά ο καλλιτέχνης ζωγράφισε τον κόσμο που ζει το θάνατο, τα θύματα των υλικών αναγκών, κυρίως τις φτωχότερες τάξεις. Εικονίζεται μια ρακένδυτη γυναίκα που θηλάζει το μωρό της, ένας λαθροθήρας, ένας ραβίνος και πολλές άλλες μορφές οι οποίες αποτυπώνουν με ρεαλιστικό τρόπο τις δυσκολίες και το αδιέξοδο της ζωής.

Η αντίθεση μεταξύ των δύο πλευρών δηλώνεται με πολύ εύστοχο τρόπο, η δεξιά πλευρά αποπνέει μια ζωντάνια συνολικά μέσα από την τοποθέτηση των μορφών, ενώ η αριστερή αποπνέει μια σκοτεινή και αδιεξοδική κατάσταση, μια απελπιστική ατμόσφαιρα η οποία σκεπάζει τα πρόσωπα.

Ένας πίνακας που μέχρι σήμερα δημιουργεί έντονα σχόλια και απαγορεύσεις είναι Η Προέλευση του κόσμου, όπου εικονίζεται ένα γυμνό γυναικείο σώμα με έμφαση στην περιοχή της ήβης. Το έργο τονίζει τη διπλή φύση του γυναικείου σώματος με τη σεξουαλικότητα από τη μια πλευρά και τη γέννηση από την άλλη.

Πολλά από τα θέματά του εκφράζουν την κοινωνική του συνείδηση όπως είχε διαμορφωθεί από τις ευρωπαϊκές επαναστάσεις του 19ου αιώνα. Δείξτε μου θεές και θα σας τις ζωγραφίσω, έλεγε σε αυτούς που έδειχναν έκπληξη με τα θέματα των έργων του.

Γκυστάβ Κουρμπέ, αυτοπορτρέτο

Ο Κουρμπέ εξελέγη μέλος του συμβουλίου της Κομμούνας, χωρίς να συμμετέχει στις μάχες καθώς δεν ήταν μέλος στην Εθνοφυλακή.

Πρωτοστάτησε στην κατεδάφιση της στήλης του Βαντόμ, που είχε ανεγείρει ο Ναπολέων Α’, και καταδικάστηκε σε πρόστιμο 323 χιλιάδων φράγκων και εξάμηνη φυλάκιση. Έχασε μεγάλο μέρος της περιουσίας του και για να αποφύγει επόμενη φυλάκισή του έφυγε στην Ελβετία. Τα οικονομικά προβλήματα σε συνδυασμό με την κακή του υγεία λόγω αλκοολισμού επέφεραν το θάνατο του στις 31 Δεκεμβρίου 1877, ενώ ήταν ακόμα εξόριστος στη Ελβετία.

Πηγές:

  • Taschen.
  • Παγκόσμια Εγκυκλοπαίδεια της Τέχνης, εκδ.Φυτράκης, 1964.
  • Ε.Η. Gombrich. Το Χρονικό της Τέχνης, MIET, 1994.
  • Παρίσι, Μουσείο Ορσέ, Μεγάλα Μουσεία, εκδ. Τράπεζα Κύπρου.
  • http://www.katiousa.gr/politismos/eikastika/gkystav-kourmpe-enas-zografos-stin-kommouna-tou-parisiou/

Η Κατερίνα Κοφφινά είναι πολιτισμολόγος. Σπούδασε «Ευρωπαϊκό Πολιτισμό» με μεταπτυχιακή εξειδίκευση στη Διοίκηση Πολιτισμικών Μονάδων στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο και Εφαρμοσμένες Εικαστικές Τέχνες στις σχολές Βακαλό και Αrtes (πρώην Δοξιάδη). Έχει εργαστεί πολλά χρόνια στον αρχιτεκτονικό χώρο. Έχει συνεργαστεί με ιδρύματα και συλλόγους στην παραγωγή καλλιτεχνικών και ιστορικών προγραμμάτων, καθώς και με τα περιοδικά «Ιστορία - Πάπυρος», «Science Illustrated», «Ιστορικά Θέματα», "Πολίτες" «Το Περιοδικό». Είναι ιδρυτικό μέλος της Ομάδας Παραγωγής Δημόσιας Ιστορίας "hιστορισταί". Επίσης είναι μέλος και γραμματέας του Δ.Σ του Συλλόγου Πτυχιούχων Ευρωπαϊκού Πολιτισμού.

ola