Γυναίκες ζωγράφοι στον ανδροκρατούμενο κόσμο των ιμπρεσιονιστών

Οι λίγες φωτεινές εξαιρέσεις που ξεπέρασαν τους περιορισμούς του φύλου

| 16/03/2018

Μπορεί όταν μιλάμε για ανδροκρατούμενα επαγγέλματα ή χώρους, το μυαλό μας συνήθως να μην αγγίζει τους χώρους της τέχνης καθώς επικρατεί η αντίληψη ότι γενικώς η τέχνη, έχοντας στην ίδια της τη φύση την έννοια της ελευθερίας,  δεν θέτει έμφυλους περιορισμούς. Εντούτοις, αυτό δεν ισχύει πάντα και πολύ περισσότερο δεν ίσχυε παλαιότερα.  ToPeriodikoGR αναδημοσιεύει από το elCulture.gr άρθρο που υπογράφει η Αργυρώ Μποζώνη για τις γυναίκες του ιμπρεσιονισμού. Ας γνωρίσουμε τις μεγάλες κυρίες που «έσπασαν» το φράγμα και κατάφεραν να καθιερωθούν μεταξύ των ιμπρεσιονιστών στη ζωγραφική.

«Στον ανδροκρατούμενο κόσμο των ιμπρεσιονιστών και των ζωγράφων του 19ου αιώνα, οι φωτεινές και λίγες εξαιρέσεις των γυναικών καλλιτεχνών συγκροτούν μια έκθεση που διοργανώνει η Αμερικανική Ομοσπονδία Τεχνών στο Speed Art Museum στο Λούισβιλ. Παρά την περιορισμένη πρόσβασή τους στα σαλόνια της τέχνης, τα επιτεύγματα και η παρουσία των γυναικών που ξεπερνούσαν την ταυτότητα της ερωμένης, του μοντέλου ή της μούσας, καταγράφηκαν ως αξιοσημείωτα στο Παρίσι στα τέλη του 19ου αιώνα, που ήταν το πιο ζωντανό πολιτιστικό κέντρο του κόσμου εκείνης της εποχής. Οι γυναίκες μέσα στον ιμπρεσιονισμό ξεπέρασαν τους περιορισμούς του φύλου, -κάτι που απασχολεί ακόμα και σήμερα τις γυναίκες στη σχέση τους με την τέχνη, δημιουργώντας αδιανόητες για την εποχή σταδιοδρομίες.

Η συμβολή τους στην τέχνη δεν αφορά μόνο την ποιότητα και τον όγκο του έργου τους, αλλά και το ρόλο τους στην ανάπτυξη της δημιουργίας από γυναίκες καλλιτέχνες. Ανάμεσα σε αυτές συναντάμε τις Berthe Morisot, Mary Cassatt, Rosa Bonheur, Anna Ancher, Lilla Cabot Perry και Paula Modersohn-Becker.

Η φοίτησή τους στην Ècole des Beaux-Arts, τη σπουδαιότερη Ακαδημία της Γαλλίας μέχρι το 1897, ήταν απαγορευμένη. Παρακολουθούσαν ιδιωτικές Ακαδημίες και εξέθεταν ανεξάρτητα τα έργα τους, σχηματίζοντας τη δική τους ένωση Femmes Peintres et Sculpteurs το 1881. Πολύ αργότερα, οι Γαλλίδες απέκτησαν θεμελιώδη δικαιώματα όπως η πρόσβαση στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, το άνοιγμα τραπεζικού λογαριασμού και η απόκτηση νόμιμης κηδεμονίας των παιδιών τους.

Το ηθικό και κοινωνικό στίγμα εμπόδιζε την πλήρη συμμετοχή των γυναικών στις τέχνες. Όπως και τα ταμπού εναντίον τους και η περιορισμένη πρόσβαση σε διάφορες τοποθεσίες, περιόρισαν αυτόματα και τη γκάμα των θεμάτων τους. Όμως ήταν αυτές που έσπρωξαν με τον τρόπο τους το γυναικείο ζήτημα στα άκρα μέσα στον κόσμο της τέχνης, ξεκινώντας έναν αγώνα για ισότητα που γνωρίζουμε ακόμα σήμερα.

Berthe Morisot

Édouard Manet, Berthe Morisot with a Bouquet of Violets (in mourning for her father), 1872, Musée d’Orsay

Η Μπερθ Μοριζό γεννήθηκε το 1841 σε μια εύπορη αστική οικογένεια και η μητέρα της ήταν ανιψιά του Φραγκονάρενώ ο πατέρας της είχε σπουδάσει αρχιτεκτονική. Η οικογένεια από τη Μπουρζ μετακόμισε στο Παρίσι όταν ήταν παιδί. Ως κόρη αστικής οικογένειας έλαβε καλλιτεχνική μόρφωση, ενώ ο δάσκαλός της Joseph Guichard την πήγαινε στις αίθουσες του Λούβρου για να εξασκηθεί αντιγράφοντας πίνακες ζωγραφικής. Η Μοριζό εγγράφηκε ως αντιγραφέας στο Μουσείο του Λούβρουκαι το 1860 με την προτροπή του Κορό άρχισε να εργάζεται στην ύπαιθρο. Το 1863-64 σπούδασε γλυπτική με τον Aimé Millet, αλλά κανένα από τα γλυπτά της δεν έχει σωθεί.

Η Μοριζό, η οποία θεωρείται ως μια από τις τρεις «μεγάλες κυρίες» του ιμπρεσιονισμού μαζί με τη Μαίρη Κασάτκαι τη Μαρί Μπρακεμόντ, εξέθεσε για πρώτη φορά το 1864 στο διάσημο Salon de Paris, την επίσημη ετήσια έκθεση της Académie des beaux-arts στο Παρίσι. Εντάσσεται στους ιμπρεσιονιστές που απορρίπτονται από την Ακαδημία όπως ο Πολ Σεζάν, ο Εντγκάρ Ντεγκά, ο Κλοντ Μονέ, ο Αλφρέντ Σίσλεϊ και ο Πιερ Ογκίστ Ρενουάρ.

Η Μοριζό ήταν παντρεμένη με τον αδερφό του Εντουάρ Μανέ, Ευγένιο. Με τον Μανέ διατηρούσαν σχέση ισοτιμίας παρόλο που πολλοί πιστεύουν ότι τον ακολουθούσε σε κάθε καλλιτεχνικό βήμα. Ήταν αυτή που τον έπεισε να δοκιμάσει να ζωγραφίζει στη φύση. Έγραψαν πως «κανείς δεν αντιπροσωπεύει τον ιμπρεσιονισμό με πιο εκλεπτυσμένο ταλέντο από αυτό της Μπερθ Μοριζό».

Bergère nue couchée

Portrait de Mme Morisot et de sa fille Mme Pontillon ou La lecture

Grain field, c.1875

Mary Kassat

Στον πίνακα της Μαίρη Κάσατ «Διαβάζοντας τη “Le Figaro”», απεικονίζεται η ιδέα που είχε η ζωγράφος και χαράκτης για τις γυναίκες. Πίστευε στη μόρφωση των γυναικών ώστε να είναι καταρτισμένες και ενεργές και εργάσθηκε και μέσα από το έργο της για την εικόνα της Νέας Γυναίκας.

Η Κάσατ γεννήθηκε στην Πενσυλβάνια αλλά έζησε το μεγαλύτερο μέρος της  ενήλικης ζωής της στη Γαλλία. Έγινε φίλη με τον Εντγκάρ Ντεγκά και έμαθε από τους ιμπρεσιονιστές να χρησιμοποιεί τις γοργές πινελιές, τα φωτεινά χρώματα και τα θέματα από την καθημερινή ζωή που χαρακτήριζαν το ιμπρεσιονιστικό κίνημα.

Η Κάσατ συχνά δημιουργούσε εικόνες από τη δημόσια και ιδιωτική ζωή των γυναικών, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στον στενό δεσμό ανάμεσα στις μητέρες με τα παιδιά. Η μητέρα της, Κάθριν Κέλσο Τζόνσον, προερχόταν από οικογένεια τραπεζιτών και άσκησε βαθιά επίδραση στην κόρη της.

«Όποιος είχε το προνόμιο να γνωρίσει τη μητέρα της Μαίρη Κάσατ, θα καταλάβαινε αμέσως ότι από αυτήν και μόνο η (Μαίρη) κληρονόμησε την ικανότητά της», γράφει στα απομνημονεύματά της η φίλη της Λουιζίν Χαβμάιερ.

Η Κάσατ, επιτυχημένη, άρτια εκπαιδευμένη καλλιτέχνης ποτέ δεν παντρεύτηκε. Πήρε μέρος στις εκθέσεις των ιμπρεσιονιστών και σήμερα θεωρείται ως μια εκ των σπουδαιότερων Αμερικανών ιμπρεσιονιστών.

Portrait of the Artist

Young Woman in a Black and Green Bonnet, Looking Down

Cassatt corner loge

Rosa Bonheur

Edouard Louis Dubufe, Portrait of Rosa Bonheur 1857.

Ρόζα Μπονέρ γεννήθηκε στο Μπορντώ της Γαλλίας και μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον καλλιτεχνικό που υποστήριζε την ελευθερία στη σκέψη και στην κίνηση. Ο πατέρας της άσκησε μεγάλη επιρροή στη Ρόζα, τόσο καλλιτεχνικά όσο και κοινωνικά. Ήταν και ο ίδιος καλλιτέχνης και σοσιαλιστής, υποστήριζε την ισότητα των δύο φύλων και την κατάργηση των ταξικών διαφορών και έδωσε καλλιτεχνική παιδεία και στα τέσσερα παιδιά του.

Η Μπονέρ από μικρή ζωγράφιζε ζώα και όταν ως ενήλικη εξασφάλισε την άδειατης αστυνομίας στο Παρίσι το 1829, μπορούσε να κυκλοφορεί με ανδρικά ρούχακαι να μελετά την ανατομία των ζώων. Ζωγράφιζε σε πάρκα, αγορές αλόγων και σφαγεία και σήμερα θεωρείται η πιο διάσημη ζωγράφος ζώων του 19ου αιώνα.

Έλεγαν ότι ζωγράφιζε «σχεδόν σαν άντρας», ήταν η καλύτερη φιλοφρόνηση για το έργο της. Φορώντας  ένα βαρύ αντρικό πανωφόρι και τις ψηλές λασπωμένες μπότες της δούλεψε σκληρά και το έργο της έγινε διάσημο ακόμα και στην Αμερική. H Μπονέρ με τη στάση της άνοιξε το δρόμο σε καλλιτέχνες που την ακολούθησαν, ήταν μια «Νέα Γυναίκα» του 19ου αιώνα. Ήταν τόσο διάσημη που υπήρχαν παιδικές κούκλες με το όνομα Ρόζα. Έζησε με την παιδική της φίλη ζωγράφο Nathalie Micas και τα τελευταία χρόνια της ζωής της συνδέθηκε με την επίσης ζωγράφο Anna Klumpke τη συγγραφέα της αυτοβιογραφίας της. Έχουν ταφεί μαζί στο κοιμητήριο Père Lachaise στο Παρίσι.

Royale à la maison

The Horse Fair

Spanish muleteers crossing the Pyrenees, 1875

Lilla Cabot Perry

Η Λίλα Κάμποτ Πέρι γεννήθηκε το 1848 και ήταν Αμερικανίδα καλλιτέχνης που ζωγράφισε επηρεασμένη από τον μέντορά της Κλοντ Μονέ. Η Πέρι ήταν από τις πρώτες που συνέβαλε στην αποδοχή του κινήματος και της αποδοχής του στις Ηνωμένες Πολιτείες. Με καταγωγή από εξέχουσα οικογένεια της Βοστόνης ζούσαν σε έναν πνευματικό κύκλο και η νεαρή Πέρι μελέτησε λογοτεχνία, γλώσσα, ποίηση και μουσική.

Στα 17 της μετά το τέλος του Αμερικανικού Εμφύλιου μετακόμισε με την οικογένειά της σε μια φάρμα στο Canton της Μασαχουσέτης, όπου ζωγράφισε πολλά από τα πρώτα της ενδιαφέροντα τοπία και φύσεις.

Ταξίδεψε με τους γονείς της το 1867 στην Ευρώπη, όπου σπούδασε ζωγραφική. Το 1884 η Perry ξεκίνησε την επίσημη καλλιτεχνική της κατάρτιση με τον ζωγράφο πορτρέτων Alfred Quinton Collins, αφού είχε ήδη γίνει μητέρα. Πήρε μαθήματα από πολλούς διάσημους δασκάλους ζωγραφικής, ανάμεσά τους ο Dennis Bunker στο Cowles Art School στη Βοστώνη, ο οποίος δίδαξε στους φοιτητές του «φιλελεύθερες θεωρίες» στην καλλιτεχνική δημιουργία. Στο έργο της υπάρχει η ανάμειξη ανατολικής και δυτικής αισθητικής που συνέβαλαν τόσο στον αμερικανικό όσο και στο γαλλικό ιμπρεσιονισμό. Επίσης, συνεργάστηκε στενά με τον Camille Pissarro για να τον βοηθήσει οικονομικά, πουλώντας το έργο του σε φίλους και στην οικογένειά της στην Αμερική.

Child in Window

In a Japanese Garden, 1898-1901

Lady with a Bowl of Violets, 1910

Anna Ancher

Anna Ancher, self-portrait

Δανή καλλιτέχνης Άννα Άντσεργεννήθηκε στο Σκάγκεν της Δανίας και σήμερα θεωρείται από τις μεγαλύτερες εικαστικούς καλλιτέχνες της Δανίας. Το ταλέντο της ήταν προφανές από την παιδική της ηλικία και ανήκε στον κύκλο που εγκαταστάθηκαν για να ζωγραφίσουν στο Σκάγκεν, στο βόρειο τμήμα της Γιουτλάνδης.

Η Άντσερ σπούδασε ζωγραφική για τρία χρόνια στο Κολλέγιο ζωγραφικής Vilhelm Kyhn στην Κοπεγχάγη, ανέπτυξε το δικό της στυλ και ήταν πρωτοπόροςστην παρατήρηση της αλληλεπίδρασης διαφόρων χρωμάτων στο φυσικό φως.

Σπούδασε επίσης ζωγραφική στο Παρίσιστο ατελιέ του Pierre Puvis de Chavannes. Παντρεύτηκε το 1880 τον ζωγράφο Michael Ancher και παρά τις πιέσεις της κοινωνίας ότι οι παντρεμένες γυναίκες έπρεπε να αφιερώσουν το χρόνο τους στα οικιακά καθήκοντα μετά το γάμο, συνέχισε να ζωγραφίζει. Προτιμούσε να ζωγραφίζει εσωτερικούς χώρους και απλά θέματα από την καθημερινή ζωή των ανθρώπων του Σκάγκεν, ιδιαίτερα των ψαράδων, των γυναικών και των παιδιών.

Ασχολήθηκε έντονα με την εξερεύνηση του φωτός και του χρώματος και δημιούργησε επίσης πιο πολύπλοκες συνθέσεις σε πολλά έργα της. Τα έργα της αντιπροσώπευαν την τέχνη της Δανίας παγκοσμίως.

Syende fiskerpige (Sewing Fisherman’s Wife, 1890)

Harvesters, 1905

Plucking the Christmas Goose, 1904

Paula Modersohn-Becker

Paula Modersohn-Becker

Η Γερμανίδα Πόλα Μόντερσον Μπέκεργεννήθηκε το 1876 και ήταν από τις κυριότερες εκπροσώπους του πρώιμου εξπρεσιονισμού. Η σταδιοδρομία της ήταν σύντομη, αφού πέθανε σε ηλικία των 31 ετών από θρόμβωση μετά τη γέννα.

Είναι η πρώτη γυναίκα που ζωγράφισε γυμνά αυτοπορτρέτα. Ήταν σημαντικό μέλος του καλλιτεχνικού κινήματος του μοντερνισμού στις αρχές του εικοστού αιώνα. Η Μπέκερ γεννήθηκε στη Δρέσδηκαι μεγάλωσε σε μια οικογένεια η οποία παρείχε στα παιδιά της ένα καλλιεργημένοκαι πνευματικό οικιακό περιβάλλον.Μετακόμισαν το 1888 στη Βρέμη και η Μπέκερ άρχισε να φοιτά στη σχολή τέχνης Wood St John.

Το 1893 μπήκε στον κύκλο των καλλιτεχνών του Worpswede. Διδάχθηκε ζωγραφική ιδιωτικώς, ωστόσο το 1896 συμμετείχε σε ένα μάθημα ζωγραφικής με τη χορηγία του Verein der Berliner Künstlerinnen (Ένωση Γερμανών καλλιτεχνών του Βερολίνου), το οποίο προσέφερε σπουδές τέχνης σε γυναίκες. Το 1900 πήγε στο Παρίσι και σπούδασε στην Ακαδημία Colarossi στο Καρτιέ Λατέν. Το 1901 παντρεύτηκε τον Otto Modersohn. Έκανε συχνά ταξίδια στο Παρίσι και θεωρείται πως άσκησε επιρροή και σε μερικούς πίνακες του Πικάσο.

Κατά τη διάρκεια μιας από τις παραμονές της στο Παρίσι πήρε μαθήματα στο École des Beaux-Arts. Επισκέφτηκε συχνά τις σύγχρονες εκθέσεις και ήταν ιδιαίτερα ενθουσιασμένη με το έργο του Paul Cézanne. Άλλοι μετα-ιμπρεσιονιστές που άσκησαν στο έργο της ιδιαίτερη επιρροή, ήταν οι Vincent van Gogh και ο Paul Gauguin. Κατά τη διάρκεια του τελευταίου ταξιδιού της στο Παρίσι το 1906, παρήγαγε μια σειρά από έργα ζωγραφικής, ανάμεσά τους και πορτρέτα φίλων της, όπως ο Ρίλκε και ο Σόμπαρτ.

Οι ιστορικοί της τέχνης συμφωνούν ότι αυτή η περίοδος ήταν η ισχυρότερη και η πιο επίπονη της καλλιτεχνικής παραγωγής της. Η επιθυμία της για ανεξαρτησίακλόνιζε συχνά το γάμο της. Σχεδίαζε να καταφέρει να συνδυάσει τη μητρότητα και την καριέρα. Την τελευταία μέρα της ζωής της περπάτησε μερικά βήματα, κάθισε, πήρε το νεογέννητο βρέφος στην αγκαλιά της, παραπονέθηκε για πόνο στα πόδια και πέθανε, λέγοντας μόνο «Τι κρίμα».

Clara Rilke Westhoff, Paula Modersohn-Becker, 1905

Paula Modersohn-Becker

Halbakt Italienerin»

 

 

 

 

Η κεντρική φωτογραφία είναι έργο της Mary Cassatt, το Little Girl in a blue armchair, από το 1878

Πηγή: commons.wikimedia.org

ola

Περισσότερα Άρθρα

«Πέτρινο Κτίριο»: Αλληλεγγύη χωρίς κυβερνητική… και μη, διαμεσολάβηση

«Δεν θεωρούμε ότι πρέπει ή ότι μπορούμε να υποκαταστήσουμε το κράτος από την ευθύνη του να διασφαλίσει τις συνθήκες ζωής των προσφύγων (…) Είμαστε όμως μέλη ενός λαού που δείχνει την αλληλεγγύη του στους πρόσφυγες με κάθε τρόπο (…)».