Δυo κύματα δρόμος

Οι άνθρωποι που εξαιτίας τους αγάπησα τη θάλασσα

OLYMPUS DIGITAL CAMERA
Γράφει: Ηλίας Παυλόπουλος - ΑΝΘΡΩΠΟΙ - 30/05/2014

Ποτέ μου δεν συμπάθησα ιδιαίτερα τη θάλασσα. Θες γιατί ήμουν παχουλός και ντρεπόμουν να περιφέρω τα πάχη μου τα κάλλη μου, θες γιατί ό,τι εξίταρε το αταβιστικό μου γίγνεσθαι, το είχα συνδέσει ειμαρμένα με δάση, ξωτικά και βουνοκορφές, θες γιατί τα χωριά όπου εξέδραμα τα ανυπόφορα καλοκαίρια της πρώτης νιότης μου βρίσκονται σε υπώρειες βουνών, θες ότι πίεσα τον εαυτό μου το καλοκαίρι πέμπτης προς έκτη δημοτικού να διαβάσει ένα εξωσχολικό βιβλίο (όπως είχε πει ο δάσκαλος) και θες γιατί αυτό το βιβλίο που βρήκα στη βιβλιοθήκη του πατέρα μου ήταν «Ο Ωκεανός» του Ηλία Βενέζη που ποτέ δεν το τελείωσα. Θες γιατί διάβασα μεγαλώνοντας το «Γέρος και η θάλασσα» , που δεν το λες και καμιά πετυχημένη προπαγάνδα υπέρ του ενάλιου κάλλους. Θες, θες, θες. Δεν το είχα και πολύ με τη θάλασσα.

Μεγαλώνοντας τη συμπάθησα. Και σίγουρα όχι εξαιτίας εκείνων των ευφάνταστων γουολπέιπερς που καδράρουν όλοι στα πισιά τους και φαντασιώνονται ατέρμονες αποδράσεις απ’ τη δουλεία της δουλειάς. Αγάπησα τη θάλασσα εξαιτίας των ανθρώπων που ζουν κοντά σε αυτές. Που ζουν λόγω αυτών. Που ζουν με αυτές. Αγάπησα τη θάλασσα όταν πρωτοπήγα στην Κάλυμνο. Ναι, στην Κάλυμνο (όχι δεν ακολουθεί πουλημένο ριπόρτ από το υπουργείο τουρισμού). Ένα νησί, το οποίο ομολογουμένως δεν φημίζεται για τις «παραδεισένιες» παραλίες του, τουλάχιστον όχι με τα «γραφικά» κριτήρια των τουριστικών οδηγών. Όμως τις ωραίες παραλίες και θάλασσες ίσως να μην τις κάνουν απαραίτητα η δαντελωτή τοπογραφία, τα τουρκουάζ νερά, τα «σωστά» μοχίτα και ο «καλός» νυχτερινός κόσμος.

Ίσως τις ωραίες θάλασσες να τις κάνουν τα ωραία βιώματα μας ξερωγώ, που απλώς έχουν το υγρό μπλε σαν ηχοεικαστικό χαλάκι για τα δικά μας καταστασιακά δρώμενα και για τον «καθορισμό ολοκληρωμένων διασκεδάσεων», έτσι για να απονοηματοδοτήσω και λίγο ‘κείνο τον τρελό τον Ντεμπόρ. Ο Nτεμπόρα, O Mores, θα μου πεις και δίκιο θα’ χεις.

Για εμένα ας πούμε, την ωραία θάλασσα την κάνει η καλή παρέα του κουμπάρου μου του «Τάληρου», του κωλόφαρδου Κρέοντα, του Κουτσουφιού που χορεύει τον καλύτερο χορό του μηχανικού (και είναι και θρυλάρα), του μαλάκα του Χούλιο (και ας έχω να τον δω στο νησί από τότε που πήρε τελευταία φορά ο βάζελος πρωτάθλημα στη μπάλα) και τόσων άλλων φίλων. Την ωραία θάλασσα την κάνουν επίσης οι ωραίες φιλοσοφικές και μουσικές συζητήσεις μας, που καμιά φορά συγχέονται ντανταϊστικά με μπάλα και μπάσκετ με αποτέλεσμα να πέφτουν και μερικά γαμωσταυρίδια ένθεν και ένθεν.

Τις ωραίες θάλασσες τις κάνουν οι ωραίοι χταποδοκεφτέδες της δεύτερης μάνας μου στο νησί, της Κυρίας Άννας αλλά και το εξαιρετικό φτηνό φαί του Μαμουζέλου, τα 2 στα 4 ποτά που στο τέλος πληρώνεις στο Cantina Rock & Blues, μα που σε κάνει να θες να αφήσει πουρμπουάρ στο θεό Μπάμπουρα και παραπάνω από όσο πραγματικά κοστίζουν. Γιατί νιώθεις ότι σε μερικούς τόπους το χρήμα δεν μετράει μόνο με την μονεταριστική καπιταλιστική λογική. Στην Κάλυμνο δεν υπάρχει το χρήμα. Υπάρχει μόνο η χρήση του. Η έλλογη χρήση του, η οποία διατηρεί τις ανθρώπινες επαφές στο προσκήνιο, χωρίς να χειραγωγεί τις σχέσεις.

Επίσης -για μένα μιλάω πάντα- τις ωραίες θάλασσες-ακρογιαλιές-δειλινά δεν τις κάνει η καλλιτεχνική ματιά και το καλό νετάρισμα ή φλουτάρισμα του φακού του φωτογράφου που τις απαθανατίζει. Αλλά τις κάνει η φωτογραφία στην οποία τραβάς εσύ τον φωτογράφο που φωτογραφίζει τις ακρογιαλιές δειλινά. Ή έστω όταν ο φωτογράφος της παρέας, ο Τόνυ, σου ζητάει να τσεκάρεις την βραδινή λήψη της παραλίας στο Καντούνι, από τον προμαχώνα της Πατέλας, πριν πατήσει το τελικό κλικ. Και αυτομάτως σε προσκαλεί να γίνεις συνένοχος της ομορφιάς μέσω της τέχνης του. Της ομορφιάς που μόνο το keen eye ενός φωτογράφου – που λένε και στα ξένα- μπορεί να δει.

Σπουδαία πράματα λέμε. Γαμάτοι άνθρωποι. Ωραίες θάλασσες. «Τώρα…», θα μου πεις, και εύλογα «…γίνεσαι μελοδραματικός». Ναι για εμάς που έχουμε μάθει να ζούμε στον μηδενισμό των μεγαλουπόλεων, όλα αυτά φαίνονται γραφικά, ρομαντικά.

Σαν στίχος του Λειβαδίτη σε κάδο σκουπιδιών. Ακόμη και στο άκουσμα λέξεων που εμπεριέχουν την αρραγή συναρμογή φωνηέντων αμφιπλεύρως του λάμδα όπως: δειλινά, ήλιος, θάλασσα, ελευθερία, καλό,  αντιδράμε καχύποπτα. Μας κατακλίζει, ρε παιδί μου, μια φθονερή διάθεση να τις αποδομήσουμε, ως απόδειξη ευστροφίας. Όχι χάριν μιας νέας δημιουργίας. Αλλά εγωτιστικά. Φτηνά δηλαδή. Άλλωστε η εξυπνοσύνη είναι μεγάλο προτέρημα στις μέρες μας. Κερδίζει μπόλικα λίκε στο φέισμπουν. Ψάχνουμε τότε στο γουγλ για να βρούμε αντεπιχειρήματα. Προτάσσουμε (sic), για να κερδίσουμε το λεκτικό παίγνιο (πρέπει πάντα να κερδίζουμε άλλωστε), λέξεις όπως «γελοιότητες», «ελεεινότητες», «μαλακίες». Και μετά σου λέει ο άλλος «Πάρτα ρε μαλάκα. Ορίστε λέξεις, όπου το λάμδα χωρίζει δυο φωνήεντα και δεν υποδηλώνουν τις γλυκοτσουτσουνίστικες παπαριές που μας τσαμπουνάς». Το λάμδα που χωρίζει, σκέφτεσαι. Όχι που ενώνει, ξανασκέφτεσαι. Ου γαρ οίδασι τι ποιούσι, μονολογείς. Και το αντιπαρέρχεσαι.

Τότε σαν θεία επιφώτιση έρχεται η ατάκα ενός άλλου καλού μου φίλου Καλυμνιού, του Σάκη. Ενός -μετρημένου στα λόγια του- τύπου που αγαπάει το ψάρεμα και τη θάλασσα από πάντα, και που η κουβέντα του γίνεται παντιέρα και παλίμψηστο απλής διαλεκτικής για την «ομορφιά του κόσμου» που τραγουδάει και ο Ξυλούρης.

-Ρε Σάκη; Πόση ώρα είναι από Αστυπάλαια για Κάλυμνο;

-Δυο κύματα δρόμος.

Εκεί όπου ο άνθρωπος μιλάει με τις ωραίες λέξεις επειδή είναι κομμάτι της ζωής του. Επειδή οι εν λόγω λέξεις δεν συστρατεύονται από κάποια ιδιοτελή φαντεζί χρηστικότητα, όσο από την ανάγκη να επικοινωνηθεί μια απλή, καθημερινή στιγμή.

Οι άνθρωποι που εξαιτίας τους αγάπησα τη θάλασσα, λοιπόν, μου έδωσαν ένα πολύ ουσιαστικό μάθημα όλα αυτά τα χρόνια. Ένα μάθημα που δεν τελειώνει ποτέ. Μου έμαθαν να ζω ωραία. Και σε κάθε μας συναναστροφή, μου αποδεικνύουν ότι η ζωή δεν πρέπει να μετριέται με ώρες και λεπτά. Μου έμαθαν να ζω σε έναν κόσμο, όπου τα πάντα ή έστω σχεδόν τα πάντα μετριούνται με κύματα ή με αστέρια ή με ωραίες ιδέες ή με καλαμπούρια ή με καλό φαί. Και ασχέτως αν εγώ εξακολουθώ να είμαι κακός μαθητής τις υπόλοιπες 350 μέρες του χρόνου, με έμαθαν εντούτοις να εκτιμώ την ομορφιά του εφήμερου, για πάντα.