Δύο πίνακες του Βερμέερ

«Ο μικρός δρόμος στο Ντελφτ» και «Νέα γυναίκα που διαβάζει γράμμα»

| 16/06/2019

Ο μεγάλος Ολλανδός ζωγράφος Γιαν Βερμέερ (1632 – 1675) έζησε σχεδόν αποκλειστικά στο Ντέλφτ. Σαράντα οκτώ έργα του που έφτασαν ως εμάς τον ανέδειξαν ως τον μεγαλύτερο δάσκαλο του χρώματος ανάμεσα στους Ολλανδούς ζωγράφους του αιώνα του. Ο Βερμέερ είχε ξεχαστεί μετά το θάνατό του, ελάχιστοι γνώριζαν την ύπαρξή του. Ο θαυμασμός του Άγγλου ζωγράφου και προσωπογράφου του 18ου αιώνα Τζόσουα Ρέυνολντς για το Βερμέερ τον έφερε στο προσκήνιο, έτσι «ανακαλύφθηκε» από τους νεώτερους. Κατά αυτό τον τρόπο αναδύθηκε από την αφάνεια ο μεγάλος αυτός καλλιτέχνης.

Θέματα από την καθημερινή ζωή (ρωπογραφίες) και εσωτερικά σπιτιών γεμάτα γαλήνη και αρμονία λουσμένα σε ένα απαλό φως, το οποίο εισέρχεται στο χώρο από ψηλά παράθυρα ή φεγγίτες και προσδίδει μια μυσταγωγική ατμόσφαιρα.

Η χρήση των μορφών και των χρωμάτων στα έργα του γίνεται με έναν ιδιαίτερα λεπτομερή τρόπο που ζωντανεύει τις στιγμές της καθημερινότητας και ταυτόχρονα τις ανάγει στην αιωνιότητα μέσα από μια μεταφυσική εικαστική διαδικασία.

«Ο μικρός δρόμος στο Ντελφτ» φιλοτεχνήθηκε το 1658 και είναι μια ελαιογραφία σε μουσαμά σχετικά μικρών διαστάσεων 54χ44 εκ. Κατά τον 17ο και 18ο αιώνα εκποιήθηκε πολλές φορές στο Άμστερνταμ. Αργότερα τον 19ο αιώνα ανήκε στις συλλογές Βαν Βίντερ και Σιξ. Το 1921 αγοράστηκε από τον σερ Χένρυ Ντέτερντινγκ, που το δώρισε στο Κρατικό Μουσείο. Το έργο αυτό θεωρήθηκε ένα αριστούργημα και θαυμάστηκε με πρωτόγνωρο τρόπο, κάποιοι κριτικοί διατύπωσαν την άποψη ότι ήταν η ωραιότερη ζωγραφική καβαλέτου στην παγκόσμια τέχνη. Ο Προυστ του είχε αφιερώσει ένα απόσπασμα σε μυθιστόρημά του.

The Little Street

Ο πίνακας είναι μια άποψη από το πίσω μέρος του σπιτιού του Βερμέερ στο Ντελφτ και κοιτάζει το Γηροκομείο Γυναικών στη Βολντεργκράχτε, το οποίο κατεδαφίστηκε περίπου το 1660 και στη θέση του οικοδομήθηκε το κτήριο της Συντεχνίας του Αγίου Λουκά. Στην αριστερή πλευρά διακρίνεται το Γηροκομείο Ανδρών. Η ρεαλιστική αυτή αποτύπωση του κτηρίου η οποία αποτελεί ένα πρότυπο αρχιτεκτονικής ισορροπίας και υποδειγματικής δομής και η καθημερινότητα που χαρακτηρίζει τη σκηνή μεταμορφώνεται σε μια λυρική εικόνα που σταματάει το χρόνο και ταξιδεύει στην αιωνιότητα.

Η συννεφιασμένη αυτή μέρα αποκτά μια μαγική διάσταση και μας μεταφέρει εκεί, μπορούμε να πλησιάσουμε τη γυναίκα της πόρτας και επίσης να ακούσουμε τις χαμηλές φωνές των δύο ανθρώπων που βρίσκονται έξω και είναι σκυμμένοι στο έδαφος να αφουγκραστούμε τι ψάχνουν. Ακόμη μπορούμε να εισέλθουμε στο διάδρομο αριστερά για να συναντήσουμε τη γυναικεία φιγούρα και να παρατηρήσουμε τις αργές κινήσεις της και να διαισθανθούμε τις σιωπηλές σκέψεις της. Η ήρεμη ομορφιά ενός απλού θέματος το οποίο μεταμορφώνεται σε μια μοναδική στιγμή της παγκόσμιας τέχνης.

Το «Νέα γυναίκα που διαβάζει γράμμα» φιλοτεχνήθηκε το 1663 και είναι ελαιογραφία σε μουσαμά διαστάσεων 46,5Χ39 εκ. Εκποιήθηκε επίσης πολλές φορές κατά τον 17ο αιώνα όπως και ο «Δρόμος στο Ντελφτ» και μεταφέρθηκε στη Γαλλία. Το 1839 βρισκόταν στην κατοχή του εμπόρου έργων τέχνης Σμιθ στο Λονδίνο. Αργότερα αγοράστηκε από τον Α’ βαν ντε Χόοπ ο οποίος και το πρόσφερε στο Δήμο του Άμστερνταμ το 1854. Το 1885 δανείστηκε στο Κρατικό Μουσείο.

Το μοντέλο που απεικονίζεται σε κατάσταση εγκυμοσύνης ίσως είναι η γυναίκα του ζωγράφου. Στο βάθος ο χάρτης της Ολλανδίας και μια αίσθηση απουσίας που δίνεται συμβολικά από την πρώτη άδεια καρέκλα που βλέπουμε στη σύνθεση.

Woman Reading a Letter

Ο Βαν Γκογκ είχε σχολιάσει ως «άσφαλτη αίσθηση» τη σύνθεση του «παράξενου καλλιτέχνη» και είχε εγκωμιάσει τα χρώματα του, μαργαριταρένιο γκρίζο, μαύρο και άσπρο, κίτρινο λεμονί και ασημογάλαζο.

Το φως διεισδύει στο χώρο από το παράθυρο και διαθλάται, χρυσίζει το χάρτη, απλώνεται στη γυναίκα και δίνει αυτές τις υπέροχες γαλάζιες και λευκές αποχρώσεις στο πανωφόρι της. Ο τρόπος της διάχυσης του φωτός δημιουργεί μια ονειρική και ιεροτελεστική στιγμή. Η απουσία γίνεται κυρίαρχο στοιχείο της σύνθεσης και το μαγευτικό φως την τονίζει με έναν ιδιόμορφο τρόπο. Η ατμόσφαιρα του δωματίου ποιητική, ο διάλογος του φωτός με το χώρο μυσταγωγικός, υποδηλώνει διαρκώς το απόν πρόσωπο. Το έργο υποβάλλει και μαγνητίζει, μία απλή καθημερινή σκηνή αποκτά μια υπερβατική διάσταση και απομακρύνεται από το εγκόσμιο στοιχείο.

Ο Βερμέερ προσέδιδε στην καθημερινότητα μια ποιητική και λυρική διάσταση, κυρίως μέσω της ικανότητάς του να δημιουργεί ένα απαλό φως, που άγγιζε κάθε στοιχείο της σύνθεσης με έναν τρόπο μοναδικά ατμοσφαιρικό.

.

Βιβλιογραφία – Πηγές

1. Παγκόσμια Εγκυκλοπαίδεια Τέχνης, εκδ. Φυτράκης,1964.

2. Μεγάλα Μουσεία, Άμστερνταμ Κρατικό Μουσείο.

3. Μουσεία του Κόσμου, Μουσείο Άμστερνταμ, Mondadori – Φυτράκης.

4. Ε.Η. Gombrich. Το Χρονικό της Τέχνης, MIET, 1994.

Η Κατερίνα Κοφφινά είναι πολιτισμολόγος. Σπούδασε «Ευρωπαϊκό Πολιτισμό» με μεταπτυχιακή εξειδίκευση στη Διοίκηση Πολιτισμικών Μονάδων στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο και Εφαρμοσμένες Εικαστικές Τέχνες στις σχολές Βακαλό και Αrtes (πρώην Δοξιάδη). Έχει εργαστεί πολλά χρόνια στον αρχιτεκτονικό χώρο. Έχει συνεργαστεί με ιδρύματα και συλλόγους στην παραγωγή καλλιτεχνικών και ιστορικών προγραμμάτων, καθώς και με τα περιοδικά «Ιστορία - Πάπυρος», «Science Illustrated», «Ιστορικά Θέματα», "Πολίτες" «Το Περιοδικό». Είναι ιδρυτικό μέλος της Ομάδας Παραγωγής Δημόσιας Ιστορίας "hιστορισταί". Επίσης είναι μέλος και γραμματέας του Δ.Σ του Συλλόγου Πτυχιούχων Ευρωπαϊκού Πολιτισμού.