Ελληνικό: Η ακτογραμμή της «ελίτ»...

...και οι «ενοχλητικές» αρχαιότητες

katatethike-to-sxedio-oloklirwmenis-anaptuksis-gia-to-elliniko.w_hr
Γράφει ο Γρηγόρης Τραγγανίδας - Πολιτισμός - 17/08/2017

Η εμπορευματοποίηση της γης του πρώην αεροδρομίου του Ελληνικού είναι μέρος του παλιού, συνολικότερου σχεδίου μετατροπής του παραλιακού μετώπου της Αθήνας, γνωστού και ως «Αθηναϊκή Ριβιέρα», σε ένα απέραντο επιχειρηματικό «φιλέτο», το οποίο θα αποκλείσει ολοκληρωτικά, άμεσα ή έμμεσα, τυπικά ή/και ουσιαστικά, την ακτογραμμή, από την συντριπτική πλειοψηφία του κόσμου, προς όφελος μιας ολιγάριθμης οικονομικής «ελίτ».

Τις απαρχές αυτού του σχεδίου πρέπει να τις αναζητήσουμε στην εκπνοή του 20ού αιώνα, με αφορμή τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004. ‘Ηδη από τότε άρχισαν να χτίζονται οι βάσεις της καταστροφικής, εμπορευματικής επέλασης στην περιοχή. Είναι χαρακτηριστικό το σχέδιο Προεδρικού Διατάγματος του 1999 από το τότε ΥΠΕΧΩΔΕ, το οποίο προέβλεπε, ότι από την συνολική έκταση της παραλίας από το Φάληρο μέχρι την Βουλιαγμένη μόνο το 9% θα αντιστοιχούσε σε ακτές κολύμβησης, ενώ το 35% προοριζόταν για εμπορικά κέντρα, αναψυκτήρια, εστιατόρια και ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις.

Την ίδια χρονιά εκπονήθηκε και το «Ειδικό Στρατηγικό Σχέδιο Δράσης για την αναβάθμιση της εικόνας και λειτουργίας της Αθήνας – Αττικής 2004», το οποίο, σε ό,τι αφορούσε στο παραλιακό μέτωπο από το Φάληρο μέχρι και το Σούνιο, προέβλεπε εμπορικά κέντρα, μαρίνες, ξενοδοχειακά συγκροτήματα κλπ, τα οποία στόχευαν σε «πελατεία» ιδιαίτερα χοντρών πορτοφολιών και όχι φυσικά στην ελεύθερη πρόσβαση των κατοίκων της Αττικής στην θάλασσά τους.

Ουσιαστικά, στην θέση των διαφόρων καταπατήσεων των προηγούμενων δεκαετιών από την απερχόμενη – και σε έναν βαθμό «λούμπεν» – «φουρνιά» ιδιωτικών συμφερόντων, κυρίως των γνωστών «μαγαζιών» της παραλιακής, το αστικό κράτος ξεκίνησε την διαδικασία παραχώρησης της ακτογραμμής στα επιχειρηματικά συμφέροντα θηριώδους κλίμακας, εγχώρια και πολυεθνικά.

Και στις δύο περιπτώσεις, αυτός που χάνει είναι η μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων, το φυσικό και το πολιτιστικό περιβάλλον.

Σε αυτόν τον σχεδιασμό, το κράτος περιέλαβε ακόμη και δικές του πολιτιστικές δομές, όπως συνέβη με την Εθνική Λυρική Σκηνή και την Εθνική Βιβλιοθήκη που εντάχθηκαν στο Κέντρο Πολιτισμού Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος ή όπως θα συμβεί τελικά με τα πολιτιστικά στοιχεία (μουσεία, αρχαιολογικοί χώροι) που διαμορφώνονται από την περιοχή της Δραπετσώνας ακόμη και όπου αποφασιστεί ότι οι αρχαιότητες δεν «εμποδίζουν» τα επιχειρηματικά συμφέροντα. Σε εκείνες τις περιπτώσεις θα αποτελούν μια ακόμη «ατραξιόν», με τυπικά «ελεύθερη» πρόσβαση, η οποία όμως στην πράξη θα υπονομεύεται από το γεγονός ότι αυτές θα βρίσκονται ενταγμένες στο άμεσο περιβάλλον των πολυτελών κατοικιών και των ξενοδοχειακών μονάδων.

Χαρακτηριστικό είναι το πρόγραμμα της «Πολιτιστικής Ακτής Πειραιά» που εμφανίστηκε πρώτη φορά το 2010 στο πλαίσιο του επενδυτικού προγράμματος της ΟΛΠ ΑΕ μέχρι το 2014 και το οποίο περιλαμβάνει το τμήμα του λιμανιού από τον Αγιο Διονύσιο μέχρι τη Δραπετσώνα.

Το πρόγραμμα αυτό, αφορά σε «δράσεις» που μετατρέπουν και την τελευταία παραγωγική δραστηριότητα του λιμανιού σε αυτή την περιοχή, σε τουριστικούς, μουσειακούς χώρους, με καθαρά εμπορευματικό προσανατολισμό στην πελατειακή «ελίτ» των κρουαζιερόπλοιων και βέβαια στις τσέπες του εργατόκοσμου των γειτονικών δήμων. Οι οποίοι θα δουν το μεγαλύτερο λιμάνι της χώρας να έχει μετατραπεί σε μια πανάκριβη… «ντίσνεϊλαντ» στην οποία θα μπορούν να μπουν μόνο στο βαθμό που θα μπορούν να καταναλώσουν.

Εχει σημασία να κατανοηθεί το υποπρόγραμμα της «Πολιτιστικής Ακτής» ως μέρος του γενικότερου ξεπουλήματος του λιμανιού και της επενδυτικής δράσης των μονοπωλίων και στο υπόλοιπο τμήμα της ακτογραμμής. Για παράδειγμα, ο ίδιος ο ΟΛΠ το 2012 «διαφήμιζε» την κατασκευή «εκθεσιακού – συνεδριακού κέντρου συνολικής επιφάνειας 21.500 τ.μ. με δυνατότητα αύξησης (αν απαιτηθεί) κατά 9.900 τ.μ. και κέντρο κρουαζιέρας συνολικής επιφάνειας 38.300 τ.μ. εκ των οποίων 14.500 τ.μ. για εμπορικές χρήσεις και 23.800 τ.μ. για χώρους εστίασης και αναψυχής».

Τι γίνεται, όμως, στις περιπτώσεις που η πολιτιστική κληρονομιά «εμποδίζει» τις καπιταλιστικές επενδύσεις;

Το ξεπούλημα του Ελληνικού, η εμβληματικότερη πράξη της διαδικασίας εμπορευματοποίησης της αθηναϊκής ακτογραμμής, αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πολιτιστικού, κοινωνικού, περιβαλλοντικού και πολεοδομικού εφιάλτη που σχεδιάζεται για το σύνολό της.

Η «Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων» που συνοδεύει το «Σχέδιο Ολοκληρωμένης Ανάπτυξης Ελληνικού» και η οποία τέθηκε σε «δημόσια διαβούλευση» είναι εξόχως αποκαλυπτική. Στο αναλυτικό του υπόμνημα επί του Σχεδίου, ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων διαπιστώνει, ότι «με το υπό έγκριση χωρικό σχέδιο και λοιπές μελέτες, ελλοχεύει κίνδυνος σημαντικών βλαβών και υποβάθμισης των κειμένων στην περιοχή αρχαιοτήτων και του περιβάλλοντος χώρου τους, αλλά και αλλοίωσης του εν γένει φυσικού και πολιτιστικού τοπίου ως ενιαίου προστατευόμενου δημόσιου κοινωνικού αγαθού σύμφωνα με το άρθρο 24 του Συντάγματος».

Οπως αναφέρουν οι αρχαιολόγοι, «η περιοχή του πρώην Αεροδρομίου του Ελληνικού και του Αγ. Κοσμά και η πέριξ αυτών περιοχή παρουσιάζουν μεγάλο αρχαιολογικό ενδιαφέρον».

Αναλυτικά επισημαίνουν:

Άγιος Κοσμάς

Στη χερσόνησο του Αγ. Κοσμά ιστορικές ανασκαφές του 20ου αι. έφεραν στο φως οικισμό και νεκροταφείο προϊστορικών χρόνων (Πρωτοελλαδική περίοδος: 3.000-2.000 π.Χ., ενώ ανασκαφές βεβαιώνουν την ύπαρξη οικισμού και κατά την Υστεροελλαδική περίοδο: 1.600-1.200 π.Χ.). Τα κτηριακά κατάλοιπα και τα κινητά ευρήματα (εργαλεία, πυρήνες οψιανού, όστρακα και αγγεία κ.α.) τεκμηριώνουν τη συστηματική επικοινωνία των νησιωτικών περιοχών με την ενδοχώρα της Αττικής. Σύμφωνα με αρχαίες πηγές, η χερσόνησος του Αγίου Κοσμά αποτελεί την Κωλιάδα άκρα της αρχαιότητας, όπου κατά έναν αρχαίο χρησμό ο ζέφυρος έβγαλε τα αρχαία περσικά ναυάγια μετά την ναυμαχία της Σαλαμίνας. Στην Κωλιάδα μαρτυρείται η ύπαρξη ναού της Κωλιάδος Αφροδίτης και ιερό της Δήμητρας.

Στο βόρειο τμήμα της χερσονήσου βρίσκεται ο μεταβυζαντινός ναός των Αγίων Κοσμά και Δαμιανού, με τοιχογραφίες του 19ου αιώνα, κάτω από τις οποίες υπάρχει παλαιότερο στρώμα. Στο νότιο τοίχο έχουν επισημανθεί και παραστάσεις του 17ου πιθανότατα αιώνα. Σε εργασίες αποκατάστασης του ναού, βρέθηκε μαρμάρινος στυλοβάτης παλαιού τέμπλου, ενώ περιηγητές του 19ου αι. αναφέρουν ότι ο ναός εδράζεται επάνω σε αρχαία ερείπια.

Ευρύτερη περιοχή Ελληνικού

Σημαντική από αρχαιολογικής απόψεως είναι και η ευρύτερη περιοχή του πρώην αεροδρομίου του Ελληνικού. Εντός της έκτασής του και στο άμεσο περιβάλλον αυτής, η Αρχαιολογική Υπηρεσία, στο πλαίσιο εκτέλεσης μεγάλων δημοσίων έργων (κατασκευή ΤΡΑΜ, αμαξοστασίου ΟΣΕ, Ολυμπιακών εγκαταστάσεων, ΜΕΤΡΟ κ.α.), πραγματοποίησε αρχαιολογική παρακολούθηση των εργασιών και ανασκαφές στις οποίες αποκαλύφθηκαν σημαντικές αρχαιότητες που σχετίζονται με τους τρεις αρχαίους δήμους Ευωνύμου, Αλιμούντος και Αιξωνής (αποθέτης εμπορικών αμφορέων και θησαυρός αττικών νομισμάτων, που παραπέμπουν στην ύπαρξη εμπορείου σε παρακείμενη θέση, αρχαία τεχνικά έργα διευθέτησης της κοίτης του ρέματος των Τραχώνων, εργαστηριακές εγκαταστάσεις, οργανωμένα αρχαία νεκροταφεία με ταφές μερικές εκ των οποίων έφεραν πλούσια κτερίσματα, αρχαίο οδικό δίκτυο με παρόδια -επισημαίνεται ότι παρόδιος ταφικός περίβολος μεταφέρθηκε το 1960 σε έκταση εντός των πρώην Κολεγίου Αθηνών, νυν εγκαταστάσεις Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας.) Σε όλη την έκταση, ανασκαφές έχουν φέρει στο φως ίχνη χρήσης του χώρου από τους γεωμετρικούς χρόνους έως και τη βυζαντινή περίοδο στον μικρό λόφο Χασάνι είχε αναπτυχθεί βυζαντινός οικισμός, κατάλοιπα του οποίου έχουν εντοπιστεί σε νεότερες αυτοψίες).

Γενικά, η θέση κατά την αρχαιότητα αποτελούσε περιαστική περιοχή και ζωτικό χώρο μεταξύ των αρχαίων Δήμων Ευωνύμου, Αλιμούντος και Αιξωνής, σύμφωνα με την οργάνωση της αθηναϊκής πολιτείας από τον Κλεισθένη κατά δήμους στα τέλη του 6ου αι. π.Χ.. Η σχέση της περιοχής με τους αρχαίου Δήμους σημειώνεται με την εύρεση στην δυτική είσοδο του πρώην αεροδρομίου επιγραφής που αναφέρει: ΑΣΤΙΝΟΣ ΑΛΙΜΟΣΙΟΣ και ενός δημοτικού ψηφίσματος των Αλιμουσίων, που αποκαλύφθηκε κατά την διάνοιξη της παραλιακής οδού. Στην περιοχή του πρώην Ελληνικού φαίνεται ότι κατά την αρχαιότητα αναπτύχθηκε ένα οδικό δίκτυο επικοινωνίας των παραλιακών δήμων της Αθήνας, με παρόδια νεκροτραφεία, ενώ ισχυρή ήταν και η αγροτική χρήση της.

Ο ζωτικός χώρος των αρχαίων Δήμων εκτείνεται και εκτός της έκτασης του πρώην αεροδρομίου. Η περιοχή του Αλίμου κατοικήθηκε από τα προϊστορικά χρόνια. Χαρακτηριστικά αναφέρονται ο ισχυρός κυκλικός περίβολος της Τελικής Νεολιθικής Εποχής: 4.500-3.000 π.Χ., που αποκαλύφθηκε στον λόφο Πανί και ο εργαστηριακός χώρος επεξεργασίας λιναριού της Υστεροελλαδικής περιόδου: 1.400-1.100 π.Χ. στην περιοχή του σταθμού ΜΕΤΡΟ «Άλιμος». Στα κλασικά χρόνια στην περιοχή αναπτύχθηκε ο αρχαίος Δήμος Αλίμου, που αποτελεί την πατρίδα του πατέρα της ιστορίας Θουκυδίδη και ο αρχαίος Δήμου Ευωνύμου. Κατάλοιπα της κλασικής περιόδου έχουν ανασκαφεί σε όλη την έκταση (κατάλοιπα οικιών, δημοσίων κτηρίων, αρχαίων δρόμων, νεκροταφείων κ.α.). Χαρακτηριστικό είναι το αρχαίο θέατρο του Ευωνύμου, που είναι εξαιρετικής σημασίας για τη λειτουργία του δημόσιου βίου του Δήμου και την ιστορία της αρχιτεκτονικής των αρχαίων θεάτρων. Οικιστικά κατάλοιπα βεβαιώνουν τη συνέχιση χρήσης της περιοχής και κατά την ρωμαϊκή περίοδο, ενώ στα βυζαντινά χρόνια φαίνεται ότι αναπτύχθηκαν οικιστικοί πυρήνες.

Καθεστώς προστασίας – κηρύξεις

Στην περιοχή αναφοράς κατά το παρελθόν έχει κηρυχθεί ως αρχαιολογικός χώρος μόνον ο Άγιος Κοσμάς από το 1957 (ΦΕΚ Β’ 265/1957). Τα τελευταία χρόνια, η αρμόδια Εφορεία Αρχαιοτήτων επεξεργαζόταν πρόταση κήρυξης αρχαιολογικού χώρου στην περιοχή για προστασία των αρχαιοτήτων αρχαίων της περιοχής, της οποίας η προώθηση εμποδιζόταν, λόγω των ισχυρών οικονομικών συμφερόντων πολιτικών παραγόντων, πρόταση που για ποικίλους λόγους δεν προωθήθηκε. Μόλις το 2012 κηρύχθηκε και οριοθετήθηκε ως αρχαιολογικός χώρος ο λόφος Πανί (ΦΕΚ 205/Α.Α.Π/14-6-2012). Το 2014 η αρμόδια Εφορεία κατέθεσε πρόταση για την κήρυξη αρχαιολογικού χώρου στον Άγιο Κοσμά και στο Ελληνικό. Ωστόσο, με εντολή της τότε πολιτικής ηγεσίας προωθήθηκε μόνο η οριοθέτηση του ήδη από το 1957 κηρυγμένου αρχαιολογικού χώρου στον Άγιο Κοσμά (χερσαίου και ενάλιου), (ΦΕΚ/223/Α΄/09.11.2015), και όχι της έκτασης του πρώην Αεροδρομίου Ελληνικού. Όλα αυτά τα χρόνια εκκρεμεί η κήρυξη του αρχαιολογικού χώρου στο Ελληνικό.

Τον Ιούνιο του 2016 η αρμόδια Εφορεία απέστειλε εκ νέου πρόταση για κήρυξη αρχαιολογικού χώρου στην ευρύτερη περιοχή των Δήμων Αλίμου και Αργυρούπολης. Η πρόταση αφορά σε μια ευρεία περιοχή, η οποία περιλαμβάνει συνεκτικούς αστικούς ιστούς των σύγχρονων Δήμων και μέρος της έκτασης του πρώην αεροδρομίου του Ελληνικού.

Οι αρχαιολόγοι προειδοποιούν, ότι «στο σύνολο σχεδόν της έκτασης του προς αξιοποίηση χώρου, εκτός από το κεντρικό τμήμα του, προβλέπονται εκτεταμένες εκσκαφικές και χωματουργικές εργασίες, στις οποίες είναι πολύ πιθανή η αποκάλυψη αρχαίων. Οι επεμβάσεις αφορούν σε έργα υποδομών (κτήρια, δρόμοι, τεχνικά έργα, λιμενικά, ΤΡΑΜ, δίκτυα), συγκοινωνιακά με μεγαλύτερης κλίμακας την υπογειοποίηση της λεωφόρου Ποσειδώνος, διευθέτησης ρεμάτων, η οποία προβλέπει την ανασύσταση των ρεμάτων Τραχώνων και Αεροδρομίου και την αναβάθμιση των υφιστάμενων υδραυλικών τους έργων».

Μεταξύ άλλων, «στις ζώνες πολεοδόμησης και ιδιαίτερα στις ζώνες Α-Π1, Α-Π4, Α-Π5, Α-Π6, λόγω του υψηλού αρχαιολογικού ενδιαφέροντος είναι πολύ πιθανή η εύρεση αρχαίων. Ειδικότερα στις ζώνες Α-Π4 και Α-Π5 είναι πολύ πιθανή η αποκάλυψη ταφικών συνόλων που εντάσσονται σε εκτεταμένο νεκροταφείο του δήμου Ευωνύμου (τέλη 8ου έως και 4ο αιώνα π.Χ.), καθώς και οικιστικών καταλοίπων. Στη ζώνη Α-Π5 ενδέχεται η αποκάλυψη ευρημάτων από τη προϊστορική μέχρι και τη μεταβυζαντινή περίοδο, ενώ τον ίδιο βαθμό ενδιαφέροντος παρουσιάζει και η ζώνη Α-Α1, στο νοτιοδυτικό άκρο της».

«Στην ακτή του Αγ. Κοσμά βρίσκονται τα κατάλοιπα του σημαντικότατου για την προϊστορία της Αττικής οικισμού, που έχουν αποτελέσει αντικείμενων επιστημονικών δημοσιεύσεων σημαντικών διεθνώς για την επιστήμη της αρχαιολογίας και εν γένει για τις ανθρωπιστικές επιστήμες. Εντός των ορίων του ενάλιου και χερσαίου αρχαιολογικού χώρου του Αγ. Κοσμά δεν προβλέπονται επεμβάσεις διαμόρφωσης της ακτής. Παρόλα αυτά η περιοχή θα βρεθεί εν μέσω έργων εμπλουτισμού ακτής και έργων προστασία των τεχνιτών διαμορφώσεων. Η ακτογραμμή στο άμεσο περιβάλλον του αρχαιολογικού χώρου πρόκειται να μεταβληθεί αλλοιώνοντας επιπλέον τη φυσιογνωμία του τοπίου, ενώ δεν υπάρχει καμία απολύτως πρόβλεψη, ούτε έχει κατατεθεί σχετική μελέτη, για τις ενδεχόμενες επιπτώσεις των έργων αυτών στο τμήμα του βυθού όπου σώζονται οι σημαντικές ενάλιες αρχαιότητες».

«Παράλληλα η περιοχή του Λόφου Χασάνι, όπου έχουν εντοπιστεί πυκνές αρχαιότητες, εντάσσεται εντός πολεοδομούμενης περιοχής, που ονοματίζεται “Οικισμός του Λόφου”. Αν και κατά την αρχαιολογική έκθεση που περιλαμβάνεται στις υπό εξέταση μελέτες αναγνωρίζεται η σημασία του λόφου για την ιστορία της περιοχής, ο γενικός πολεοδομικός σχεδιασμός δεν προβλέπει την εξαίρεση του αρχαιολογικού χώρου του λόφου από τη δόμηση ούτε την προστασία και ανάδειξη των αρχαιοτήτων στο πλαίσιο σχεδιασμού της “γειτονιάς”».

Screen-shot-2017-06-15-at-7.42.28-PM

Για το πρώην αερόδρομιο του Ελληνικού οι αρχαιολόγοι αναφέρουν, μεταξύ άλλων, ότι στις πριοβλέψεις του Σχεδίου «υπάρχει γενικόλογη αναφορά σχετικά με την ανάδειξη επί μέρους αρχαιοτήτων και τη διασύνδεσή τους μέσω διαδρομών πολιτιστικού-αρχαιολογικού ενδιαφέροντος. Πλην όμως, δεν έχει ενταχθεί στον χωροταξικό σχεδιασμό η προστασία και η ανάδειξη των αρχαιοτήτων με τρόπο οργανικό».

Επίσης, «δεν υπάρχει καμία μνεία σχετικά με την ανάδειξη των ιστάμενων μνημείων και των αρχαιοτήτων που διατηρούνται ορατά εντός της έκτασης ανάπτυξης του έργου (πρόβλεψη ζώνης προστασίας, διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου αυτών, εκπόνηση επιμέρους μελετών συντήρησης/αποκατάστασης αρχιτεκτονικών καταλοίπων, τοποθέτησης εποπτικού υλικού και σήμανσης, αποκάλυψη της προϊστορικής κατοίκησης στον Άγιο Κοσμά, δημιουργία θεματικών αρχαιολογικών – ιστορικών νησίδων ενταγμένων σε αρχαιολογικό περίπατο μέσα στο Μητροπολιτικό Πάρκο Πρασίνου και Αναψυχής, ένταξη στις αρχαιολογικές – ιστορικές νησίδες σημαντικών αρχαιοτήτων που ενδεχομένως αποκαλυφθούν κατά τη διάρκεια υλοποίησης του έργου και η διατήρηση και ανάδειξή τους κριθεί, κατόπιν γνωμοδότησης των αρμόδιων Οργάνων του ΥΠΠΟΑ απαραίτητη για την αρχαία τοπογραφία και την ιστορία του τόπου). Με αυτό τον τρόπο, παρακάμπτεται η σημαντική ιστορία της θέσης που αποτέλεσε τον ζωτικό χώρο τριών ιστορικών αρχαίων δήμων της Αττικής. Υπ’ αυτή την έννοια, η αντιμετώπιση της ιστορικότητας είναι ανισοβαρής».

Οι αρχαιολόγοι επισημαίνουν και μια σημαντική «λεπτομέρεια»: Το Σχέδιο «λαμβάνει υπόψη μόνο τα αρχαιολογικά δεδομένα που γνωστοποιήθηκαν από την Υπηρεσία το έτος 2012, ενώ έκτοτε η Υπηρεσία επανήλθε δις με επιπλέον στοιχεία (έτη 2014-2016), που σηματοδότησαν περισσότερες αρχαιολογικές θέσεις (…) το μέγεθος της έκτασης και οι ενδείξεις για πιθανές εκπλήξεις που μπορεί να κρύβει το υπέδαφος, καθιστούν τουλάχιστον ανεπίκαιρη την παρακολούθηση όπως περιγράφεται, δηλαδή επί ή πλησίον μνημείων και κηρυγμένων αρχαιολογικών χώρων, αλλά θα πρέπει να προστεθεί ότι η Υπηρεσία θα ορίσει τις περιοχές παρακολούθησης μετά από υποχρεωτική έγκαιρη ενημέρωση της από τον κύριο του Έργου για την έναρξη εργασιών σε κάθε στάδιό του και στο σύνολο της έκτασης».

Οι αρχαιολόγοι υπογραμμίζουν, ότι «μετά την ψήφιση της σκανδαλώδους, κατά την εκτίμηση του Συλλόγου, σύμβασης παραχώρησης του Ελληνικού στην Lamda Development η οποία περιλαμβάνει αδιανόητες για κάθε ευνομούμενο κράτος διατάξεις υπέρ του επενδυτή (όπως λ.χ. αποζημίωσή του σε περίπτωση εκ των υστέρων ανεύρεσης ή/και κήρυξης αρχαιοτήτων), η κυβέρνηση ακολουθεί μια τακτική που θέτει εν αμφιβόλω το συνταγματικό καθήκον προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιά, καταστρατηγεί την κείμενη αρχαιολογική νομοθεσία και θέτει σε κίνδυνο τις αρχαιότητες».

Και υπενθυμίζουν, «για πολλοστή φορά προς κάθε κατεύθυνση, πως δεν είμαστε διατιθέμενοι να συναινέσουμε σε οποιαδήποτε διαδικασία καταστρατήγησης του Αρχαιολογικού Νόμου, παράκαμψης της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας και διακινδύνευσης των αρχαιοτήτων, απέναντι σε όσους, πολιτικούς και επενδυτές, με πρόσχημα την ανάπτυξη, αντιμετωπίζουν τον αρχαιολογικό πλούτο του τόπου ως εμπόδιο για τα επιχειρηματικά τους συμφέροντα».