(Ενάντια στην) μυθοποίηση του ναζισμού

Με αφορμή την ταινία “The Man with the iron heart” για την εκτέλεση του αρχιναζιστή Ράινχαρντ Χάιντριχ

| 09/01/2018

Η ταινία βγήκε μέσα στις γιορτές στις ελληνικές αίθουσες. Και κάθε ταινία αξιώνει θεατές. Και κάθε θεατής δικαιούται να κρίνει. Και κάθε κρίση πρέπει να τοποθετείται μέσα σε ένα πλαίσιο ιστορικό, κοινωνικό και όπως και πλαίσιο αναγκαιότητας προβολής του στο σήμερα. Οι ταινίες δεν είναι αθώα παιχνίδια. Είναι προώθηση γνώμης. Είτε ορατά είτε υπαινικτικά εισβάλλουν στο μυαλό μας και προφανώς καλά κάνουν. Η ταινία για την οποία θα μιλήσουμε δημιουργεί ένα πορτρέτο (θα δούμε παρακάτω τι τύπου) του επονομαζόμενου «Χασάπη της Πράγας» ή του «Δήμιου», ή του «Ξανθού κτήνους» και κυρίως του «Άνδρα με την σιδερένια καρδιά» όπως τον μνημόνευε ο Χίτλερ και αληθεύει πως με πλάγιους τρόπους μνημονεύει και η προαναφερθείσα ταινία. Μιλάμε για τον αρχιναζιστή των SS Ράινχαρντ Χάιντριχ.

Κάποια ιστορικά στοιχεία: Δεύτερος στην ιεραρχία μετά τον Χίμλερ. Ο υπεύθυνος της ιδέας της «Τελικής λύσης» του εβραϊκού προβλήματος. Δηλαδή ο οργανωτής του τρόπου που οι ναζί θα ξεμπερδέψουν μια και καλή με τους Εβραίους μην αφήνοντας κανέναν ζωντανό στα στρατόπεδα εξόντωσης -εφόσον πρώτα διαθέσουν τα χέρια τους για την προσφορά τσάμπα εργασίας στα στρατόπεδα «συγκέντρωσης»-. Μια κτηνώδης προσωπικότητα που πάλι καλά και πρόλαβε η τσεχοσλοβάκικη αντίσταση και τον εκτέλεσε στην μέση του δρόμου και μέρα μεσημέρι. Πράξη αξιοθαύμαστη. Πρώτη φορά ως τότε που είχε εκτελεστεί τέτοιας κλίμακας στέλεχος των ναζί και σε δημόσια θέα –ως απόρροια και του τσεχοσλοβάκικου λαϊκού μίσους εναντίον του- κατοχυρώνοντάς τη αμέσως στην μνήμη της ιστορίας ως μια δυναμική αντιναζιστική παρέμβαση. Για τους τσεχοσλοβάκους ο Χάιντριχ δεν ήταν μύθος. Δεν πολυνοιαζόταν αν παίζει ή όχι καλό βιολί, αν αγαπά την γυναίκα του και το παιδί του ή αν ανελισσόταν λόγω της φασιστικά ακλόνητης προσωπικότητας του στην ιεραρχία των ναζί. Ήξεραν πως αντιπροσώπευε κατοχική δύναμη, πως ήταν ναζιστής και πως εκτελούσε κατά συρροή τα παιδιά τους, τις γυναίκες τους, τους γονείς τους και τους ίδιους. Έτσι λοιπόν, μια σφαίρα, μια χειροβομβίδα και ο Χάιντριχ τέλος. Το 2018 γιατί όμως επανερχόμαστε; Τι ακριβώς μπορεί να μας διδάξει μια ιστορία για αυτόν; Γιατί ενημερωνόμαστε για τις παραπάνω πληροφορίες της προσωπικής του ζωής; Και πόσο σίγουροι μπορεί να είμαστε για το αν αυτές οι πληροφορίες είναι αληθινές και όχι ύποπτα μεθοδευμένες αφηγήσεις μέσα στα χρόνια που αποσκοπούν να αθωώσουν ή να εξήρουν στο πρόσωπο του ολόκληρο τον ναζισμό;


Το σινεμά ως αναπαραγωγή προτύπων


Ο αγοραίος, ο εμπορικός κινηματογράφος πάντα λειτουργεί κατά αυτόν τον τρόπο. Δεν μπορεί να μείνει αμέτοχος. Μια ιστορία λαϊκής γενναιότητας μέσα σε μια βιαιότητα και κτηνωδία ακραίου βαθμού είναι γι’ αυτόν εξαιρετικό υλικό προς κινηματογράφηση. Και όσον αφορά το παράδειγμα μας δεν μιλάμε για την καλοπροαίρετη πλευρά του σινεμά. Την έκφραση δηλαδή προσωπικής γνώμης πάνω στην ιστορία αλλά το αντίθετο ακριβώς: την χυδαία μέθοδο αναθεώρησης της ουσίας της, εν μέσω της ταύτισης και της συγκίνησης του θεατή. «Οι άνθρωποι είναι δεκτικοί στην συγκίνηση» παρατηρεί η Susan Sontag (που θα μας απασχολήσει ξανά παρακάτω γιατί τηρουμένων φυσικά των αναλογιών το έργο της «Γοητεία του φασισμού» επιβεβαιώνει πολλά που αυτό το κείμενο θέλει να εκθέσει στο σήμερα) μιλώντας για το κινηματογραφικό έργο της ναζίστριας Ρίφενσταλ που περισσότερο από ποτέ στις εποχές μας από-ναζιστικοποιείται. Την έχουμε ανάγκη την συγκίνηση λοιπόν. Εργαλείο κατάλληλο για καταναλωτισμό. Πολλοί θεατές, σίγουρο εμπορικό κέρδος. Χειραγωγημένοι θεατές, ακόμη περισσότερο. Έτσι, να το, ορίστε το σενάριο. Χρόνια μετά πανέτοιμο. Χρόνια μετά όπου κάθε πρόθεση ενός σκηνοθέτη μπορεί εύκολα να δικαιολογηθεί ή να μην γίνει αισθητή. Μέσα από την σεναριακή αφήγηση, η νέα απαίδευτη γενιά (και όχι η έμπειρη βιωματικά μεταπολεμική γενιά), δυσκολεύεται να εντοπίσει κάτι το κατακριτέο και στον πόλεμο που εξαπέλυσε ο ναζισμός στην ανθρωπότητα βλέπει μονάχα μια πολεμική διαμάχη ανάμεσα σε κακούς και καλούς. Και ακόμα πιο απίστευτο: κακούς που δεν υπολείπονται ηθικής ακεραιότητας. Και οι ναζί έχουν ηθική, μπορεί να πει κάποιος. Μια αντίληψη μεταμοντέρνα και ταυτόχρονα τόσο παλιά. Η λήθη και η κατά συνέπεια άγνοια της ιστορικής πραγματικότητας είναι όπλο παρά πόδα του συστήματος και άρα κάτι το ουσιώδες, κάτι το πραγματικά επικίνδυνο γιατί αποκρύπτει το κυοφορών του νεοναζισμό. Από την άλλη: Πεισματικά εμείς δηλώνουμε πως οι ναζί είναι από την φύση τους ανήθικοι. Γιατί αυτό προστάζει η ιδεολογία τους. Αυτός είναι και ένας λόγος που ηττήθηκαν στρατιωτικά. Γιατί ωστόσο οι ιδέες τους παραμένουν; Ας ρωτήσουμε το καπιταλιστικό σύστημα. Κάτι θα ξέρει ως μπαμπάς του. Μια απάντηση ίσως δώσει και ο συστημικός κινηματογράφος.

Δεν θα επεκταθούμε στην ιστορία την οποία η ταινία παίρνει ως υλικό –ούτε θα ασχοληθούμε με την ιστορικότητα της γιατί άλλωστε όπως κάθε ταινία μεταπλάθει σχετικά το κάθε αντικειμενικό γεγονός του παρελθόντος- αλλά θα μιλήσουμε για δυο-τρεις πλευρές που αφορά τον τρόπο που δεκαετίες μετά την ήττα του ο ναζισμός συνειδητά και συστηματικά παρέμεινε ζωντανός είτε ως φετίχ είτε ως μύθος. Και το πώς καταφέρνει τελικά να επηρεάζει αισθητικά και διανοητικά το κοινό. Αυτός είναι ο πρωταρχικός στόχος του κειμένου: να παραμείνει ένα σχόλιο πολεμικής.

Εικόνα από την ταινία: Ο Χάιντριχ αποδείχνει μια πιο light ναζιστική υπακοή σε πολιτική (όχι τόσο παραδοσιακή σημειολογικά) ενδυμασία


Η γοητεία του τίτλου


Εκτός των άλλων ψευδωνύμων που είχε ο Χάιντριχ, η ταινία συνειδητά διαλέγει κάποιο συγκεκριμένο. Αυτό που του είχε προσδώσει ο ίδιος ο Χίτλερ. Το ξαναγράφουμε: «Ο άνδρας με την σιδερένια καρδιά». Η ταινία λοιπόν θέτει εξ’ αρχής τις αναφορές της. Ταυτόχρονα, ο τίτλος της τονίζει (και αναδεικνύει) με λογοτεχνικά πετυχημένο τρόπο την έννοια του σφρίγους και την δυναμική τούτου του φασίστα. Χρησιμοποιεί επιθετικούς προσδιορισμούς που το σημερινό κοινό τις θεωρεί παραδοσιακά ως θετικές ιδιότητες ενός ανθρώπου. Ποιος θα τον έπαιρνε στα σοβαρά αν ο Χίτλερ (και η ταινία) τον ονομάτιζε «Ο κακόμοιρος με την λιποψυχία του»; Ο σκηνοθέτης λοιπόν μοιάζει να γοητεύεται από αυτό τον τίτλο και μοιάζει να θέλει να μοιραστεί τον ενθουσιασμό του με τους θεατές. Η γοητεία του φασισμού, εξάλλου δεν είναι δα κάτι καινούριο. Διαπερνάει την μεταπολεμική μαζική κουλτούρα της Ευρώπης. Έχει βαθιά και δομική σχέση, έχει ρίζες στον δυτικό μικροαστό και μεσοαστό του 20ου αιώνα (και σε μέρος της εργατικής τάξης) που γοητεύεται άμεσα ή έμμεσα με την έννοια της δύναμης και της εξουσίας. Συνέπεια άλλωστε μιας ρομαντικής αντίληψης για την ζωή. Μιας αντίληψης περί τελειότητας, περί ανωτερότητας και υπεροχής, περί απόλυτου στόχου. Την εικονογραφία του ναζισμού, που είναι τέτοια ακριβώς, την βρίσκουμε ανεξίτηλα παρούσα σε ταινίες –και άλλα έργα τέχνης- του 20ου και 21ου αιώνα. Τέλος, όπως είπαμε και πρωτύτερα, όσο τα χρόνια περνάνε γίνεται όλο και πιο ορατή η αποσύνδεση της ιστορικής μνήμης της κοινωνίας με την πολιτική της στάση στο σήμερα. Είναι γεγονός. Και δυστυχώς δυσκολευόμαστε να το αποφύγουμε. Τουλάχιστον όχι όσο δεν κρίνουμε εις βάθος κάθε πρακτική που την συντηρεί. Η παρούσα ταινία συντηρεί την φασιστική αισθητική και αναδεικνύει την υπεροχή της.

Εικόνα από την ταινία: πορεία ναζιστών στα «πολιτικά», ο Χάιντριχ, η γυναίκα του και το παιδί του, χρώματα, φωτισμοί, εκφράσεις, σημειολογία…


Ο εξωραϊσμός του Χάιντριχ… και του ναζισμού γενικότερα


Η ταινία αφηγείται την ιστορία με το πιο συμβατικό τρόπο. Ο σκηνοθέτης προσπαθεί εξαρχής να κάνει ένα πορτρέτο του αρχιχασάπη. Και έτσι δομεί την ιστορία με οτιδήποτε χρειάζεται για να δημιουργηθεί ένα πορτρέτο που θα μας κάνει να το δούμε με ενδιαφέρον. Να ασχοληθούμε. Έτσι σεναριακά και σκηνοθετικά χρησιμοποιεί κάθε κλισέ της αφήγησης: δραματοποίηση του χαρακτήρα ως κοινού ανθρώπου και στην συνέχεια στην εξέλιξη του, δραματοποίηση του χαρακτήρα ως ναζιστή. Επίσης με επίκληση στο συναίσθημα του θεατή τονίζει μια «λογική» και «αντικειμενική» ανθρώπινη πλευρά στον Χάιντριχ που μετά κόπων και βασάνων ανελίχθηκε ιεραρχικά, που είχε πάθη, που είχε συναισθηματικές παρορμήσεις και ανασφάλειες, που είχε υψηλά ήθη: η εικονογράφηση αυτών των ηθών γίνεται εν μέσω της αγάπης του για την κλασική μουσική, τη γυναίκα του και την οικογένειά του, αλλά και τον θαυμασμό του για τον Χίμλερ, τον Χίτλερ και την ακέραια ναζιστικότητα του ακόμη και πριν την τελευταία του ανάσα. Η ταινία προωθεί στο πρόσωπο του φασίστα πραγματικά συναισθήματα πραγματικών ανθρώπων ή ιδιότητες που ο σύγχρονος άνθρωπος ακόμα της κρίνει θετικά. Ο Χάιντριχ μέσω της ταινίας είναι ένας καθαρός, αδιάφθορος, εκ των πραγμάτων νικητής και μάρτυρας της ιδεολογίας του. Η δημιουργία ενός «ανθρώπινου» πορτρέτου για έναν εκ των αρχιδολοφόνων της Ευρώπης είναι καίριο και σοβαρό ζήτημα: αποτελεί συνειδητό εξωραϊσμό των ναζί. Απενοχοποίηση τους. Μετατροπή τους σε ανθρώπους όπως όλοι οι υπόλοιποι (όπως για παράδειγμα οι αντιστασιακοί), με την μόνη διαφορά πως φοράνε την στολή των SS και είναι λιγάκι πιο… σκληροί από τους υπόλοιπους με την αιτιολογία πως γίνεται… πόλεμος (μόνο που αυτός ο πόλεμος δεν είναι κάτι το αόριστο αλλά πολιτική τους πρόθεση).

(Και αυτή) η ταινία αυθαιρετεί μεθοδολογικά, ιστορικά και πολιτικά: Η μη συσχέτιση ναζιστικής ιδεολογίας, πρακτικής και προσωπικής στάσης ζωής του κάθε αρχιφασίστα ως κάτι ενιαίο, αλλά αντιθέτως η απομόνωση του κάθε στοιχείου από τα υπόλοιπα, η μη κριτική διαλεκτική της μελέτη δηλαδή, είναι προσέγγιση που de facto αθωώνει πρακτικές και εξιδανικεύει εκ των υστέρων την ναζιστική εικόνα. Την κάνει θεμιτή. Εικόνα που δικαιούται να συζητιέται. Ως κάτι το αποδεκτό. Αντιθέτως ισχύει κάτι άλλο: Η συνείδηση –και στην περίπτωση μας η βαθιά ναζιστική συνείδηση ενός αξιωματικού- μεταφέρεται σε όλη την ηθική, την αισθητική, την πολιτική, την οντολογική αντίληψη του για την ζωή και ο ναζιστής, ειδικά ένα στέλεχος των SS, δεν είναι άνθρωπος σαν όλους τους άλλους αλλά δομικά συγκροτημένος με φασίζουσα συμπεριφορά και νοοτροπία μίσους για την ανθρωπότητα, την ελευθερία, την ομορφιά της ζωής και του κάθε ανθρώπου χωριστά. Οι ναζιστές είναι λούμπεν στοιχεία μιας μεσοαστικής τάξης που καταρρέει σε όλους τους τομείς εν μέσω οικονομικής κρίσης. Φοράνε βέρα γιατί οφείλουν να είναι παντρεμένοι οικογενειάρχες και όχι διότι αγαπούν. Ενδιαφέρονται για το παιδί τους διότι έχουν ανάγκη να δηλώσουν ικανοί για τεκνοποίηση και παραγωγή Άριων όπως και να αποκτήσουν κάποιο υποκείμενο που θα συντηρήσει την υστεροφημία τους. Παίζουν μουσική γιατί οφείλουν να επιδείξουν φρονήματα και καλλιέργεια στους ανωτέρους τους. Ένας ναζιστής δεν νοείται να συγκινείται ειλικρινά με τα έργα τέχνης. Υπάρχει μεταξύ αυτού και της τέχνης οργανικό χάσμα και η κάθε ενασχόληση του έχει άλλο περιεχόμενο: μιας αποθέωσης του «Εγώ» του ως ανώτατου όντος που έχει την αποκλειστική ικανότητα να προσεγγίζει, να καταλαβαίνει και να χρησιμοποιεί την υψηλή τέχνη. Δεν είναι τυχαίο που οι ναζιστές ηρωοποιήσαν τον Βάγκνερ και τον Νίτσε. Ρομαντισμός και πάλι.

Εικόνα από την ταινία: βασανιστήρια αντιστασιακών, η κάμερα από κάτω προς τα πάνω δηλώνει την δύναμη και την επιβολή

Το ότι σε μια ταινία δείχνεται ο αγώνας ενάντια στους ναζί δεν σημαίνει απολύτως τίποτα. Πόσο μάλιστα δεν την μετατρέπει αυτομάτως σε μια αντιναζιστική ταινία. Είναι τελείως αφελής πρακτική και ιδεολογικός αποπροσανατολισμός να υποστηρίζεις το όποιον αντιφασισμό μέσω θεαματικών σκηνών κινηματογραφικής περιπέτειας ή δράσης. Δηλαδή το να αναπαριστάς τον αντιφασιστικό αγώνα σαν μια μάχη ανάμεσα σε δυο αόριστα στρατόπεδα, ανάμεσα σε δυο εχθρικές πλευρές. Η ταινία κατά αυτόν τον «ουδέτερο» τρόπο δηλώνει και προωθεί μια αποπολιτικοποίηση του ιστορικού γεγονότος: στην πραγματικότητα ο Β’ παγκόσμιος πόλεμος δεν ήταν μια αόριστη διαμάχη μα μια μάχη συμφερόντων ανάμεσα στις λαϊκές και προοδευτικές δυνάμεις τις ανθρωπότητας και τις πιο αντιδραστικές, αυτές του ναζισμού.

Ο σκηνοθέτης συνεχίζει και με νέο εργαλείο πλέκει εκ νέου το εγκώμιο του Χάιντριχ: Μέσω χρονικών ανισορροπιών στην αφήγηση. Ο μισός χρόνος της ταινίας είναι η δημιουργία του πορτρέτου του και ο άλλος μισός χρόνος η πράξη εκτέλεσης του. Έτσι επινοεί την ιστορία κατά πως τον βολεύει, δημιουργεί ανισοτιμίες στο που θα δώσουμε σημασία, μυθοποιεί ποιοτικά τον πρώτο. Από την μία ο ένας ατσαλάκωτος άνδρας με την σιδερένια καρδιά και την απροστάτευτη Mercedes του στους δρόμους της Πράγας και από την άλλη κάτι συνωμότες που μονάχα ως ομάδα μπορούν να τα βγάλουν πέρα μαζί του.

Εικόνα από την ταινία: επιβολή και δέος μπρος στην εικόνα των ακαταμάχητων SS που στέκονται ευθυτενείς, πειθαρχημένοι σε πλήρη στρατιωτική διάταξη.


Η συντήρηση του μύθου και η αναγκαία άρνηση του


Σήμερα είναι αναγκαίο όσο ποτέ να αρνηθούμε την συντήρηση του μύθου και προφανώς την αναπαραγωγή του: Την αναπαράσταση των ναζί με τρόπους που εξιδανικεύουν την εικόνα τους. «Μια εικόνα που εκτοπίζει την πραγματικότητα», όπως έγραφε η Susan Sontag και που μέσα στα χρόνια της επιβάλλεται τόσο βαθιά που την μεταπλάθει. Οι ναζί ήταν δολοφόνοι, βιαστές, καίγανε πόλεις και χωριά, κάνανε πογκρόμ στα γκέτο που στοίβαζαν Εβραίους, εκμεταλλευόταν την εργατική δύναμη σε απόλυτο βαθμό, επανάφεραν την σκλαβιά στον 20ο αιώνα, εγκαθίδρυσαν την πιο ισχυρή δικτατορία στην χώρα τους, χειραγώγησαν τα πλήθη κάνοντας τα έρμαια της ιδεολογίας τους. Και παράλληλα είχαν την δύναμη μέσω της προπαγάνδας να συντηρήσουν -αν και ηττημένοι- το γόητρο τους ως μια πολεμική μηχανή ισχυρότατη. Με αποτέλεσμα να συγκροτήσουν όπως και στην εποχή τους έτσι και στο σήμερα πως κάθε πράξη αντίστασης προς αυτούς είναι ανόητη, αδύνατη, μάταιη.

Δυστυχώς η συμβατική αφήγηση στο σινεμά φαινομενικά μονάχα αρνείται τον ναζισμό. Φαινομενικά γιατί για να τον αρνηθεί ουσιαστικά πρέπει αρχικά να τον μελετήσει σε βάθος. Και κυρίως γιατί πλευρές της ναζιστικής αισθητικής κυριαρχούν εν μέσω άλλης οδού: φιλτράροντας την ιδεολογία τους και την εγγεγραμμένη ιστορία και εμμένοντας στο προσχηματικό δικαίωμα πως μια ταινία αποτελεί αντικείμενο αισθητικών αξιώσεων και μόνο. Δεν αρνείται άρα την ναζιστική αισθητική μα φλερτάρει μαζί της και αναδεικνύει με τα ίδια προπαγανδιστικά αφηγηματικά εργαλεία του παρελθόντος και με το ίδιο στυλ στην απεικόνιση την επίπλαστη υπεροχή της ναζιστικής μηχανής. Συγκεκριμένα θα μπορούσαμε να πούμε πως παρακολουθούμε εικαστικά και σημειολογικά μια έγχρωμη εκδοχή εικόνων που θα μπορούσε η ίδια η Ρίφενσταλ να καταγράφει στο χιτλερικό της ντοκιμαντέρ «Ο θρίαμβος της θέλησης». Και δεν είναι τυχαία ή απρόσεκτη η χρήση αυτής της αναφοράς. Όταν θριαμβεύει η ναζιστική θέληση ο θεατής διδάσκεται επιβολή και δέος μπρος στην εικόνα των ακαταμάχητων SS που στέκονται ευθυτενείς, πειθαρχημένοι σε πλήρη στρατιωτική διάταξη. Ούτε καρφίτσα δεν νοείται να πέσει ανάμεσα τους, ούτε μύγα δεν τολμάει να τους διαπεράσει. Άλλωστε είναι πασίγνωστη η κτηνώδης εικόνα των ναζί να παρελαύνουν: η εικόνα έχει συντηρήσει την τρομαχτική τούτη φήμη τους. Η στολή τους την υποστήριξε σε απόλυτο βαθμό. Μια στολή πάντα καθαρή, πάντα καλοραμμένη. Μια εικόνα που έχει μεταδοθεί με τις προθέσεις και τις ευλογίες των ναζί μέσα στις δεκαετίες. Στολή ραμμένη για να δημιουργεί τρόμο και πανικό και θριαμβολογία του θανάτου. Θυμόμαστε τις νεκροκεφαλές στα πηλήκια των αξιωματικών. Τρόμος που τελικά φετιχοποιήθηκε από τους σύγχρονους απολογητές της υπεροχής του φασισμού και τα θύματα τους. Η θέληση τους τελικά θριάμβευσε παρά την σαρωτική τους ήττα. «Η χορογραφία εναλλάσσεται ανάμεσα σε μια ακατάπαυστη κίνηση και σε μια παγωμένη, στατική «ανδρική» στάση.  Η φασιστική τέχνη εξυμνεί την υποταγή, εκθειάζει την βλακεία, μυθοποιεί τον θάνατο» έγραφε η Susan Sontag και αυτή της η αντίληψη επιβεβαιώνεται δυστυχώς και στην συγκεκριμένη ταινία (και όχι μόνο σε αυτή: δείτε σε κάθε συμβατική ταινία πως απεικονίζουν τους ναζί ως στρατιωτικό σώμα).

Εικόνα από την ταινία: Υψηλή καλλιέργεια και… στάση gentleman

Είναι ψυχαναλυτική και αυθαίρετη υπόθεση να θεωρούμε πως έχει υπάρξει μια σχετική αποδοχή και τελικώς λατρεία της ιεραρχίας, της εξουσίας, της καταστολής και της υποταγής μέσω των συμβόλων τους όταν βλέπουμε μια συνεχόμενη τέτοια εικονογράφηση από την μαζική τέχνη; Τα φαινόμενα δεν απατούν αυτή την φορά. Δεν είναι τυχαίο μήτε σπάνιο το γεγονός στην δημόσια συζήτηση να υπάρχει αναγνώριση (είτε κάπως απολογητικά, είτε δήθεν ουδέτερα και αποστασιοποιημένα, είτε προθετικά) πως η ναζιστική στολή είναι σένια, πάντοτε καλοσιδερωμένη και επιβλητική: ναι έτσι είναι, στάζοντας αίμα και μυρίζοντας σάρκα των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Εμείς πρέπει να πούμε πως καμιά εικόνα και κανένα αντικείμενο δεν μπορεί να απομονωθεί χρονικά και ιστορικά. Η κάθε χρήση του έχει πάνω εγγραφές τέτοιες που το ορίζουν και το καθορίζουν ιδεολογικά στους αιώνες. Τίποτα δεν μένει αποιδεολογικοποιημένο στο χρόνο. Έτσι κάθε αναπαράσταση πρέπει να παίρνει υπόψη ακριβώς αυτό. Κάθε τύπου αποστασιοποίηση είναι συνειδητός εξωραϊσμός και υπεράσπιση. Είναι προπαγάνδιση του θριάμβου των ναζί επί του ανθρώπινου πολιτισμού.

Ένα κινηματογραφικό έργο λοιπόν, το να προωθεί, το να δημιουργεί την εικόνα μιας Βέρμαχτ και των SS ως κάτι το επιβλητικό που πρέπει να το κοιτάζουμε με δέος σημαίνει αυτομάτως πως αποδέχεται την αισθητική της Ρίφενσταλ, του Γκέμπελς και του Χίτλερ. Γιατί αυτό ακριβώς επιζητούσαν και θέλανε να πετύχουνε και οι ίδιοι. Να θεωρηθούν από τους λαούς του κόσμου άτρωτοι, θεοί, υπερήρωες, υποκείμενα λατρείας, υποκείμενα δόξας και δικαιωματικοί φορείς της παγκόσμιας καταπίεσης. Μια σύγχρονη ταινία που δεν αρνείται μια τέτοια εικονογράφηση, τότε με υπαινικτικό και υπόγειο τρόπο -για να μην κατηγορηθεί ως ναζιστική- ενεργεί στην προώθηση της λατρείας της δύναμης, της εξουσίας, της τάξης, της ανωτερότητας και της υπεροχής, προωθεί τελικά την αντίληψη του Άριου. Προωθεί ακόμη χειρότερα μειωτικά συναισθήματα, αυτοταπεινωτικές αντιλήψεις στους λαούς για την δική τους δύναμη (υπεράσπισης της ζωής τους και δημιουργίας της) και ως εκ τούτου τους σπρώχνει πρόθυμους να αγκαλιάσουν έναν μελλοντικό φασίζων (μιας και δεν φοβούνται να αλλάζουν ονομασίες οι ναζιστές στο μέλλον –όπως γνωρίζουμε ιστορικά και στην χώρα μας-) παντοδύναμο ηγέτη που θα τους σώσει από την στασιμότητα και την κακομοιριά.

Είναι πολύ τρομαχτικό 80 και βάλε χρόνια μετά οι ναζί να φαίνονται στην αναπαράσταση τους ως υποκείμενα που τους οφείλουμε δέος, υποταγή ή και θαυμασμό, έστω και υπό την επιρροή της υπολανθάνουσας ψυχολογίας του φόβου. Είναι χυδαίο που δραματοποιείται μια αφήγηση που εξυμνεί και δοξολογεί στην ουσία, την δύναμη, την ντομπροσύνη, την στερεότητα, την «ακλονησία» και την αυτοθυσία των αξιωματικών ναζί. Από την στιγμή που δημιουργείται ένα τέτοιο πλαίσιο, όσα εγκλήματα τους και να απεικονιστούν δεν γίνονται κατακριτέα: δικαιώνονται. Έτσι αποδεχόμαστε πως ο δυνατός έχει το δικαίωμα να συντηρήσει την δύναμη του και να την επιβάλλει επί του αδυνάτου. Επιδοκιμάζεται ο νόμος της ζούγκλας στη κοινωνία. Και έτσι επέρχεται ένας μετριασμός και μια χειραγώγηση της ιδεολογικής αντίστασης του σύγχρονου ανθρώπου που μπορεί να αποβεί επιζήμια στην πράξη. Καθώς το συγκροτημένο πλαίσιο (κάθε τύπου) υπεροχής εμφανίζεται ως φυσική τάξη πραγμάτων κάθε συνέπεια αυτού θεωρείται και αυτό φυσικό. Αμβλύνονται τα όρια. Εξομαλύνονται. Δίνεται έγκριση στην εξουσία του δικαιώματος να σφάζει -κυριολεκτικά- την ανθρωπότητα. Στην σύγχρονη Ευρώπη αυτή η ιδεολογία –με κάθε διαφορετική έκφανση- βρίσκεται πλέον προ των πυλών. Το ναζιστικό κτήνος μπορεί να ηττήθηκε στις 9 Μάη 1945 αλλά η όλη «κουλτούρα» που έσπειρε στον ευρωπαϊκό πολιτισμό (και λόγω της άγνοιας και της ανοχής των καλλιτεχνών, των ιστοριογράφων, της εκπαίδευσης κ.ο.κ.) ήταν (και είναι) απειλητικά παρούσα.

Εικόνα από την ταινία: άτρωτοι, θεοί, υπερήρωες, υποκείμενα λατρείας, υποκείμενα δόξας… ακλόνητοι

Γεννημένος το 1984 στην Λάρισα, εγκλωβισμένος για κάποια χρόνια στην Ιταλία, αντί να μάθει να ξυπνάει στις αίθουσες δικαστηρίων έμαθε να βρίσκεται στις αίθουσες κινηματογράφου καθώς και πίσω από φωτογραφικές μηχανές. Έκτοτε γράφει για ταινίες και για σινεμά (καθώς και για ό,τι άλλο σκέφτεται) και φωτογραφίζει για φωτορεπορτάζ και για ευχαρίστηση. Είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης (ΠΕΚΚ) και της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου (FIPRESCI).