Η Αλγερία του Εντμόν Σαρλό και του Φερνάν Ιβτόν

Γιατί η λογοτεχνία ενίοτε «φωτίζει» μαύρες πτυχές της ιστορίας που η ..δικαιοσύνη αρνείται να αγγίξει

Γράφει ο Αντώνης Ν. Φράγκος - Βιβλία + Συζητήσεις, ΤΕΧΝΕΣ - 10/05/2018

Δύο βιβλία τελείως διαφορετικά μεταξύ τους αλλά τόσο ίδια όσο και οι αναφορές τους στον απελευθερωτικό αγώνα της Αλγερίας. Ο Εντμόν Σαρλό και ο Φερνάν Ιβτόν δεν είχαν άμεση σχέση αλλά και οι δύο πλήρωσαν για τις απόψεις τους και την ηθική τους στάση. Όντες γαλλικής καταγωγής στην κατεχόμενη Αλγερία θέλησαν- ο καθένας με τον τρόπο του- να συμβάλλουν θετικά στην χώρα που γεννήθηκαν. Ο προοδευτικός Σαρλό με τα βιβλία του και ο κομμουνιστής Ιβτόν με μια συμβολική, ανάμεσα σε άλλα, πράξη διαμαρτυρίας. Για τον αγώνα τους έγραψαν η συμπατριώτισσα τους Καουτέρ Αντιμί, «Τα πλούτη μας», και ο Νορμανδός Ζόζεφ Άντρας, «Για τα πληγωμένα αδέρφια», προσφέροντας δυο συναρπαστικά και σκληρά αφηγήματα, δείγματα χαρακτηριστικά μιας νέας γενιάς γαλλόφωνων συγγραφέων.

Η πρώτη, η Καουτέρ Αντιμί, γεννήθηκε, βεβαίως, στο Αλγέρι, το 1986, όπου σπούδασε φιλοσοφία αλλά από το 2008 ζει στο Παρίσι. «Τα πλούτη μας» (Εκδ.Πόλις)- σε ευφραδή μετάφραση Έφης Κορομηλά- είναι ήδη το τρίτο της μυθιστόρημα το οποίο και τιμήθηκε με διάφορα βραβεία όντας, επίσης, στις λίστες όλων των μεγάλων οργανισμών (Γκονκούρ, Μέντιτσις κτλ). Εκδόθηκε στην αρχή από έναν εναλλακτικό  μικρό εκδοτικό οίκο στην πατρίδα της όπου και συνάντησε την κριτική των συντηρητικών ισλαμιστών και κατόπιν στην Γαλλία με πολύ θετικές αντιδράσεις.

Το βιβλίο κάνει αναφορά στην μεγάλη λογοτεχνική ανάπτυξη στην Αλγερία από το 1936 και για πάνω από δυο δεκαετίες όπου τον πρώτο ρόλο κρατά ο Αλγερινός με γαλλική καταγωγή, Εντμόν Σαρλό, αληθινό πρόσωπο, εραστής των βιβλίων και τολμηρός εκδότης. Στα 21 του ανοίγει σε κάποιο ταπεινό δρομάκι της πόλης το βιβλιοπωλείο- παλαιοπωλείο, εκδοτικό οίκο και δανειστική βιβλιοθήκη με το όνομα, «Τα αληθινά πλούτη»- μια σούδα 7 επί 4 για να συμπληρώσει στην πρόσοψη, «Ένας άνθρωπος που διαβάζει αξίζει για δύο». Με επιμονή και υπομονή, μέσα σε εντελώς αντίξοες συνθήκες, τόσο απ’ την μεριά των γηγενών όσο και από αυτήν των Γάλλων αποικιοκρατών, κατορθώνει να εκδώσει τα πρώτα βιβλία του Αλμπέρ Καμί αλλά και του Εμανουέλ Ρόμπλες, του Γκαρθία Λόρκα, του Αντρέ Ζιντ και ταυτόχρονα να τυπώσει για πρώτη φορά στο χαρτί έργα ντόπιων λογοτεχνών ( Ζαν Αμρούς, Μουλούντ Φεραούς, Καντέμπ Γιασίν κ.α.) . Συνάμα αυτή η λογοτεχνική γωνιά αναδείχνεται σαν τόπος επαφής και ανταλλαγής ιδεών πολλών γαλλόφωνων συγγραφέων πυροδοτώντας την άνθιση των αλγερινών και όχι μόνο γραμμάτων.

Χαρακτηριστικές είναι εικόνες όπως εκείνη του Καμί που κάθεται δίπλα στην είσοδο και διορθώνει τα γραπτά του. Δημιουργεί απαιτητικούς αναγνώστες, βγάζει εκατοντάδες βιβλία και όταν αναγκάζεται να πουλήσει μαγαζί και εκδοτικό οίκο, τον αναλαμβάνει η νύφη του μέχρι την δεκαετία του ’90 όπου μετατρέπεται σε παράρτημα της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Αλγερίας.

Κάπως έτσι το ανακαλύπτει η Αντιμί, σχεδόν εγκαταλελειμμένο, και δημιουργεί την ιστορία του Ρυάντ, του νεαρού φοιτητή, που ταξιδεύει στο Αλγέρι με σκοπό να ολοκληρώσει την πρακτική του άσκηση που τυγχάνει να είναι το άδειασμα του κλειστού βιβλιοπωλείου του Σαρλό και η καταστροφή όσων βιβλίων και επίπλων έχουν απομείνει συν το βάψιμο, καθώς ένας μεγαλοσχήμων το έχει αγοράσει για να βάλει τον ανιψιό του να πουλάει λουκουμάδες. Η συγγραφέας επινοεί και τον ηλικιωμένο Καβύλο Αμπνταλά, επί δεκαετίες υπάλληλο του βιβλιοπωλείου, που χρόνια τώρα έχει κατασκηνώσει απέναντι απ’ το μαγαζί ως ακοίμητος φρουρός. Φωνή της ηθικής και της συνείδησης ο γέρο- Αμπνταλά τον ρωτά τον νεαρό αν «είναι δουλειά να καταστρέφεις ένα βιβλιοπωλείο».

Παράλληλα με την επινοημένη ιστορία, Αντιμί σκαρώνει το φανταστικό ημερολόγιο του Σαρλό, των χρόνων 1935-1961 και εκεί εικονίζεται γλαφυρά ο αγώνας του να δώσει βήμα έκφρασης. Υπάρχει και μια ακόμη- ανώνυμη, όμως- αφήγηση όπου δίκην σκληρού ντοκιμαντέρ, με φράσεις γεμάτες πάθος, διατρέχει δρόμους και σοκάκια του Αλγερίου αλλά και τα μεγάλα γεγονότα της χώρας, σε σχέση με την Γαλλία- τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο,  την σφαγή στο Σετίφ, το 1945, ένθα οι πανηγυρισμοί στην Αλγερία κατέληξαν σε εκατόμβη των ντόπιων από τους Γάλλους, ακόμη,  την γενικευμένη εξέγερση του πληθυσμού το 1954 ενάντια στους κατακτητές ως την μεγάλη διαδήλωση, το 1961, των Αλγερινών στο Παρίσι, αρκετοί εκ των οποίων κατέληξαν δολοφονημένοι από την αστυνομία του Παπόν στον Σηκουάνα έως την καταστροφική ανατίναξη του δεύτερου μεγάλου του βιβλιοπωλείου, το  ίδιο έτος.

Οι τρεις αυτές ιστορίες διαπλέκονται αριστοτεχνικά με τα πραγματικά γεγονότα να ακολουθούνται απ’ το ημερολόγιο του Σαρλό και ενδιάμεσα να ζούμε το δράμα της πλήρους παρακμής του εκδοτικού οίκου που έφτασε να κυκλοφορεί έως και 70 τίτλους κάθε χρόνο λίγο μετά την απελευθέρωση με παράρτημα πλέον και στο Παρίσι. Βέβαια, ο ονειροπόλος εκδότης δεν άντεξε τον ανταγωνισμό των κατεστημένων Γάλλων εκδοτών που βοηθήθηκαν οικονομικά για να προωθήσουν το «γαλλικό πνεύμα» στην Ευρώπη και στις ομόγλωσσες αποικίες και έκλεισε ως εκδότης το 1949.

Η Αντιμί δεν γράφει επετειακά, δεν αναπολεί το παρελθόν αλλά ούτε και το ξεχνά. Ο λόγος της είναι πιο σύγχρονος παρά ποτέ καθώς σήμερα στην πόλη του Αλγερίου τα βιβλιοπωλεία μετριούνται στα δάκτυλα του ενός χεριού και γνωστοί ντόπιοι συγγραφείς όπως ο καταξιωμένος Γιασμίνα Χάντρα δεν χαίρουν εκτίμησης από τους ισλαμιστές, εντός και εκτός του κράτους. Η συγγραφέας μεγάλωσε στα μαύρα χρόνια της τρομοκρατίας, την δεκαετία του ’90 και ούτως έστησε ένα μυθιστόρημα τριπλής αφήγησης με κεντρικό πρόσωπο τον Εντμόν Σαρλό για να μιλήσει για την ιστορία της Αλγερίας και τον αγώνα της για την ανεξαρτησία- τον αγώνα του Σαρλό για την δημιουργία και την  προώθηση των γραμμάτων χωρίς χρώμα και εθνόσημο και για την κατάσταση της λογοτεχνίας σήμερα στην πατρίδα της.

Ενδιαφέρον έχει ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Ζιονό απ’ όπου και η ονομασία του βιβλιοπωλείου: «Είχαν συνηθίσει να περιμένουν διαταγές για να ζουν. Τώρα είναι αποφασισμένοι να ζουν ταπεινά όπως θέλουν οι ίδιοι, χωρίς να ακούνε κανέναν, και να που όλα φωτίστηκαν, πραγματικά, όπως όταν βρίσκεις το σπίρτο και την λάμπα και το σπίτι φωτίζεται,  και ξέρουν επί τέλους που ν’ απλώσουν το χέρι για να βρουν τα πράγματα που χρειάζονται· είναι όπως φέγγει η χαραυγή μέσα σε μια κατοικία πιο μεγάλη απ’ το σπίτι, κι εκεί που ο κόσμος ήταν κλειστός και μαύρος κάτω από μια νυχτερινή λάσπη, οι κοιλάδες, τα ποτάμια, οι λόφοι και τα δάση φανερώνονται μ’ όλη τη χαρά της ζωής».

Δυο χρόνια μεγαλύτερος της Αντιμί, ο Γάλλος, Ζοζέφ Αντράς έκανε αίσθηση με το πρώτο του έργο, «Για τα πληγωμένα μας Αδέρφια» (Εκδόσεις του 21ου ) – σε μετάφραση Γιώργου Καράμπελα και ενώ κέρδισε το βραβείο Γκονκούρ πρώτου μυθιστορήματος, ο συγγραφέας το απέρριψε.  Το βιβλίο αναφέρεται σε ένα πραγματικό πρόσωπο- τον Φερνάν Ιβτόν, έναν κομμουνιστή εργάτη τριάντα χρονών, φίλα προσκείμενο στο FLN – το Μέτωπο Εθνικής Απελευθέρωσης της Αλγερίας. Στο εργοστάσιο αεριόφωτος που δούλευε, στο Αλγέρι, τοποθέτησε μια μικρή βόμβα μακριά από τον χώρο δουλειάς ώστε να σκάσει μετά την τελευταία βάρδια ως ένδειξη συμβολικής ηχηρής διαμαρτυρίας υπέρ του αγώνα των ντόπιων ενάντια στους Γάλλους κατακτητές. Ο εκρηκτικός μηχανισμός ανακαλύφθηκε πριν εκραγεί- κανείς δεν έπαθε απολύτως τίποτε, όμως ο Ιβτόν κρίθηκε, ύστερα από φριχτά βασανιστήρια, ένοχος εσχάτης προδοσίας  και καταδικάστηκε σε θάνατο! Και ενώ υπέβαλε αίτηση χάριτος αυτή απερρίφθη από τον τότε υπουργό δικαιοσύνης, τον σοσιαλιστή  Φρανσουά Μιτεράν.

Τελικά ο Φερνάν Ιβτόν ήταν ο μοναδικός ευρωπαίος, ανάμεσα στους διακόσιους περίπου πολιτικούς κρατούμενους  που εκτέλεσαν οι Γάλλοι κατά την διάρκεια του πολέμου για την ανεξαρτησία της Αλγερίας. Καρατομήθηκε τον Νοέμβρη του 1957 προς δόξα της Γαλλικής Δημοκρατίας. Και χρειάστηκαν να περάσουν- πέρα από δυο κείμενα του Καμί και του Σαρτρ εκείνη την εποχή,  30 χρόνια για να εμφανιστεί η πρώτη ουσιαστική, τεκμηριωμένη, μαρτυρία για  το έγκλημα.

Η γραφή του πρωτοεμφανιζόμενου, με ψευδώνυμο, Ζοζέφ Αντράς είναι φωτογραφική: περιγράφει χωρίς ανάσα τα γεγονότα- τη φυλάκιση, την ανάκριση, τη δίκη- κάνει φλάς μπακ στην παιδική ηλικία του Ιβτόν και φωτίζει την σχέση του με την αγαπημένη του γυναίκα, Ελέν, την καθημερινότητά τους , την αγάπη του για το ποδόσφαιρο, το διάβασμα της Ουμανιτέ, τους έρωτες του ζευγαριού. Ένας απλός καθημερινός άνθρωπος, ένας ιδεολόγος  που συμμαχούσε με το δίκιο του Αλγερινού  λαού. Βέβαια, το ΚΚΓ αλλά και το FLN κράτησαν αποστάσεις για τους δικούς τους λόγους, αφήνοντάς τον βορά στις εφημερίδες  της εποχής που τον χαρακτήριζαν προδότη και φονιά και τρομοκράτη αν και ο ίδιος ήταν ενάντια στην αιματηρή βία.

Η απλότητα της γραφής συμπληρώνεται με αξιοθαύμαστη οικονομία  στις περιγραφές. Τίποτε δεν είναι περιττό εδώ, οι διάλογοι ενσωματώνονται  στην πλοκή. Δεν πρόκειται για πολιτικό ρέκβιεμ ούτε για νουάρ , ο Αντράς δεν ασχολείται με αυτόν καθαυτό τον  εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, δεν παραθέτει ιστορικά γεγονότα, ούτε χαρακτήρες που εμπλέκονται σε αυτόν εκτός από τον ηρωικό θάνατο του φίλου του, Ανρί Μαγιό που έκλεψε όπλα από τον γαλλικό στρατό και δημιούργησε μια μικρή αντάρτική ομάδα έξω από το Μέτωπο. Μερικά ακόμη συμβάντα για τον Ιβτόν και το ΚΚΑ του οποίου ήταν μέλος – τα πάντα, όμως, μέσα απ’ την οπτική του τελευταίου.

Ο συγγραφέας φέρνει για πρώτη φορά την υπόθεση του Φερνάν Ιβτόν στην επικαιρότητα με τέτοιο παθιασμένο  ύφος αλλά και τρυφερότητα σε ένα βιβλίο προορισμένο για πολύ κόσμο. Ούτως, επιβεβαιώνει πως η λογοτεχνία – όπως και στην περίπτωση του Ντιντιέ Ντενέξ στο  «Έγκλημα και Μνήμη», για την δολοφονική στάση της αστυνομία στην μεγάλη διαδήλωση των Αλγερινών στο Παρίσι-  έχει την δύναμη να αποκαλύπτει αυτά που η δικαιοσύνη αδυνατεί ή δεν θέλει να φέρει στο φως από τις μαύρες πτυχές της επίσημης ιστορίας. Η οποία ιστορία, στην προσπάθεια να παραδοθεί «καθαρή» στο έθνος βρίθει συχνά – πυκνά αποσιωπήσεων όπως καλή ώρα και η δική μας.

Ο Αντράς συναρπάζει με την γραφή του-το υψηλών ταχυτήτων λυρικό κείμενό του που δεν ξεφεύγει ποτέ προς το εργαλειακό αν και το συγκεκριμένο θέμα προσφέρεται. Παράλληλα, τόσο αυτός όσο και η Καουτέρ Αντιμί, με το να γράφουν για το παρελθόν αναφέρονται στο σήμερα για τον κυνισμό του κράτους, τις ακροδεξιές παρεκκλίσεις της δικαιοσύνης, το ρατσισμό απέναντι στους ανθρώπους που ασπάζονται το Ισλάμ και την αισχρή προπαγάνδα των συστημικών μέσων που ομνύουν στην ανθρωποφαγία. Όπως τονίσαμε και στην αρχή, ο Αντράς αρνήθηκε να παραλάβει το  πολύ σημαντικό Βραβείο Γκονκούρ γιατί, « η λογοτεχνία… νοιάζεται κυρίως για την ανεξαρτησία της και μένει μακριά από βάθρα, τιμές και προβολείς».