Η ηπειρώτικη παράδοση ως παρούσα ταξική διαπάλη

Μια συζήτηση με αφορμή την παράσταση «Η αρπαγή της Βασιλαρχόντισσας»

| 06/04/2018

Βρέθηκα κάποια στιγμή τον χειμώνα στην Λάρισα ως θεατής σε μια παράσταση δίχως καμιά προετοιμασία του τί θα δω. Τα φώτα άναψαν, ένα βίντεο έπαιξε στην οθόνη και εμφανίστηκε ο τίτλος του έργου: «Η αρπαγή της Βασιλαρχόντισσας». Τότε αρχίζουν να παίζουν ηπειρώτικα καθώς ένα μπουλούκι ανεβαίνει στην σκηνή και χορεύει. Στην οθόνη συνεχίζει η αφήγηση βάζοντάς με σε μια ιστορία που δεν είχα προφανώς ξανακούσει. Στην σκηνή με την σειρά του ακολουθεί ένας θεόρατος τύπος με μουστάκι και πλουμιστή στολή και θρονιάζεται σε μια καρέκλα που την κουβαλάνε δυο τσολιάδες ενώ πλάι του με μια αλυσίδα έχει δεμένο έναν γεροδεμένο τύπο μοιάζοντας έτοιμος να ορμίσει σε οποιονδήποτε δεν είναι της αρεσκείας του αφεντικού του. Στο μπράτσο του διακρίνω την σβάστικα.

Τότε αυτό που βλέπω αρχίζει να μου προκαλεί μεγαλύτερο ενδιαφέρον και παραδίδομαι στην ιστορία: Ένας απλός άνθρωπος εκδικείται για την βία που δέχθηκε από την εξουσία και με δυο φίλους του ληστές απαγάγει ως αντίποινα την κόρη του άρχοντα ενός χωριού. Σύσσωμος ο μηχανισμός ορμάει να τον βρει και να τον κατασπαράξει. Η ιστορία είναι αληθινή και προφανώς απλή. Λαϊκή. Ηπειρώτικη. Παραδοσιακή που λέμε. Και όμως η ουσία πίσω της τόσο σύγχρονα επίκαιρη. Μέσα σε εβδομήντα λεπτά, «διαβάζουμε» την μη εξαιρετέα ιστορία του «πολιτισμένου» κόσμου. Από τη μια ο πλούτος που έχει στο πλευρό του το κράτος και το παρακράτος και από την άλλη ο αδικημένος που σηκώνει κεφάλι και διεκδικεί το δίκιο του και την αξιοπρέπειά του. Κάπου στη μέση ο γραφειοκράτης.

Μα πως μπορεί να συνταιριάζει, αναρωτιέμαι, ο παραδοσιακός χορός, τα ηπειρώτικα τραγούδια, η απουσία λόγου με μια σύγχρονη προσέγγιση της ταξικής διάρθρωσης της κοινωνίας; Κι όμως τα καταφέρνει. Όσο παρακολουθούσα έγινα μέτοχος μιας ενδιαφέρουσας εμπειρίας: Ενώ στην σκηνή συνέβαινε κάτι με το οποίο δεν ήμουν εξοικειωμένος από την άλλη η όλη ιστορία, η οικεία εκφραστικότητα των χορευτών και τα νοήματα του έργου τόσο εύκολα έρεαν στην σκέψη μου. Την ακολουθούσα. Και ταυτόχρονα έβλεπα πως η παράδοση δεν μου ήταν διόλου ξένη. Αντιθέτως την ευχαριστιόμουν. Αποτέλεσε εργαλείο για να σκεφτώ πάνω σε μια ιστορία και η ιστορία για να την επαναπροσεγγίσω εκ νέου.  

Μετά από μια πορεία του έργου σε διάφορες περιοχές της Θεσσαλίας, μαθαίνω πως το έργο θα ανέβει για μια και μοναδική παράσταση στην Αθήνα. Προσεγγίζω τον Νίκο Σαμαρίνα τον εμπνευστή και σκηνοθέτη αυτής της ιδιόμορφης χοροθεατρικής παράστασης και τα παρακάτω είναι το τί είπαμε.


Ο άρχοντας θέτει τους πάντες υπό τις διαταγές του με στόχο να ξαναβρούν την αρπαγμένη αρχόντισσα. Θα μπορούσαμε να πούμε πως το όλο ζήτημα που μπαίνει ως διακύβευμα είναι η απώλεια μιας ιδιοκτησίας, πως η Δούκω είναι απλά ένα αντικείμενο που συμβολίζει την «υπεροχή» της άρχουσας τάξης που κανείς δεν νοείται να εποφθαλμιά;

Όλο το έργο κινείται ταυτόχρονα σε τρία επίπεδα. Το πρώτο είναι η παρακολούθηση μιας διασκεδαστικής και ευχάριστης χορευτικής παράστασης. Το δεύτερο είναι η εξιστόρηση, με μυθοπλαστικό βέβαια τρόπο, των γεγονότων «πίσω» από ένα από τα πιο πολυτραγουδισμένα τραγούδια της Ηπείρου, της Βασιλαρχόντισσας.  Στο τρίτο επίπεδο, οι ρόλοι έχουν ειδωθεί ως προσωποποίηση κοινωνικών σχέσεων, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί ιστορικά. Την Βασιλαρχόντισσα την βλέπουμε ως σκήπτρο, ως έμβλημα της εξουσίας -και αν το  προεκτείνουμε- ως την ίδια την πολιτική εξουσία. Γι’ αυτό και η αρπαγή και κατοχή της αποτελεί το βασικό διακύβευμα, καθώς αποτελεί το μόνο μέσο χειραφέτησης της κατώτερης τάξης και των λαϊκών στρωμάτων. Το μυστικό της κυριαρχίας του Άρχοντα είναι στην οικονομία, γι’ αυτό και όταν η Βασιλαρχόντισσα απαγάγεται από τους παρακατιανούς προσπαθεί να την ανακτήσει άμεσα χρησιμοποιώντας τα υπόλοιπα μέσα που διαθέτει στα χέρια του, τη βία και την εξαγορά.

Ένας «παρακατιανός» και δυο ληστές είναι οι ήρωες. Πηγαίο το ήθος τους. Σε πολλές λαϊκές παραδόσεις υπάρχει αυτό το στοιχεία ανάδειξης των «περιθωριακών» ως υποκειμένων που αντιδρούν ή ίσως εξισορροπούν την κατάσταση μπρος στην εξουσιαστική νοοτροπία των αρχόντων. Είναι μια πρώτη μορφή αυθόρμητης επαναστατικότητας των ανθρώπων μπρος στην κρατική καταπίεση;

Η «παράδοση ανταρσίας» στον λαϊκό μας πολιτισμό είναι παρούσα, όποια μορφή κι αν παίρνει. Αντάρτης, κλέφτης, παλικάρι πάντα είναι ο ίδιος ο λαός, τραγουδούσαν οι ΕΛΑΣίτες. Ο αυθορμητισμός, για παράδειγμα έβγαλε στο κλαρί τους τελευταίους εκπροσώπους της κοινωνικής ληστείας στη χώρα μας στις αρχές του 20ου αιώνα. Ένας φόνος τιμής για μια γυναίκα έβγαλε στην παρανομία και στο βουνό τον περίφημο Φώτη Γιαγκούλα στη Θεσσαλία. Ο τελευταίος των Ληστών, ο συγχωριανός μου απ’ την Κρανιά Ολύμπου, ο Μήτρος ο Τζιατζιάς λιποτάκτησε από το στρατό γιατί τα έβαλε με το λοχία του και στη συνέχεια έδειρε και έκλεψε τον τοπικό τσιφλικά που κακομεταχειρίζονταν τους κολίγους.

Κάτι παρόμοιο βλέπουμε λοιπόν στο έργο…

Ναι. Ο ήρωας στο έργο μας, ο παρακατιανός Πλέμπας αρχικά λειτουργεί με μια αυθόρμητη επαναστατικότητα, η οποία τον οδηγεί κυριολεκτικά στο να τον τσακίσουν οι Άρχοντες. Στη συνέχεια συναντά το «οργανωμένο κίνημα», όπως θα το λέγαμε σήμερα, και δυο από τις μορφές του, την γραφειοκρατική και αυτή των αγνών αγωνιστών που με αυτοθυσία και αυταπάρνηση μπαίνουν στον αγώνα χωρίς να λογαριάζουν τίποτα, με τους οποίους και συντάσσεται για να αρπάξουν την Βασιλαρχόντισσα.

Ενώ το έργο όλο βασίζεται πλήρως στην παράδοση, ταυτόχρονα λειτουργεί με σαφήνεια στον θεατή του σήμερα. Ποιο είναι το συνεκτικό στοιχείο ανάμεσα στο χθες και στο σήμερα –σε δυο διαφορετικές ας πούμε κουλτούρες- που προϋπάρχει σε όλες τις περιόδους και όλους τους χρόνους και δεν μετατρέπει την αυθεντική ηπειρώτικη ιστορία σε κάτι το «φολκλόρ», κάτι το «παράξενο», τελικά κάτι το ξεπερασμένο;

Η «παράδοση» είναι μια λέξη, ένα όνομα που χρησιμοποιούμε για να περιγράψουμε μία από τις μορφές που πήρε ο λαϊκός πολιτισμός μέσα στην ιστορική του εξέλιξη και η οποία δεν έχει σταματήσει ακόμα να μετασχηματίζεται και να αλλάζει ως προς τη λειτουργικότητά της, δηλαδή να αναπτύσσεται. Σε όλη αυτή την πορεία όσα στοιχεία της παράδοσης ξεπερνιούνται απ’ την εξέλιξη τα καταπίνει η λήθη ή τοποθετούνται στο λαογραφικό μουσείο. Τα υπόλοιπα γονιμοποιούν το παρόν και ξαναορίζουν διαρκώς την έννοια της παράδοσης στο σήμερα, ως στοιχεία του σύγχρονου λαϊκού πολιτισμού, άσχετα αν συστήνονται με το όνομα «παράδοση». Συνεπώς η παράδοση δεν είναι απλά ο λαϊκός πολιτισμός παρελθόντων ετών, αλλά μια μορφή –η πιο καλά ριζωμένη- του σύγχρονου λαϊκού πολιτισμού. Όποιος αυτό δεν το αντιλαμβάνεται τότε αντιμετωπίζει την παράδοση ως ένα παράλογο στο σήμερα «επιβίωμα», ως φολκλόρ, ή τέλος ως πρώτη ύλη για μια «έθνικ» αξιοποίησή της.

Κάπως έτσι τουλάχιστον μια μερίδα κόσμου την αντιμετωπίζει…

Για παράδειγμα, η κυρίαρχη άποψη σήμερα στα πλαίσια των χορευτικών συλλόγων είναι ότι  ο παραδοσιακός χορός ως φαινόμενο έφτασε στην ωριμότητα κατά τη διάρκεια της -απροσδιόριστης βέβαια με ακρίβεια- παραδοσιακής κοινωνίας και αυτό που βιώνουμε σήμερα είναι μόνον η παρακμή και η «κακοποίηση» ή στην καλύτερη περίπτωση η πιστή αντιγραφή του παλιότερου ορθού και αψεγάδιαστου τρόπου επιτέλεσης των χορών. Η δική μου άποψη είναι ακριβώς η αντίθετη. Ο παραδοσιακός χορός σήμερα βρίσκεται στο αποκορύφωμα της ωριμότητάς του. Και ο λόγος που ο παραδοσιακός χορός βρίσκεται στο αποκορύφωμα της ωριμότητάς του και σε μια πορεία αυτή τη στιγμή ανόδου είναι γιατί έχει ωριμάσει η ιδέα ότι ο χορός δεν είναι ένα «φυσικό φαινόμενο» που απλά υπάρχει δίπλα μας, αλλά ένα σύνθετο κοινωνικό φαινόμενο που απαιτεί μελέτη. Ταυτόχρονα έχει αρχίσει να ωριμάζει και το υποκείμενο που θα τον μελετά επιστημονικά και θα τον αξιοποιεί καλλιτεχνικά. Προς το παρόν αυτό τον ρόλο καλούνται να παίξουν οι χοροδιδάσκαλοι.

Θα μπορούσαμε να πούμε πως τελικά ο παραδοσιακός χορός έχει τις ίδιες κινησιολογικές δυνατότητες, την ίδια εκφραστική δυναμική με τον σύγχρονο χορό στα μοντέρνα θεατρικά έργα; Έχει μελετηθεί αυτή του η εγγενή δύναμη; Το έργο σου μήπως είναι και μια τέτοια πρώτη προσπάθεια μελέτης των δυνατοτήτων του;

Ο σύγχρονος χορός δείχνει να δίνει στον χορογράφο μεγαλύτερη ελευθερία να χορογραφήσει. Ο παραδοσιακός χορός έχει όρια που αν τα υπερβείς χάνει την ουσία του και μετατρέπεται σε κάτι άλλο, ή τέλος πάντων παύει να θυμίζει παραδοσιακό χορό. Όμως και ο σύγχρονος χορός έχει τα δικά του όρια και οι χορογραφίες μπορεί να δείχνουν ελεύθερες, αλλά βασίζονται σε προκατασκευασμένες φόρμες, σε στάνταρ κινήσεις. Ο παραδοσιακός, είναι λαϊκός χορός. Από μόνος του ενσωματώνει ιστορικές και κοινωνικές σχέσεις που ο χορογράφος δεν χρειάζεται να επινοήσει, καθώς τις βρίσκει έτοιμες, παρά μόνον να τις αναδείξει και να τις αξιοποιήσει προς όφελος του έργου. Στην «Αρπαγή της Βασιλαρχόντισσας» με αυτή τη λογική κινηθήκαμε και η χορογράφηση ήρθε πολύ εύκολα, σα να την υπαγόρευε το ίδιο το έργο.

Ωστόσο συνεχίζει να μοιάζει στο άπειρο μάτι πως είναι μονάχα μια μορφή διασκέδασης των «ακαλλιέργητων» τάξεων. Μια μορφή να χαίρεται ο λαός στα πανηγύρια. Είναι αυτό ή έχει άλλες αναφορές και άλλες λειτουργίες πολύ βαθύτερες πολιτισμικά και πολιτικά;

Η διασκέδαση είναι μια πλευρά του παραδοσιακού χορού, και η πολιτική διαχείρισης αυτής της πλευράς του χωράει πολλή συζήτηση. Βέβαια, το τι επιλέγεται κάθε φορά από τα στοιχεία του λαϊκού πολιτισμού να προβληθεί είναι ζητούμενο. Αυτή η επιλογή δεν είναι τυχαία. Η παράδοση λοιπόν υπό αυτή την έννοια είναι επιλεκτική. Η παραδοσιακή κουλτούρα μας και ο παραδοσιακός χορός ανταποκρίνονται, τόσο σήμερα, όσο και παλιότερα, στο σύγχρονο κάθε φορά σύστημα συμφερόντων και αξιών, γιατί δεν αποτελούν ένα απόλυτο σύνολο έργων, αλλά μια συνεχή επιλογή και ερμηνεία.

Έχουμε μάθει ίσως να την προσεγγίζουμε με αυτόν τον τρόπο;

Κοίτα. Το να δημιουργούμε για παράδειγμα αριστερά και δεξιά πανηγυράκια με σουβλάκι, μπύρα, λαϊκο-παραδοσιακο-σκυλλάδικες ορχήστρες, χορευτικά συγκροτήματα να χορεύουν ως ατραξιόν για να μαζεύουν κόσμο, βουλευτές, δημάρχους και πολιτευτές να κάνουν την πασαρέλα τους, και πολιτιστικούς συλλόγους διοργανωτές που νομίζουν ότι μ’ αυτό τον τρόπο κάνουν το πολιτιστικό καθήκον τους, αποτελεί επιλογή η οποία ελέγχεται και εξαρτάται από πολλών ειδών ειδικά συμφέροντα μεταξύ των οποίων τα πολιτικά, άρα και τα ταξικά. Βέβαια σε καμιά περίπτωση δεν είναι σωστό να θεωρηθεί ότι ο παραδοσιακός χορός και γενικά ο λαϊκός πολιτισμός σήμερα είναι μια κουλτούρα επιβαλλόμενη από τα πάνω. Επίσης, είναι εξίσου λάθος να αναφερόμαστε στον λαϊκό- παραδοσιακό πολιτισμό ως κάτι εξ ορισμού «αυθεντικό», μιας κουλτούρας δηλαδή του λαού για το λαό. Δεν πρέπει ακόμα να εκλαμβάνεται ως μια αυθόρμητη αντιστασιακή κουλτούρα του λαού απέναντι στην αστική χειραγώγηση.

Πολύ ενδιαφέρον αυτό. Γιατί είθισται να θεωρούμε κυρίως πως ο λαϊκός πολιτισμός σημαίνει «αυθεντικότητα».  

Ο λαϊκός πολιτισμός είναι ένα πεδίο αδιάκοπης διαπάλης και σχέσης αντίστασης και ενσωμάτωσης, όπου το προς τα πού θα κλίνουν τα πράγματα εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, πολιτιστικούς και εξωπολιτιστικούς. Σ’ αυτή τη διαπάλη όλοι όσοι ασχολούμαστε με τον λαϊκό πολιτισμό παίρνουμε εκ των πραγμάτων θέση και συμμετέχουμε, είτε το συνειδητοποιούμε, είτε όχι. Το πώς διαμορφώνεται αυτή η σχέση αντίστασης και ενσωμάτωσης αποτυπώνεται ξεκάθαρα στον τρόπο που διερευνάται επιστημονικά, ακόμα και σήμερα, ο παραδοσιακός πολιτισμός και ο χορός, πεδίο στο οποίο βασιλεύει η μεταφυσική. Στους μη μυημένους αυτή η σχέση μπορεί να γίνει αντιληπτή παρακολουθώντας τις πολλές μορφές που αυτή παίρνει στις διάφορες εκδηλώσεις, παραστάσεις και αναπαραστάσεις, αυτού που σήμερα ονομάζουμε παραδοσιακό χορό και μουσική.

Είναι δυο ρόλοι που έχουν προστεθεί μυθοπλαστικά και πατούν στο σήμερα. Ο ρόλος του γραφειοκράτη και ο ρόλος του προστάτη του αφεντικού, ενός νεοναζί που σαν σκύλος με αλυσίδα στέκεται δίπλα του και μοιάζει να γαυγίζει αλλά να μην δαγκώνει. Μίλησε μας λίγο για αυτές τις προσθήκες.

«Η Αρπαγή της Βασιλαρχόντισσας» είναι μια ιστορία αντίστασης και εξέγερσης η οποία αν δεν νοηματοδοτηθεί στη σημερινή πραγματικότητα δεν έχει καμιά αξία. Στη λογική αυτή προστέθηκε ο «κόκκινος» Γραφειοκράτης, ο οποίος στο όνομα μιας δήθεν μαρξιστικής καθαρότητας διώχνει από κοντά του τον αυθόρμητα και μη «συνειδητοποιημένα» εξεγερμένο παρακατιανό, όπως επίσης και ο Παρακρατικός πιστός σκύλος των Αρχόντων που σήμερα εκδηλώνεται περισσότερο με τη μορφή του νεοναζί, ο οποίος και γαυγίζει και δαγκώνει, λόγω της εγκληματικής του φύσης, αρκεί να αφήσει την αλυσίδα ο Άρχοντας.

Ποια είναι τα κριτήρια με τα οποία διάλεξες του συνεργάτες σου; Το επίπεδο στην χορευτική έκφραση των χορευτών φαίνεται πολύ υψηλό. Από την άλλη υπάρχουν και μη επαγγελματίες ηθοποιοί. Πως ξεκίνησες την όλη διαδικασία, ποια είναι τα βήματα που ακολούθησες στις πρόβες για να θέσεις τους πάντες κοινωνούς ώστε να κατανοήσουν το όραμα σου και άρα να υλοποιήσουν το δύσκολο αυτό έργο;

Το βασικό πρόβλημα ήταν στο ξεκίνημα της όλης προσπάθειας, στο να δώσω στους συνεργάτες μου να καταλάβουν τι έχω στο μυαλό μου να κάνουμε, καθώς δεν είχα κάτι ανάλογο να τους δείξω, ώστε να τους πω: «Να κάτι σαν αυτό», διότι η «Αρπαγή της Βασιλαρχόντισσας» είναι κάτι διαφορετικό, ακόμα και από προηγούμενες δικές μου παραστάσεις. Στο χώρο του παραδοσιακού χορού τέτοιου είδους πειραματισμοί θεωρούνται «επικίνδυνοι» και δεν είναι εύκολα αποδεκτοί, ιδιαίτερα από ανθρώπους που βλέπουν με συντηρητικό μάτι την παράδοση.

Στην επιλογή των βασικών συντελεστών στάθηκα τυχερός, πρώτον γιατί όλοι τους χορεύουν σε υψηλό για τα δεδομένα του παραδοσιακού χορού επίπεδο και δεύτερον γιατί όχι μόνον δεν απέρριψαν, αλλά αγκάλιασαν την όλη προσπάθεια με πολλή αγάπη και συνέπεια, και μου έδωσαν το χώρο ώστε να μπορώ να τους κατευθύνω προς μια διάσταση του χορού που μέχρι τότε δεν είχαν αγγίξει. Επίσης, στάθηκα πολύ τυχερός και στη συνεργασία μου με χορευτές από άλλα είδη χορού που είδαν ως πρόκληση τη συμμετοχή τους στην παράσταση. Το πρόβλημα που αντιμετώπισα ήταν όταν απευθύνθηκα, προκειμένου να πλαισιώσουν την παράσταση, σε ανθρώπους που βλέπουν το χορό ή το θέατρο ως χόμπι ή διασκέδαση και οι οποίοι είναι δύσκολο να δεσμευτούν και να δεθούν με μια τέτοια προσπάθεια, που επιπλέον σημαίνει πολύωρες πρόβες και πολλές παραστάσεις.

Από όλη αυτή τη διαδικασία προέκυψε μια ομάδα η οποία αποτελείται από χορευτές οι οποίοι είναι στην πλειοψηφία τους πολύ έμπειροι, ενώ οι λιγότερο έμπειροι εργάζονται πολύ ώστε να μη φαίνεται η διαφορά επί σκηνής. Μάλιστα έχουμε δημιουργήσει ένα πολύ ιδιαίτερο εργαστήριο στα πλαίσια του πολιτιστικού συλλόγου «Χορίαμβος» στη Λάρισα, το οποίο εργάζεται ακριβώς για την δημιουργία τέτοιων λαϊκών χοροδραματικών παραστάσεων, με τη δική μου καθοδήγηση, καθώς και άλλων συνεργατών δασκάλων χορού, μουσικής και θεάτρου.

Ποια πιστεύεις πως είναι η σκέψη της αρπαγμένης Δούκως; Θέλει να επιστρέψει στον άρχοντα πατέρα της ή βρίσκει ένα νέο νόημα δίπλα στους «περιθωριακούς» απαγωγείς της;

Στα σύγχρονα έργα, ιδιαίτερα στον κινηματογράφο, έχουμε δει πολλές φορές τα θύματα απαγωγής να αναπτύσσουν το λεγόμενο «Σύνδρομο της Στοκχόλμης» και να βλέπουν με συμπάθεια τους απαγωγείς τους, ακόμα και να τους ερωτεύονται. Η πραγματική Δούκω είναι αλήθεια ότι γλίτωσε τον απαγωγέα της Θύμιο Γάκη από την θανατική καταδίκη, διότι κατέθεσε στο δικαστήριο ως μάρτυρας υπεράσπισής του!


Info

Για μια μοναδική παράσταση

Κυριακή 15 Απριλίου και ώρα 20.00

Πολυχώρος πολιτισμού Άννας & Μαρίας Καλουτά,

Τιμοκρέοντος 6Α, Ν. Κόσμος, Αθήνα

Το event στο Facebook

Σενάριο- σκηνοθεσία- χορογραφίες: Σαμαρίνας Νίκος
Παίζουν και χορεύουν οι: Νίκος Σαμαρίνας, Δήμος Πραντσίδης, Δημήτρης Μπούτλας, Ζωή Σαραφείδου, Άννα Τσιάρα, Σταυρούλα Σδράνη, Δημήτρης Βλάνδος, Γιώργος Γεροφώτης, Αγγελική Μακαντάση, Λένα Χατζηλιάδου, Χρύσα Γκονέλα, Αιμιλία Πατέα, Γιάννης Ζέρβας, Νίκος Χαρχαντής, Γιώργος Τζήμας, Λευτέρης Φουρκιώτης και ο Αποστόλης Ντόμαλης, και τραγουδά επί σκηνής η Ελένη Σαμαρίνα.

Τα τραγούδια της παράστασης ηχογράφησαν οι μουσικοί: Κώστας Κωστούλης (κλαρίνο), Μάριος Σαρακατσιάνος (λαούτο- τραγούδι), Θάνος Ρούμπος (βιολί), Γιάννης Μακρυγιάννης (κρουστά)
Φωτισμοί: Δώρα Παπαδούλη
Φωτογραφίες: Αποστόλης Ντόμαλης
Επεξεργασία ήχου: Μπάμπης Χαρίτος
Επεξεργασία εικόνας: Άγγελος Καστώρης

Παραγωγή: Πολιτιστικός Σύλλογος Χορίαμβος 2017

Γεννημένος το 1984 στην Λάρισα, εγκλωβισμένος για κάποια χρόνια στην Ιταλία, αντί να μάθει να ξυπνάει στις αίθουσες δικαστηρίων έμαθε να βρίσκεται στις αίθουσες κινηματογράφου καθώς και πίσω από φωτογραφικές μηχανές. Έκτοτε γράφει για ταινίες και για σινεμά (καθώς και για ό,τι άλλο σκέφτεται) και φωτογραφίζει για φωτορεπορτάζ και για ευχαρίστηση. Είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης (ΠΕΚΚ) και της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Κριτικών Κινηματογράφου (FIPRESCI).