Η θέση του δημιουργού, η θέση του αναγνώστη

Δύο συλλογές διηγημάτων, ένα δοκίμιο και δύο ποιητικές συλλογές από της εκδόσεις Πόλις

| 27/02/2018

Το διήγημα, η φόρμα του, μοιάζει με δοκιμασία σε κλειστό χώρο. Η είσοδος σε αυτόν είναι εύκολη.  Το ζήτημα είναι πώς θα βγεις. Δεν έχει σημασία να δεις το φως του κόσμου που δημιούργησες, αλλά να το δεις δίχως να σε καταβάλλουν τα τραύματα που αναπόφευκτα απέκτησες από την πάλη με τις λέξεις και τα όρια. Όταν δε, επιλέγεις ένα θέμα που απαιτεί και επιβάλλει συγκεκριμένο ύφος, τότε τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο δύσκολα. Ο συγγραφέας βρίσκεται σε δωμάτιο πανικού που οι τοίχοι του όλο και στενεύουν μέχρι να τον συνθλίψουν. Μοναδική έξοδος διαφυγής η ακρίβεια στο μήνυμα και η άριστη χαρτογράφηση της λογοτεχνικής διαδρομής. Δηλαδή, να ξέρεις τι θες να πεις και να μη διστάσεις στιγμή να το πεις. Η Ελισάβετ Χρονοπούλου στο δεύτερο της βιβλίο κάνει αυτό ακριβώς και όχι μόνο εξέρχεται από το δωμάτιο πανικού, αλλά μας παραδίδει δέκα ιστορίες ενός κόσμου που δεν έφυγε ποτέ και εξ αιτίας της τον βλέπουμε τόσο καθαρά…

Η Χρονοπούλου ξέρει το είδος και όπως μας έδειξε στο “Φοράει κοστούμι” (κι αυτό από εκδόσεις Πόλις) είναι ικανή να δει αυτά που δεν φαίνονται με πρώτη ματιά. Αυτά που τρυπάνε το δέρμα και μένουν στην ψυχή του ατόμου. Η βία και ο πόνος.  Συνδετικός κρίκος η οικογένεια. Εδώ, το εν λόγω σχήμα αναπτύσσεται σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο και τα μετατρέπει σε μεγεθυντικό φακό για να εντοπιστούν οι λεπτομέρειες εκείνες που επέδρασαν καθοριστικά στη ψυχοσύνθεση των ανθρώπων που συνέχισαν και μετά τον καταραμένο χρόνο, την Κατοχή. Εκεί, σε αυτό το δύσκολο πεδίο μετρά τις δυνάμεις της η συγγραφέας και δεν την “καταπίνει” η Ιστορία.

Το θέμα “Κατοχή” είναι δύσκολο γιατί ο δημιουργός πρέπει να προσέξει ποια πτυχή του θα αναδείξει. Ο κίνδυνος της επανάληψης και της ανούσιας υπενθύμισες ελλοχεύει και είναι ικανός να εκθέσει αυτόν που επιχειρεί να δει ξανά εκείνη την περίοδο. Ο Χρονοπούλου, λοιπόν, εστιάζει στην επιβίωση, αλλά όχι αυτή που έρχεται μέσα από τη χρήση των όπλων, των μαχών εκ του συστάδην. Όχι. Η επιβίωση στο “Ο έτερος εχθρός” αφορά τον “πόλεμο” με την καθημερινότητα. Με την κατάσταση εκείνη που υπόγεια και ύπουλα απειλεί τη ζωή, απειλή την ουσία της ανθρώπινης υπόστασης, δηλαδή την ηθική ακεραιότητα του ανθρώπου. Οι ήρωες των ιστοριών της Χρονοπούλου θυσιάζουν ένα κομμάτι αυτής για να μείνουν ζωντανοί, για να μπορέσουν να υποδεχτούν το μέλλον και να δοκιμαστούν ξανά απέναντι σε αυτά που έχασαν και άφησαν οριστικά στη μαύρη τρύπα της Κατοχής. Η Χρονοπούλου τα λέει όλα, λιτά, καθαρά, με ενάργεια, τίμια. Ο έτερος εχθρός, ο φόβος, ζωντανεύει, ζει με τον αναγνώστη και στο τέλος εξημερώνεται.

Info: Ελισάβετ Χρονοπούλου, “Ο έτερος εχθρός”, εκδ. Πόλις

Οι 24 ώρες δεν φτάνουν. Οι ανάσες δεν φτάνουν. Οι σκέψεις δεν φτάνουν. Τα συναισθήματα δεν φτάνουν. Η ζωή πάντα φθίνει και η φθορά στο αστικό τοπίο σημαίνει κατάθεση κομματιών της. Οξειδωμένα, γκρίζα, μαύρα, κάτω από ένα εκτυφλωτικό φως που τα κάνει αποδεκτά στον νου και το μάτι του ατόμου. Υπάρχει όμως και το ενδιάμεσα. Αυτό που μεσολαβεί πριν το άπιαστο ενωθεί με το ταπεινό, το ευτελές, το πληγωμένο. Είναι τοπίο σταθερό, καθρέφτης είσοδος-έξοδος που φιλτράρει και αντικατοπτρίζει αυτά που έμειναν άθικτα μετά την σκληρή δοκιμασία της καθημερινότητας. Δεν είναι ουρανός, έτσι μάθαμε να το λέμε. Είναι κάτι που βρήκαμε και μας βρήκε για να μας προστατέψει, να μας συντροφεύσει, να μας αγκαλιάσει, να μας “πνίξει”, να γίνει σημείο προσανατολισμού και διαφυγής στον χώρο του φανταστικού, του υπερρεαλιστικού. Είναι το μπλε υγρό που σταθεροποιήθηκε και έγινε το μεταίχμιο της ζωής μας σε μια άστατη, αδυσώπητη, πραγματικότητα.

Το πρώτο βιβλίο της Βίβιαν Στεργίου. Ντεμπούτο μες τη φρεσκάδα, την καθαρότητα, την ξεχωριστή ματιά. Όλα τα κλισέ σε μια καινούργια προσπάθεια βρίσκουν ανταπόκριση σε αυτή την προσωποκεντρική, πολύπτυχη συλλογή διηγημάτων. Το αυτονόητο όμως στη λογοτεχνία ποτέ δεν είναι δεδομένο μια και η διαδικασία για να φτάσεις σε αυτό είναι δύσκολη, πολύπλοκη, ύπουλη, παραπλανητική. Η Στεργίου όμως δείχνει πως όχι μόνο ξέρει τι θέλει και πως να το πει, αλλά εμφανίζει και λαμπερά, λογοτεχνικά κοιτάσματα. Το βασικότερο είναι ότι δίνει στις ιστορίες της έναν σαγηνευτικό, ελκυστικό ρυθμό που σε κάνει να τις διαβάζεις με πάθος και λαχτάρα για το τέλος. Επειτα, ο τρόπος που αφηγείται δεν είναι σταθερός και αυτό τη βοηθά. Αποφεύγει έτσι την παγίδα της “αρχής-μέσης-τέλους” και ενώ κάθε διήγημα έχει φυσικά την πλοκή του, δεν είναι ποτέ προβλέψιμο και το φινάλε του σε ξαφνιάζει ευχάριστα. Όσον αφορά το πλαίσιο ανάπτυξης των μύθων, παρατηρούμε την αρμονική σύζευξη ρεαλιστικού, υπερρεαλιστικού, με το συναίσθημα και την προσωπικότητα της συγγραφέως να δίνουν τον τόνο.

Η Στεργίου αναφέρεται στη μοναξιά, στην αποδοχή, τον ρατσισμό, την καταπίεση του οικογενειακού-κοινωνικού περιβάλλοντος, τον έρωτα ανεξαρτήτως φύλου, την αγωνία της επιβίωσης, τη δυσκολία στην επικοινωνία των ανθρώπων. Η θεματική της μπλέκεται στα στενά της Αθήνας, στους βρώμικους δρόμους της, “στριμώχνεται” σε μικρά διαμερίσματα του κέντρου, στα Εξάρχεια, στην Ομόνοια, στην Ιπποκράτους… Κάποιες στιγμές συναντά την ελληνική περιφέρεια που άλλοτε γοητεύει και άλλοτε απογοητεύει. Η Στεργίου επικοινωνεί με τον αναγνώστη μέσα από την αγωνία, το ανήσυχο βλέμμα, τις εικόνες που έχουν μείνει στο μυαλό της και φυσικά μέσα από το μπλε, το μπλε υγρό που κατακλύζει και ορίζει την αρχή και το τέλος του βιβλίου.

Info: Βίβιαν Στεργίου, “Μπλε υγρό”, εκδ. Πόλις

“Η πατίνα του χρόνου…”, κοινοτοπία αναπόφευκτη. Αξίωμα που επιβάλλεται αυταρχικά σε όσους θέλουν να δουν, να νιώσουν, το πέρασμα του χρόνου. Ο λυρισμός και το ελεγειακό στοιχείο την ορίζει και όσοι επιχειρούν να αντιμετωπίσουν λογοτεχνικά τη μοναδική σταθερά του κόσμου τούτου, ακολουθούν τα χνάρια αυτής. Ο κοινός τόπος γίνεται κοινή ζωή και σε αυτό το πλαίσιο ζουν και αναπνέουν όλα όσα μας στιγμάτισαν και θα μας στιγματίσουν. Η διαφορά με το κλισέ είναι πως τα ίχνη τα γεμάτα ώρες, μέρες, δεν είναι καθαρά. Δεν είναι κρυστάλλινα και αυτή η πραγματικότητα πρέπει να τονίζεται και να αναδεικνύεται. Συνεπώς, “η πατίνα του χρόνου θολώνει την επιφάνεια της ζωής”. Πιο απλά, “Θαμπή πατίνα” και πάνω στα ίχνη της διαβάζουμε την ποιητική συλλογή του Γιάννη Τζανετάκη.

Ο Τζανετάκης ακολουθεί τις στάσεις του χρόνου. Δεν τον παρακολουθεί μόνο στην εξέλιξη του, αλλά τον βλέπει και όταν σταματά, όταν “αποφασίζει” τι θα αφήσει πίσω για να προχωρήσει. Ο δημιουργός γίνεται ο ενδιάμεσος στα αναπότρεπτα κενά που αφήνει η χρονική ακολουθία. Στην ουσία περιγράφει την ανθρώπινη συμπεριφορά και θέση απέναντι στις αλλαγές, εναλλαγές και στη διαμόρφωση του παρόντος. Προετοιμάζει το μέλλον και ας μην τον ενδιαφέρει ο ερχομός του. Το ποιητικό σώμα της εν λόγω συλλογής θυμίζει κτήριο υπό κατασκευή με μεγάλες σκαλωσιές να ενώνουν τις αποστάσεις. Το “χτίσιμο” ακολουθεί πορεία από κάτω προς τα πάνω με έξοδο που χωρά την ύπαρξη του ατόμου.

Η φράση-οδηγός του Μπόρχες χαρτογραφεί την πορεία για τον αναγνώστη. “Εγώ είμαι. Εγώ θέλω να’ μαι. Εγώ αιμορραγώ”. Τα ποιήματα του Τζανετάκη είναι η επιφάνεια ξεραμένου αίματος που μένει στο δέρμα και το σημαδεύει για πάντα. Γι’ αυτό και όλα τα ποιήματα αναπτύσσονται σε λίγο χώρο. Μέχρι εκεί που φτάνει η επικράτεια τη κόκκινης νησίδας. Τα ετερόκλητα σε πρώτη ματιά ίχνη χρησιμοποιεί και ανασυνθέτει τα ορατά ρήγματα που δίνει ο χρόνος. Πίσω από τα μάτια μας στέκει και σηκώνει την κουρτίνα για να δει αυτά που βλέπουμε αλλά και να ξαναδεί αυτά που είχε δει κάποτε. Ο Τζανετάκης κινείται σαν τον Δον Κιχώτη, περνά, αλλά δεν χάνεται. Αρπάζει το νεύμα του χρόνου και πίσω από το θάμβος βρίσκει το αδύναμο φως που κρύβει όσα δεν χάθηκαν.

Ο Γιάννης Τζανετάκης με άμεσο και λιτό λόγο, δίχως στολίδια, κωδικοποιεί και “μεταφράζει” τη σχέση παρόντος-παρελθόντος. Ευαίσθητος, γεμάτος νοσταλγία δίχως μελοδραματισμούς και υπερβολές, βρίσκει τους αρμούς που ενώνουν ακυβέρνητα κομμάτια του εαυτού μας. Το τοπίο αποκτά συνοχή, συνέχεια και ορίζοντα που το τέλος του είναι άγνωστο. Στην ουσία συνεχίζει την καταληκτική φράση “Το φως σου τι έχει κι εμαράθη/κι έπαψε να τρέχει στ’ άνθη”. Η “Θαμπή πατίνα” γίνεται το ατσάλινο σύρμα που ενώνει την αρχή και το άγνωστο φινάλε.

Info: Γιάννης Τζανετάκης, “Θαμπή πατίνα”, εκδ. Πόλις

Η απάντηση στο “γιατί διαβάζουμε;” είναι αυτή που ψάχνουμε και στο “γιατί ζούμε;”. Για να εκπληρώσουμε τον σκοπό της ζωής (μας). Να ζήσουμε, όσο πιο έντονα γίνεται, τη ζωή μέσα στη ζωή, τον κόσμο ή τους κόσμους μέσα στον κόσμο, να ξαναδούμε αυτά που βλέπουμε κάθε μέρα ή αυτά που φανταζόμαστε κάθε μέρα. Η ανάγνωση είναι η διαρκής επανάληψη της μοναδικής στιγμής. Είναι το μάζεμα όσων χάθηκαν στη διάρκεια της ημέρας, στο πέρασμα το χρόνου. Είναι η τακτοποίηση του προσωπικού μας χάους. Το τέλος της διαδικασίας προσφέρει πολύτιμα εφόδια για να συνεχίσουμε: γνώση, κρίση, ψυχαγωγία, ελπίδα, χαρά, λύπη. Συνεπώς, το διάβασμα είναι πολύ σημαντική υπόθεση και όσοι επιμένουν να ασχολούνται με αυτή μοιάζουν με ασκητές μοναχούς που ψάχνουν την αλήθεια. Ο άνθρωπος που αγαπά το βιβλίο είναι βιβλίο που πρέπει να το ανοίξεις και να το μελετήσεις.

Ο Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος γράφει για “Το εικοσιτετράωρο ενός αναγνώστη” και μέσα στο απόλυτο χρονικό πλαίσιο θέτει όλα τα ερωτήματα για το βιβλίο, για τον αναγνώστη. Δεν είναι τυχαίο ότι το δοκίμιο ξεκινά με το κεφάλαιο που δίνει και τον τίτλο του βιβλίου. Το 24ωρο είναι η αρχή για να ακολουθήσει η ανάλυση εις βάθος του φαινομένου “αναγνώστης βιβλίων”. Ναι, φαινόμενο, διότι η σωστή και συνεχής ανάγνωση απαιτεί πειθαρχία, πάθος, εντιμότητα, προετοιμασία, δεκτικότητα στην έκπληξη, ψυχραιμία στην απώλεια, ετοιμότητα στο ξαφνικό, στο αναπάντεχο, στην αποδοχή της εμπειρίας. Οι πολλές και διαφορετικές καταστάσεις που δίνει το βιβλίο στον αναγνώστη δοκιμάζουν την αγάπη και την αντοχή του για το αντικείμενο. Ο καλός αναγνώστης δεν θα σταματήσει ποτέ να διαβάζει και ο Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος μας αποκαλύπτει το πώς κινείται και προχωρά.

Ο συγγραφέας φαίνεται ξεκάθαρα ότι αγαπά το βιβλίο. Φαίνεται ότι η σχέση του μαζί του είναι σχέση ζωής και γι’ αυτό μπορεί, δικαιούται, να θέσει ερωτήματα για τον αναγνώστη. Παράδειγμα: Ποιο βιβλίο ενδείκνυται για κάθε τοποθεσία; Υπάρχει ιδανικό μέρος για διάβασμα; Πόσους τόμους περιέχει μια ιδανική βιβλιοθήκη; Πώς αναγνωρίζουμε έναν αληθινό βιβλιόφιλο και τι είδους άνθρωποι είναι όσοι δανείζουν βιβλία; Τι κάνουν οι ντετέκτιβ στα αστυνομικά μυθιστορήματα όταν δεν κάνουν έρευνες; Τέτοια και άλλα παρόμοια ερωτήματα συνθέτουν τον σκελετό του βιβλίου. Οι απλές ερωτήσεις οδηγούν σε δύσκολες, αλλά ξεκάθαρες απαντήσεις και ο αναγνώστης του εν λόγω βιβλίου στο τέλος θα έχει μάθει τι συμβαίνει στο 24ωρο του αναγνώστη. Ο Γιαννακόπουλος στήνει μια ιδιότυπη ανθολογία που όχι μόνο σε οδηγεί να ανακαλύψεις το έργο συγγραφέων που αγνοούσες, αλλά σου δίνει κι έναν οδηγό για μεγαλύτερη απόλαυση στο διάβασμα, σου προσφέρει την πορεία που δεν μπορούσες να χαράξεις. Το βιβλίο τελειώνει με το “ερωτηματολόγιο αναγνωστικής συμπεριφοράς”, μη διστάσετε. Κάντε το!

Info: Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος, “Το εικοσιτετράωρο ενός αναγνώστη”, εκδ. Πόλις

Η ποιητική συλλογή του Δημήτρη Αγγελή είναι η αποκάλυψη της θέσης του ποιητή στον κόσμο! Κυριολεκτικά. Διότι το σημείο που στέκεται, αντλεί και ξεκινά η (ποιητική) δημιουργία είναι το μεταίχμιο Θεού-ανθρώπου, ουρανού-γης. Στην αρμονία και τη δυσαρμονία του σύμπαντος που γίνεται και ποιητικό, ατομικό, βασίζεται, ψάχνει και βρίσκει την πρώτη ύλη του. Ακόμη κι αν ο δημιουργός δεν πιστεύει, το βιβλικό στοιχείο δεν απουσιάζει από την ποίηση. Το γενετικό της υλικό   είναι φτιαγμένο από τον έρωτα, τον θάνατο, την αγάπη, τη ζωή. Συνεπώς, ό,τι έχει να πει θα είναι και μια εντολή που πρώτος αυτός θα πρέπει να ακολουθήσει. Το “Σχεδόν βιβλικά” είναι το “πίστευε και μη, ερεύνα” του ποιητή.

Ο Δημήτρης Αγγελής, βέβαια, δεν μας παραδίδει ένα θρησκευτικό κείμενο. Όχι. Τα ποιήματα του συνδυάζουν τον ποιητικό ρεαλισμό με υπερρεαλιστικά στοιχεία που παίρνουν την “άγνωστη” πρώτη ύλη και την πλάθουν με τέτοιο τρόπο ώστε να “συνομιλήσει” στην ανθρώπινη διάσταση. Όταν γράφει κάτω από τη λέξη ήλιος άπλωσα μες στο δωμάτιο τα ρούχα να στεγνώσουν, αμέσως φτιάχνει μια μαγική σκηνή που όμως την αποδεχόμαστε δίχως καχυποψία. Ο “ήλιος” γίνεται σφαίρα, θερμαντικό στοιχείο που μπορείς να το πιάσεις και να το κρεμάσει στο δωμάτιο για να στεγνώσεις τα ρούχα. Η κατάσταση που δημιουργείται στηρίζεται στην αφομοίωση, ενσωμάτωση, μιας σταθεράς που αποδεχόμαστε εδώ και χρόνια στο ανατρεπτικό πεδίο της ποίησης. Ο Αγγελής στα ποιήματα του συναντά, τουλάχιστον προσπαθεί, το πνεύμα που συναντά το πνεύμα.

Η φωνή του Αγγελή είναι άχρωμη, αποστασιοποιημένη. Ο λυρισμός του ξεκινά από οριστικά συμπεράσματα, από εικόνες που γνωρίζει από πριν και μέσα σε αυτές φτιάχνει νέες. Τις γεμίζει, αλλά και αφαιρεί. Ο Αγγελής μπαίνει στο διαλυμένο σύμπαν της ποίησης, στην αποθήκη του κόσμου και σαν άλλος Ταρκόφσκι κρατά το οπτικό ερέθισμα άφθαρτο στο πέρασμα του χρόνου.

Info: Δημήτρης Αγγελής, “Σχεδόν βιβλικά”, εκδ. Πόλις

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1980. Σπούδασε αθλητική δημοσιογραφία και παρά την αγάπη και την ενασχόλησή του με τη λογοτεχνία, συνεχίζει να ασχολείται με το αθλητικό ρεπορτάζ. Έχει εργαστεί σε εφημερίδες, περιοδικά, ραδιοφωνικούς σταθμούς, κάνοντας βιβλιοπαρουσιάσεις

ola