Η μνήμη «γράφει» και «καταγράφει»

Αφηγήσεις και περιηγήσεις στο παρελθόν και το παρόν

Γράφει ο Αλέξανδρος Στεργιόπουλος - Λογοτεχνία + Ποίηση, ΤΕΧΝΕΣ - 31/05/2018

Ο μετανάστης ένα πράγμα ψάχνει για αντιμετωπίσει τη νοσταλγία: την ατόφια ομορφιά. Και πού θα την βρει σε μια μεγαλούπολη όπως το Βερολίνο; Ας μας απαντήσει ο… Ίνγκμαρ Μπέργκμαν μέσα από την «Έβδομη Σφραγίδα». Εκεί, ο ιππότης Αντόνιους Μπλοκ λέει στους φίλους του: «Θα τη θυμάμαι αυτή τη στιγμή. Τη σιωπή, το δειλινό, τις φράουλες και το γάλα, τα πρόσωπα σας στο βραδινό φως. Θα προσπαθήσω να θυμάμαι αυτά που είπαμε. Θα κρατώ την ανάμνηση αυτή στα χέρια μου προσεκτικά σαν να ήταν ένα κύπελλο ξέχειλο από φρέσκο γάλα. Και θα μου φτάνει αυτό το σημάδι- θα μου είναι αρκετό». Έτσι τελειώνει η νουβέλα της Άντζης Σαλταμπάση. Έτσι θα μπορούσε να ξεκινήσει και καθώς το πλάνο «ανοίγει», το Βερολίνο αποκαλύπτεται σταδιακά και μέχρι να εμφανιστεί σε όλο του το μεγαλείο. Σκόνη, σκιά, χλωμό φως, εκτυφλωτικό φως, αναπνοές λίγο πριν χαθούν, κομμάτια τοίχων που στέκουν αγέρωχα στο πέρασμα του χρόνου και στάχτες που  κολλάνε στο «δέρμα» της πόλης, είναι εκεί για να θυμίσουν ότι το παρελθόν ποτέ δεν ήταν ελκυστικό, όμως είχε πάντα μια άγρια ομορφιά που σε υποχρέωνε να θαυμάζεις τις ρωγμές, τις αμυχές, τα τραύματα. Εκεί, «κατοικεί» η ατόφια ομορφιά και εκεί βρίσκεται το μυστικό για να καταλάβεις μια «ξένη» πόλη.

Η πρωτεύουσα της Γερμανίας μέσα από τα μάτια μιας γυναίκας. Ελληνίδας. Μετανάστριας. Όχι εξαθλιωμένης, αλλά ενσωματωμένης κοινωνικά, επαγγελματικά. Η πειθαρχία και η συνέπεια, η «υγεία» της πόλης την ωθούν να ψάξει το παρελθόν της. Ενστικτώδης αντίδραση απέναντι στην αταραξία και στην ομαλότητα. Μπορεί ο καιρός να είναι τις περισσότερες μέρες του χρόνου μουντός, όμως το Βερολίνο μοιάζει με κομμάτι της τελειότητας που αντιπροσωπεύουν οι γερμανικοί αυτοκινητόδρομοι. Για την αφηγήτρια όμως δεν μπορεί να είναι έτσι. Δεν μπορεί με το παρελθόν που κουβαλά να μην υπάρχει μια ρυτίδα, μια στραβή γραμμή που να δηλώνει τα όσα πέρασε. Φυσικά και σκέφτεται το Χίτλερ, τον ναζισμό, το Γ’ Ράιχ, τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, την εξόντωση των Εβραίων, τα κρεματόρια, τους θανάτους… Τα σκέφτεται, όμως, ως προς την επίδραση που έχουν στο Βερολίνο. Ψάχνει τα σημάδια στην ψυχή της πόλης και προσπαθεί να τα βρει για να φέρει την αλήθεια στο προσκήνιο, στο τώρα και στο πάντα. Το παρόν δεν μπορεί να αυτονομηθεί, η μισή αλήθεια θα είναι πάντα ψέμα και η ολοκλήρωση της είναι πράξη αποκατάστασης και επανασύνδεσης με το όλον της ζωής.

Η Σαλταμπάση, ωστόσο, δεν γράφει άλλη μια ιστορία για τον ναζισμό, το Ολοκαύτωμα, κτλ. Όχι. Η Σαλταμπάση γράφει για την απώθηση του τραύματος, την άρνηση του στίγματος ως εικονικό φάρμακο για το αδυσώπητο «τώρα». Γράφει για την προσπάθεια των βερολινέζων να γίνουν οι καλύτεροι άνθρωποι που μπορούν, σαν ένα είδος εξαγνισμού για τα παλιά, για το αμάρτημα των προγόνων τους. Η Σαλταμπάση δεν πιστεύει σε θαμμένα μυστικά, αλλά σε αντικειμενικά γεγονότα που οφείλεις να δεχτείς για να μην κοροϊδεύεις τον εαυτό σου και τους άλλους. Το αντικειμενικό γεγονός στο «Μπερλίν» είναι η χαμένη αθωότητα της πόλης. Η λαίλαπα του ναζισμού δεν την προσπέρασε, την έκαψε και τη σημάδεψε όπως και τόσες άλλες πόλεις του κόσμου. Η αγριότητα, όμως, στην περίπτωση του Βερολίνου δεν έχει να κάνει τόσο με τα πτώματα, αλλά με την απώλεια της δεύτερης ευκαιρίας. Το Βερολίνο θα είναι για πάντα στιγματισμένο με την αρχή του κακού γι’ αυτό και για να το εξουδετερώσει πρέπει οι άνθρωποι του να το δουν κατάματα. Όπως γράφει και η ίδια «Το Μπερλίν παρακολουθεί το Βερολίνο σαν ντοκιμαντέρ» και σαν ντοκιμαντέρ αποτυπώνει αυτό που δεν μπορούμε ή δεν θέλουμε να δούμε.

Info: Άντζη Σαλταμπάση, «Μπερλίν», Εκδ. Πόλις

Το πρώτο βιβλίο της Ελένης Στελλάτου, από το Πυργί Κεφαλλονιάς, είναι φτιαγμένο από τη ρευστότητα του χρόνου, τα ανεξίτηλα σημάδια της παιδικής ηλικίας και τη σαγήνη του νερού! Το υγρό στοιχείο που η καθαρότητα του άλλοτε γοητεύει και άλλοτε προκαλεί σύγχυση με την κυριαρχία του διάφανου. Οι μικρές ιστορίες της Στελλάτου είναι ό,τι αφήνει το κύμα μετά από θαλασσοταραχή. Την ώρα που το νερό «γλύφει» την ακτή ξεβράζει πέτρες, φύκια, κοχύλια, σκουπίδια, παιχνίδια και κομμάτια υφάσματος ενός ρούχου που αρνείται να χαθεί. Η Στελλάτου δεν στέκεται ατάραχη μπροστά σ’ αυτό το ανακάτεμα και κει πάνω στην υγρή επιφάνεια ξαπλώνει και με φωνή νωχελική αφηγείται λεπτομέρειες που άντεξαν στην πίεση του χρόνου. Μας δίνει μια ζωή που δεν προχωρά, αλλά φέρνει ανθρώπους του χθες στο σήμερα…

Η Στελλάτου «γεμίζει» «Το κόκκινο και το άσπρο» με έναν πηγαίο λυρισμό και ο μύθος των ιστοριών της φτιάχνεται πάνω σε λεία επιφάνεια που λάμπει. Δεν θέλει να αποφύγει την επαφή με το τραχύ έδαφος, αλλά τον βασανιστικό πόνο που αυτό προκαλεί. Δεν δραπετεύει, όμως, από την αλήθεια. Απλώς διαλέγει έναν διαφορετικό δρόμο για να την πλησιάσει, να την «αγγίξει» και να μας τη μεταφέρει. Η απώλεια κυριαρχεί στα γραπτά της. Το αποτύπωμα αυτής και η θέση των ανθρώπων στην (προσωρινή) διάρρηξη του χρόνου είναι ο πυρήνας του βιβλίου. Για τη Στελλάτου έχει σημασία αυτό που μένει όταν χαθεί η στιγμή. Πάντα κάτι μένει πίσω και το θέμα είναι να μπορείς να το δεις. Απομονώνει τα απομεινάρια μιας μέρας, ενός κόσμου που προχώρησε, άλλαξε, κρύφτηκε στο απόλυτο σήμερα.

Πέρα από το ποιητικό ύφος και τον νοσταλγικό χαρακτήρα του βιβλίου, το χαρακτηρίζουν και η αφαιρετικότητα και η λιτότητα. Δεν πρόκειται, φυσικά, για συγγραφική ένδεια, αλλά για την ευστοχία σε απόδοση συναισθημάτων, αποκάλυψης κρυμμένων επεισοδίων στο πέρασμα του χρόνου. Η Στελλάτου δίνει χώρο στον αναγνώστη να σκεφτεί και να προβάλει στο μυαλό του όλα όσα αυτή του γράφει. «Το κόκκινο και το άσπρο» είναι ένα πολύ καλό λογοτεχνικό ξεκίνημα.

Info: Ελένη Στελλάτου, «Το κόκκινο και το άσπρο», Εκδ. Πόλις

Οταν ταξιδεύεις και βρίσκεσαι σε μέρη που δεν έχεις γνωρίσει ή μέρη που δεν έχεις μεγαλώσει, εύχεσαι να είχες κάποιον/α να σε ξεναγήσει. Όχι στα πολυδιαφημισμένα σημεία, στα γνωστά και δημοφιλή. Όχι. Θες να βρεθείς εκεί που, σύμφωνα με το κλισέ, «χτυπά η καρδιά της πόλης». Θες να γνωρίσεις τον ξένο (νέο) τόπο, αλλά να τον δεις όταν δεν είναι έτοιμος να σε δεχτεί. Να τον ανακαλύψεις όταν δεν σε περιμένει, και αυτό συμβαίνει μόνο όταν εντοπίσεις τα μοναχικά σημεία της πόλης, τα σημεία που είναι αυτόφωτα και αυτάρκη, σχεδόν «εχθρικά» απέναντι σου. Αν, λοιπόν, πάτε Νέα Υόρκη, πάρτε και το «Ταξίδι στη Νέα Υόρκη».

Το βιβλίο του Νίκου Μπακουνάκη δεν είναι ταξιδιωτικός οδηγός με την κλασική έννοια. Δεν σου προτείνει πού θα πας, ποια μέρη πρέπει να επισκεφτείς, πόσα χρήματα θα χρειαστείς περίπου να ξοδέψεις, σε ποιο ξενοδοχείο ή άλλο κατάλυμα θα μείνεις. Είναι ταξιδιωτικός οδηγός που γράφεται σε ζωντανό χρόνο, τη στιγμή που πατάς το πόδι σου στην αμερικανική μητρόπολη. Διαβάζοντάς το, περιδιαβαίνεις δρόμους και δρομάκια, γειτονιές, κτίρια-σημεία αναφοράς και συναντάς ανθρώπους που απλά ζουν εκεί και δεν περιμένουν αναγνώριση, θαυμασμό ή φιλοδώρημα. Ο Νίκος Μπακουνάκης αναζητά την ψυχή της πόλης και ξέρει ότι αυτή κατοικεί στην καθημερινότητα της.

Το προσωπικό στοιχείο κυριαρχεί σε αυτό το ιδιαίτερο ημερολόγιο. Ο Μπακουνάκης ξεχωρίζει μερικές από τις εικόνες που κράτησε για τον εαυτό του και μας τις παρουσιάζει δίχως επεξεργασία. Τα συναισθήματα, οι σκέψεις και οι εντυπώσεις που δημιουργούνται όταν βρίσκει μία κτηνοτρόφο, ελληνικής καταγωγής σε μπαρ του Βίλλατζ, όταν μας συστήνει τη Λόρνα, κόουτς ηθοποιών στη Μετροπόλιταν Όπερα… Η ματιά του  είναι αυτή του τουρίστα που δεν νοιάζεται για τον εαυτό του, αλλά για το πώς θα καταλάβει (μάθει) τον χώρο και τη θέση του σε αυτόν. Ταξίδι σημαίνει να ζεις την εμπειρία χωρίς να βιάζεις τη στιγμή. Ο Μπακουνάκης πολύ απλά, με λόγο «ζεστό» και οικείο μας πείθει να ταξιδέψουμε μαζί του.

Info: Νίκος Μπακουνάκης, «Ταξίδι στη Νέα Υόρκη», Εκδ. Πόλις