Η πολιτιστική κληρονομιά «εμποδίζει» την «ανάπτυξη»...

...και επί «αριστερής» κυβέρνησης (ΙΙ)

| 26/11/2016

Το τελικό κείμενο του νομοσχεδίου υπό τον τίτλο «Νέο Θεσμικό πλαίσιο για την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας και άλλες διατάξεις» που κατατέθηκε στην Βουλή μπορεί να άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση αμφισβητεί ευθέως και υποβαθμίζει κυνικά τον ρόλο της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, όπως συμβαίνει με το ‘Αρθρο 33 υπό τον μάλλον απαξιωτικό τίτλο… «Ρυθμίσεις Αρχαιολογίας», αλλά σε καμία περίπτωση δεν αλλάζει τον αντιδραστικό και επικίνδυνο, για την πολιτιστική κληρονομιά, προσανατολισμό του νομοθετήματος.

Θυμίζουμε, ότι στην αρχική του μορφή, το ‘Αρθρο 33 «πατούσε» πάνω στις προβλέψεις του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων του 2006 για να «προσπεράσει» την αρχαιολογική νομοθεσία. Στο τελικό κείμενο, «καταργεί» τον αρχαιολογικό νόμο με ακόμη πιο συνοπτικές διαδικασίες, μέσω υπουργικών αποφάσεων!

Συγκεκριμένα αναφέρει, ότι μέσα σε δύο χρόνια από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, τα υπουργεία Εσωτερικών, Οικονομίας – Ανάπτυξης και Πολιτισμού θα προχωρήσουν, μετά από εισήγηση των υπηρεσιών του ΥΠΠΟ, σε κοινές αποφάσεις προσδιορισμού των περιοχών αρχαιολογικού ενδιαφέροντος στις οποίες μπορούν να ιδρύονται δραστηριότητες καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος, θεάτρων και κινηματογράφων. Ομως, «μετά τη δημοσίευση των ανωτέρω κανονιστικών αποφάσεων, υποκαθίστανται για τις σχετικές περιοχές οι απαιτούμενες σχετικές εγκρίσεις του ν. 3028/2002 για τις δραστηριότητες που εμπίπτουν στο παρόν Κεφάλαιο.»!

Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η Αρχαιολογική Υπηρεσία, μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα – διότι με τις τρομακτικές ελλείψεις που έχει σε σχέση με τον όγκο δουλειάς οι 24 μήνες δεν είναι τίποτα – θα πρέπει να εισηγηθεί προς τα τρία υπουργεία περιοχές που θα μπορούν να γίνουν τέτοιες επιχειρήσεις και μόλις μετατραπούν σε υπουργικές αποφάσεις θα παρακάμπτονται οι απαιτήσεις εγκρίσεων που προβλέπει ο αρχαιολογικός νόμος! Ουσιαστικά, καταργώντας τον στην πράξη!

Ετσι, εκτός από «λάστιχα», οι αρχαιολόγοι θα πρέπει να γίνουν και «καφετζούδες» ή να «διαβάζουν» την γυάλινη σφαίρα ώστε να οριοθετούν περιοχές για οικονομική εκμετάλλευση, αφού, ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι δεν θα υπάρχει καμία πίεση από κυβέρνηση και «επενδυτές», αντικειμενικά, όσο καλά και να γνωρίζουν την ιστορία ενός μέρους είναι στατιστικά πιθανό η μπουλντόζα να «πέσει» πάνω σε αρχαιότητες. Σύμφωνα όμως με την λογική που διαφαίνεται στο νομοσχέδιο, η Αρχαιολογική Υπηρεσία δεν θα μπορεί σε τέτοια περίπτωση να κάνει κάτι, διότι δεν θα ισχύει ο αρχαιολογικός νόμος γι’ αυτές τις περιοχές!

Οι αρχαιολόγοι όμως ανησυχούν και για άλλες διατάξεις του νομοσχεδίου, όπως εκείνη που προβέπει ότι «η εφαρμογή των διατάξεων της πολεοδομικής και χωροταξικής νομοθεσίας καθώς και των διατάξεων για την περιβαλλοντική αδειοδότηση έργων και δραστηριοτήτων δεν θίγεται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου». Υπέροχα. Ο αρχαιολογικός νόμος όμως μήπως «θίγεται»; και γιατί δεν αναφέρεται;

Το ίδιο συμβαίνει και με το Αρθρο 3 παρ. 2, όπου με Προεδρικό Διάταγμα μπορεί να ορίζεται ότι «ορισμένη οικονομική δραστηριότητα ασκείται ελεύθερα και χωρίς τήρηση των προϋποθέσεων που απαιτούνται από διατάξεις του παρόντος νόμου ή από άλλες διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας». Οπως και με το Αρθρο 28 παρ. 2 που προβλέπει ότι αν περάσει προθεσμία 15 ημερών χωρίς να έχει χορηγηθεί βεβαίωση χρήσης γης από τον Δήμο… τότε θα θεωρείται ότι η βεβαίωση έχει χορηγηθεί!

Είναι προφανές ότι ισχύουν στο ακέραιο οι διαπιστώσεις του προηγούμενης δημοσίευσής μας, ότι και αυτή η κυβέρνηση «εμπνέεται» από την ίδια αντίληψη με τις προηγούμενες, εκλαμβάνοντας τις αρχαιότητες ως «εμπόδιο» στην ασύδοτη δράση του κεφαλαίου.

Τέλος, μια σημείωση: Το γεγονός ότι στην πρώτη του μορφή το Αρθρο 33 καταργούσε τον αρχαιολογικό νόμο εμπλέκοντας την περιφερειακή και τοπική διοίκηση στην διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς, χρησιμοποιώντας το σχετικό θεσμικό πλαίσιο του 2006, άσχετα αν άλλαξε στη πορεία – με κάτι ακόμη χειρότερο όπως είδαμε – σημαίνει ότι αυτός ο δρόμος άνοιξε. Και είναι ζήτημα χρόνου να το ξαναβρούμε μπροστά μας. Κανένας εφησυχασμός λοιπόν!

Γεννήθηκε – και αυτή είναι μία από τις ελάχιστες βεβαιότητες που έχει – το 1970. Πουλούσε την εργατική του δύναμη επί χρόνια στον έντυπο και τον ηλεκτρονικό Τύπο. Μέχρι που του έπεσε ο ουρανός στο κεφάλι ήταν το μόνο πράγμα που φοβόταν. Τώρα «αναρρώνει» στο Περιοδικό. Ελπίζει, για πάντα.