Η πρώτη έκθεση των ιμπρεσιονιστών 1874 - η ρήξη με το κατεστημένο

| 21/10/2018

Στις 27 Δεκεμβρίου 1873 ιδρύθηκε η Ανώνυμη Συνεταιριστική Εταιρεία Γλυπτών, Χαρακτών, Ζωγράφων κ.λπ., ως απάντηση στην αυταρχική αναγνωρισμένη και επίσημη τέχνη που  εκπροσωπούσε το Σαλόνι των Τεχνών στο Παρίσι. Ιδρυτικά μέλη της ήταν οι Μονέ, Σισλέ, Πισαρό κ.ά οι οποίοι θέλησαν με αυτόν τον τρόπο να συγκεντρώσουν τις δυνάμεις τους και να οργανώσουν ένα κίνημα που θα ήταν αντίβαρο στην απαίσια δικτατορία της επιτροπής του Σαλονιού.

Ο συνεχής αποκλεισμός τους από τις επίσημες εκθέσεις τούς οδήγησε στη διοργάνωση μιας έκθεσης από τις 15 Απριλίου μέχρι τις 15 Μαΐου 1874. Αρχικά, θα έπρεπε με κάθε τρόπο να μην δοθεί η εντύπωση ότι στόχος τους ήταν να δημιουργήσουν μια σχολή ή να θεμελιώσουν ένα κίνημα, απλώς να δώσουν τη δυνατότητα σε διάφορους καλλιτέχνες να συναντηθούν.

το στούντιο

Ο χώρος παραχωρήθηκε από τον πολύ γνωστό και πρωτοπόρο φωτογράφο Ναντάρ. Ήταν το ατελιέ του, που είχε εγκαταλείψει λίγο πριν στην οδό Καπουτσίνων. Η τιμή εισόδου ορίστηκε στο ένα φράγκο.

Η έκθεση συγκέντρωσε 165 έργα που έφεραν τις υπογραφές 27 καλλιτεχνών, ανάμεσά τους οι Πισαρό, Μονέ, Ρενουάρ, Σισλέ, Ντεγκά, Μπερτ Μοριζό και Σεζάν ο οποίος συμμετείχε με τρία έργα Το Σπίτι του κρεμασμένου, Μοντέρνα Ολυμπία και μια άποψη του Οβέρ-σιρ-Ουάζ.

Η έκθεση αυτή δεν ονομαζόταν ακόμη έκθεση ιμπρεσιονιστών και ήταν από τα λίγα καλλιτεχνικά γεγονότα που άσκησαν τόσο βαθιά επίδραση.

Με το άνοιγμα της έκθεσης ξέσπασε τεράστιο σκάνδαλο, το πλήθος που επισκεπτόταν χλεύαζε και κακολογούσε τα έργα, έκανε κοροϊδευτικά σχόλια και είχε μια γενικότερη κακόβουλη διάθεση.

Η έλλειψη κατανόησης, ο φόβος και η ανησυχία τού κοινού το οδήγησαν σε ακραίες εκφράσεις. Οι καλλιτέχνες που αρνήθηκαν να συμμορφωθούν με την επίσημη γραμμή της τέχνης λοιδορήθηκαν με τον χειρότερο τρόπο. Γέλια, κραυγαλέες εκφράσεις απέχθειας και κακοί χαρακτηρισμοί, όπως ότι ήταν διεστραμμένα μυαλά και τσαρλατάνοι.

 Η τέχνη δεν είναι μια δραστηριότητα ξεκομμένη από το κοινωνικό γίγνεσθαι αλλά πάντοτε είναι αντανάκλασή του.

Η δυσκολία αποδοχής των νέων ιδεών, οπτικών και προσεγγίσεων είναι πάντοτε ένα γεγονός που λαμβάνει χώρα στις κοινωνίες,  όχι  μόνο σε ό,τι αφορά την τέχνη αλλά και την επιστήμη και γενικότερα κάθε κοινωνική έκφανση. Το κοινό τότε θεωρούσε ότι οι καλλιτέχνες αυτοί ζωγράφιζαν στην τύχη, ότι πετούσαν το χρώμα χωρίς να ενδιαφέρονται για το αποτέλεσμα.

Κλωντ Μονέ, Impression, Sunrise

Τα έργα αυτά που αργότερα χαρακτηρίστηκαν ως αριστουργήματα και οι ζωγράφοι τους είχαν καθολική αναγνώριση στο χώρο της τέχνης αντιμετωπίστηκαν εκείνη την περίοδο με τον χειρότερο τρόπο. Πολλές σκέψεις και προβληματισμοί που χρήζουν βαθύτερης ερμηνείας και ανάλυσης γύρω από το θέμα της εκάστοτε κοινωνικής αποδοχής αλλά και του ρόλου της επιβολής του ακαδημαϊσμού και των επίσημων κανόνων. Θα πρέπει να δούμε τι εκφράζει ο ενδόμυχος φόβος για καθετί νέο και ασυνήθιστο, όπως και ο δογματισμός που κυριαρχεί ενίοτε στην επιστήμη, την τέχνη αλλά και τις κοινωνικές και πολιτικές απόψεις ατόμων ή ομάδων.

Ένας δημοσιογράφος της εφημερίδας Λε Σαριβαρί, ο Λουί Λερουά,  ο οποίος έγραψε για την έκθεση, επινόησε χωρίς να έχει την πρόθεση τη λέξη ιμπρεσιονισμός. Το άρθρο του αναφερόταν σε ένα φανταστικό πρόσωπο που υποτίθεται επισκέφτηκε την έκθεση μαζί του, έναν ζωγράφο, τον Ζοζέφ Βενσάν, ο οποίος ενσάρκωνε μια καρικατούρα αστού – ήταν κομφορμιστής και στομφώδης. Το άρθρο είχε ως σκοπό να φανεί ειρωνικό, εκκεντρικό και αγανακτισμένο, όπως ακριβώς ήταν αυτή η ζωγραφική. Ο απρόσεχτος υποτίθεται επισκέπτης νόμιζε ότι θα έβλεπε τη ζωγραφική που έβλεπε παντού, περισσότερο κακή παρά καλή αλλά βέβαια εντός των χρηστών καλλιτεχνικών ηθών. Ο κ. Βενσάν λοιπόν σχολίαζε ακατάπαυστα ό,τι έβλεπε. Μπροστά σε ένα οργωμένο χωράφι του Πισαρό νόμιζε ότι οι φακοί των γυαλιών του είχαν θαμπώσει. Μπροστά στον πίνακα Impression, Sunrise του Μονέ ο κ. Βενσάν είπε «Εντύπωση, βέβαια, έλεγα επίσης στον εαυτό μου, αφού έχω εντυπωσιαστεί. Πρέπει να υπάρχει κάποια εντύπωση (impression) εκεί μέσα». Με τον τρόπο αυτό η έκθεση ονομάστηκε οι Ιμπρεσιονιστές.

Η έκθεση μπορεί να σκανδάλιζε, όμως συγχρόνως το άρθρο του Λερουά την διαφήμισε. Ένας μεγάλος συλλέκτης έργων τέχνης, ο Ντοριά, εντυπωσιάστηκε από το Σπίτι του Κρεμασμένου του Σεζάν και το αγόρασε.

Πωλ Σεζάν, Το σπίτι του κρεμασμένου

Αντιθέτως ο Ζολά, στενός φίλος του Σεζάν, απέφυγε να γράψει στον τύπο οτιδήποτε σχετικά με την έκθεση. Επίσης ο Μανέ δεν δέχτηκε να πάρει μέρος στην έκθεση από τότε που έγινε δεκτό ένα έργο του στο Σαλόνι, καθώς φαίνεται ότι είχε αρχίσει να αντιμετωπίζει λίγο αφ’ υψηλού τους συναδέλφους του.

Οι συνέπειες της έκθεσης δεν είχαν το αναμενόμενο αποτέλεσμα των αρχικών προσδοκιών και επιπλέον υπήρχαν μεγάλα έξοδα. Τον Δεκέμβριο του 1874 ο Ρενουάρ συγκέντρωσε όσους συμμετείχαν στην έκθεση για να γίνει ένας απολογισμός. Ο καθένας χρωστούσε το ποσό των 184,50 φράγκων. Για να μπορέσουν να πληρώσουν τον λογαριασμό ο Μονέ, ο Ρενουάρ και ο Σισλέ διοργάνωσαν τον Μάρτιο της επόμενης χρονιάς μια δημοπρασία στο μέγαρο Ντρουό. Ο Σεζάν απείχε. Η έκθεση προκάλεσε καινούργιο ξεσηκωμό με γιουχαΐσματα, φωνές και αντιδράσεις σε σημείο που επενέβη η αστυνομία. Οι πίνακες αγοράστηκαν σε εξευτελιστικά ποσά και όποιος είχε διορατικότητα τότε θα μπορούσε να έχει αποκτήσει μια τεράστια περιουσία αποκτώντας μερικούς. Όπως χαρακτηριστικά έγραφε ο Αλμπέρ Βολφ, κριτικός στην εφημερίδα Λε Φιγκαρό, «Η εντύπωση που δίνουν οι ιμπρεσιονιστές είναι αυτή μιας γάτας που περιφέρεται πάνω στα πλήκτρα ενός πιάνου ή ενός πιθήκου που αρπάζει ένα κουτί με χρώματα». Οι τεχνοκριτικοί δεν εξοργίζονταν μόνο από την τεχνική των καλλιτεχνών αλλά και από την επιλογή των θεμάτων και των τοπίων. Μέχρι τότε οι ζωγράφοι διάλεγαν τοπία που ο κόσμος θεωρούσε «γραφικά».

Οι Ιμπρεσιονιστές δεν υιοθέτησαν ποτέ επίσημα αυτό το όνομα, για παράδειγμα ο Πισαρό προτιμούσε το επίθετο «αδιάλλακτοι» και ο Ντεγκά τον όρο «ανεξάρτητοι ζωγράφοι».

Έπρεπε να περάσει αρκετός καιρός ώστε να μάθει το κοινό ότι για να εκτιμήσει κάποιος έναν ιμπρεσιονιστικό πίνακα θα έπρεπε να τον βλέπει από μακριά. Το πιθανότερο είναι ότι οι επισκέπτες κοιτούσαν το έργο πολύ κοντά με αποτέλεσμα να βλέπουν ένα χάος από τυχαίες πινελιές.   Η απόσταση ζωντάνευε τις χρωματικές συνθέσεις και οι πίνακες αποκτούσαν πραγματικό νόημα. Η αίσθηση της νέας αυτής ελευθερίας και δύναμης των καλλιτεχνών κατόρθωνε να μεταθέσει την εικαστική εμπειρία από τον ζωγράφο στον θεατή.

Οι κριτικοί που τους είχαν περιφρονήσει αποδείχθηκε ότι είχαν κάνει λάθος. Η κριτική έχασε το κύρος της. Ο αγώνας των Ιμπρεσιονιστών αποτέλεσε τον αγαπημένο μύθο κάθε πρωτοπορίας στην τέχνη.

Μερικοί από αυτούς τους καλλιτέχνες, όπως ο Μονέ και ο Ρενουάρ, έζησαν αρκετά και είδαν τα έργα τους να μπαίνουν σε μουσεία και πινακοθήκες. Στο τέλος ο θρίαμβος του Ιμπρεσιονισμού υπήρξε απόλυτος.

Βιβλιογραφία:

  •  Ε.Η. Gombrich. Το Χρονικό της Τέχνης, MIET, 1994.
  • Μονέ, εκδ. Toubi’s, Αθήνα 2005.
  • Bernard Fauconnier, Σεζάν, εκδ. Κασταλία 2006.
  • Μουσείο Ορσέ, εκδ. Τράπεζα Κύπρου.

*Κεντρική εικόνα, πίνακας του Ρενουάρ

Η Κατερίνα Κοφφινά είναι πολιτισμολόγος. Σπούδασε «Ευρωπαϊκό Πολιτισμό» με μεταπτυχιακή εξειδίκευση στη Διοίκηση Πολιτισμικών Μονάδων στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο και Εφαρμοσμένες Εικαστικές Τέχνες στις σχολές Βακαλό και Αrtes (πρώην Δοξιάδη). Έχει εργαστεί πολλά χρόνια στον αρχιτεκτονικό χώρο. Έχει συνεργαστεί με ιδρύματα και συλλόγους στην παραγωγή καλλιτεχνικών και ιστορικών προγραμμάτων, καθώς και με τα περιοδικά «Ιστορία - Πάπυρος», «Science Illustrated», «Ιστορικά Θέματα», "Πολίτες" «Το Περιοδικό». Είναι ιδρυτικό μέλος της Ομάδας Παραγωγής Δημόσιας Ιστορίας "hιστορισταί". Επίσης είναι μέλος και γραμματέας του Δ.Σ του Συλλόγου Πτυχιούχων Ευρωπαϊκού Πολιτισμού.

ola