Η πρώτη γυναίκα του κόσμου – Ποιήματα της Βίκυς Κατσαρού

«Τα κεράσια της Εύας» είναι η αφήγηση Της

| 05/01/2019

Κι αν είχαν δει θαύματα όσοι έφτασαν μέχρι τον Γολγοθά… Κι αν είχαν πιστέψει πως θα έρθουν κι άλλα… Έτσι, σαν κληρονομιά και σαν ανταμοιβή για την πίστη τους. Αυτό που είδαν όμως δεν ήξεραν πώς να το αξιολογήσουν. Τα καρφιά του σταυρού πεσμένα στη βάση αυτού δίχως ίχνος σκουριάς και χτυπήματος από σφυρί. Το ασημένιο χρώμα τους έλαμπε στο φως του ήλιου και ένα λεπτό κόκκινο στρώμα τα κάλυπτε. Όποιος τα έπιανε λερωνόταν από το αίμα Του κι ας είχαν περάσει χρόνια. Υπήρξαν στιγμές που ο άνεμος σίγουρα θα τα είχε εξαφανίσει. Κι όμως… αυτά ήταν πάντα εκεί. Στο σημείο που βρισκόταν κάποτε ο σταυρός. Ένας βοσκός είδε μια γυναίκα να τα κρατά. Τα είχε βρει και τα είχε φέρει πίσω. Δεν πρόλαβε να τη ρωτήσει κάτι. Την άκουσε μόνο να ψιθυρίζει λόγια του Ελύτη, του Καρούζου και από τα σκέλια της να στάζει αίμα δίνοντας νόημα στον λόγο του Καζαντζάκη. Από τις τσέπες της έπεφταν κεράσια-διαμάντια, φονικό κολιέ γύρω από τον λαιμό του Θεού. Αιώνια καταραμένη, αιώνια ευλογημένη, αιώνια κυνηγημένη, αιώνια καταδικασμένη. Ήταν η Εύα και τα κεράσια της. Ήταν και είναι τα λόγια της Βίκυς Κατσαρού στην πρώτη της ποιητική συλλογή «Τα κεράσια της Εύας» από τις εκδόσεις Ιωλκός.

Η εικόνα της Εύας είναι αυτή της Παναγίας του Μουνκ. Με κόκκινο στεφάνι, μαύρα, λυτά, μεταξένια και άγρια μαλλιά, γυμνή και με τα μάτια σχεδόν κλειστά επιβεβαιώνει την ύπαρξη (της), τη διαλαλεί, τη διακονεί. Εν μέσω σκιών και ασθενικού φωτός ξεπροβάλει και πορεύεται, μόνη με όλους τους σταυρούς του κόσμου. Πρώτα ο έρως και ο λόγος το σώμα του, η ψυχή πάνω και πρώτα απ’ όλα.

Η Εύα είναι η πρώτη γυναίκα του κόσμου Του και πάντα θα κουβαλά το σκοτάδι μέσα της. Οι ιστορίες που μας διηγείται είναι ανεξίτηλες και όταν μας συστήνεται δεν κρύβεται, δεν φοβάται. Εξέρχεται του παραδείσου σίγουρη ότι η εξορία είναι οι άλλοι κι αν η πορεία είναι η πτωτική, είναι γιατί πριν αναστηθείς πρέπει να θυσιαστείς, να σιωπήσεις. Στην εξομολόγηση της παρατηρούμε οβιδιακές μεταμορφώσεις και όταν το νερό του Ιορδάνη πέφτει πάνω της, η αφήγηση η θεϊκή ανατρέπεται. Η Εύα ξαναγεννιέται αφήνοντας τον Θεό και ξεκινά την πορεία προς την οριστική σταύρωση. Πριν όμως πρέπει να Τον σκοτώσει και μέσα από την κόλαση να βρει τον παράδεισο της. Με μια λέξη -«Ονειρεύομαι…»- αρχίζει η απόλυτη ένωση, αυτή της πραγματικότητας και του ονείρου και το μαύρο της κόλασης και του έκπτωτου αγγέλου, μπλέκεται με την ευαισθησία και την τρυφερότητα της Εύας, της Παναγίας, της Μάνας.

Η συνέχεια είναι σαν τραγικός Αισώπειος μύθος. Η αγάπη τρέφει την Εύα και τις αμαρτίες της, της δίνει θάρρος για να φτάσει σε βάθη αμέτρητα, επικράτειες αχαρτογράφητες, απέναντι στις Σειρήνες της φύσης και μέσα στο χώμα. Θάβεται, προστατεύεται και προχωρά με το σημάδι του Κάιν. Όταν κοιμηθεί σεισμός ισοπεδωτικός, λυτρωτικός, θα ξεσπάσει. Και εγένετο εσπέρα και εγένετο πρωί και Αιέν ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!

«Τα κεράσια της Εύας» είναι η εξιστόρηση της αρχής του κόσμου, του τέλους και της αναδημιουργίας του, από τη μεριά του ηττημένου, μα ποτέ υποταγμένου! Ο Θεός, σύμβολο πατριαρχίας τυραννικό, θυσιάζει τον Υιό Του και μέσα απ’ αυτόν λέει την ιστορία του ανθρώπου, των πρώτων συναισθημάτων, κραυγών, αντιδράσεων… Η γυναίκα όμως, η μήτρα αυτής, είναι η Ζωή. Ενσάρκωση, δικαίωση, καταδίκη, ευλογία Ζωής. Η Κατσαρού σαν μαθήτρια δίπλα στην Παναγία που πονά και δεν μιλά, αρνείται να πιστέψει τη μία εκδοχή και παρουσιάζει με ενάργεια, παραστατικότητα και βιβλική μεγαλοπρέπεια τη δική της. Σαν σκιές ή σαν φως περνάνε μπροστά μας ο Καζαντζάκης και η «Ασκητική», «Ο Χαμένος Παράδεισος» και «Η Θεία Κωμωδία», λάμψεις από τον «Stalker» του Ταρκόφσκι, ο αμετάκλητος λόγος του Νίτσε, ενώ «παζολινικό πνεύμα» διατρέχει τα ποιήματα. «Τα κεράσια της Εύας» κάτω από τη σημαία της ..Ελυτικής συλλογής «Τρία ποιήματα με σημαία ευκαιρίας». Η βλασφημία της συλλογής είναι καλοδεχούμενη, απαραίτητη και αποκαλυπτική. Η Βίκυ Κατσαρού με λόγο καθαρό όσο και οι αμαρτίες μας αξίζει να διαβαστεί. Εξάλλου, μόνο μια γυναίκα ξέρει την απάντηση στο «τι είναι η ζωή;». Σεβασμός.

 

 

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1980. Σπούδασε αθλητική δημοσιογραφία και παρά την αγάπη και την ενασχόλησή του με τη λογοτεχνία, συνεχίζει να ασχολείται με το αθλητικό ρεπορτάζ. Έχει εργαστεί σε εφημερίδες, περιοδικά, ραδιοφωνικούς σταθμούς, κάνοντας βιβλιοπαρουσιάσεις