Η Σιωπηλή Επανάσταση: μια συλλογική έκφραση ανυπακοής με φόντο την Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας

Ένα εφηβικό δράμα που καταλήγει σε μια σχεδόν (καλό)ζυγισμένη κριτική του ψυχροπολεμικού κλίματος που δίχασε την Ευρώπη το 1950

| 29/11/2018

Το Βερολίνο του 1956 αποτελεί το κάδρο αυτής της εφηβικής αλλά καθόλα ώριμης ιστορίας, βασισμένης σε πραγματικά γεγονότα που καταγράφονται στο ομώνυμο μυθιστόρημα .Ανάμεσα στις εφηβικές βόλτες των δυο φίλων και συμμαθητών, Kurt και Theo, γίνεται εξ’ αρχής έντονη η παρουσία ενός ημιδιαπερατού διαφράγματος ανάμεσα στην Ανατολική και Δυτική πλευρά της Γερμανίας. Μόλις πέντε χρόνια πριν την κατασκευή του τείχους του Βερολίνου και με το ψυχροπολεμικό κλίμα να διαπερνά κάθε έκφανση της κοινωνικής και πολιτικής ζωής, τα δυο αγόρια θα υποκινήσουν μια πολιτική κίνηση στο σχολείο τους που αρκεί για να ξεδιπλώσει έναν κυκεώνα γραφειοκρατίας και παραλογισμού από πλευράς του καθεστώτος.

Η αλήθεια είναι ότι η ταινία του Lars Kraume δεν πρωτοτυπεί από άποψη περιεχομένου ή εξέλιξης των χαρακτήρων και με βάση τους δυο νέους δομεί διάφορες αντιθέσεις προκειμένου να προχωρήσει την πλοκή. Ο Kurt και ο Theo αρνούνται να αποδεχτούν την προπαγάνδα της σοβιετόφιλης πλευράς και αρχικά από περιέργεια προσπαθούν να ενημερωθούν για τις διεθνείς εξελίξεις στις ημιαπαγορευμένες βόλτες τους στο Δυτικό Βερολίνο.  Ενθουσιασμένοι από τον αέρα «ελευθερίας» που τους προσφέρει η δυτική πλευρά, προσπαθούν να διαμορφώσουν πολιτική άποψη μέσα σε αυτήν την ταραγμένη περίοδο  και καταλήγουν να αποκτούν περισσότερα ερωτηματικά και μια κάποια δυσπιστία για την κατάσταση στην ανατολική πλευρά. Με αφορμή την εξέγερση στην Ουγγαρία ενάντια στην σοβιετική επιρροή, που πυροδοτήθηκε από μαθητικές κινητοποιήσεις, οι δυο φίλοι αποφασίζουν να σταθούν αλληλέγγυοι και έτσι πείθουν την υπόλοιπη τάξη να κρατήσουν ενός λεπτού σιγή με πρόσχημα την είδηση του θανάτου ενός διάσημου ποδοσφαιριστή στις συγκρούσεις με τον σοβιετικό στρατό. Ιδωμένη υπό το γενικότερο κλίμα «σοβιετικής τρομοκρατίας» που εξαπολύθηκε εκείνη την περίοδο από τα δυτικά μέσα, αυτή τους η πράξη κρίθηκε ως αντεπαναστατική και στα όρια της προδοσίας, κινητοποιώντας όλο το μηχανισμό και φτάνοντας μέχρι τον Υπουργό Παιδείας. Σχέσεις, φιλίες και οικογένεια βαδίζουν σε ένα τεντωμένο σχοινί και φαίνεται να υποχωρούν με την πίεση του καθεστώτος.

Είναι  θετικό το ότι η ταινία δεν ξεχνά την αφετηρία της ως εφηβικό πολιτικό δράμα και επενδύει αρκετά στην αποτύπωση του σχολικού περιβάλλοντος και των σχέσεων μεταξύ των συμμαθητών, δίνοντας παράλληλα μια ευρεία εικόνα της κοινωνικής διαστρωμάτωσης πριν και μετά την εγκαθίδρυση της ΛΔ Γερμανίας. Σ’ αυτό συμβάλλουν οι ηθοποιοί που παρά το νεαρό της ηλικίας τους αποπνέουν ήδη την στόφα των μεγάλων ηθοποιών του ευρωπαϊκού κινηματογράφου. Επίσης, η εικόνα των χιονισμένων τοπίων και της φύσης της κεντρικής Ευρώπης είναι καθηλωτική και συμβάλλει καθοριστικά στο τελικό αισθητικό και ομολογουμένως ατμοσφαιρικό αποτέλεσμα.

Μπορούμε τελικά να μιλάμε για μια αντικομουνιστική ταινία; Σίγουρα τίθεται μια σωρεία προβληματισμών για τον χαρακτήρα και προοικονομείται ίσως η γραφειοκρατική στροφή του καθεστώτος, ωστόσο δεν παραγράφεται η προσπάθεια οικοδόμησης μιας απελευθερωτικής κατάστασης που θα καταργεί την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο και θα συντελέσει στην αυγή μιας νέας εποχής για τα επαναστατικά κινήματα. Κορυφαία στιγμή της ταινίας είναι ο σπαραγμός του διευθυντή του σχολείου που μη μπορώντας να διαχειριστεί το ανεξέλεγκτο της κατάστασης, εξομολογείται την προσωπική του ιστορία και καταλήγει σε μια ειλικρινή εξομολόγηση της προσφοράς του σοσιαλισμού στους ανθρώπους του μόχθου: από αγρότης και αγράμματος που λύγιζε κάτω από τον καπιταλιστικό ζυγό, οργανώθηκε στο Κόμμα, μορφώθηκε ενώ δεν θα του δινόταν ποτέ άλλοτε η ευκαιρία και τελικά ανυψώθηκε συνολικά ως άνθρωπος. Αποδεχόμενος τις προβληματικές και τις λάθος απολήξεις, καταλήγει ότι η εργατική τάξη πρέπει να εναποθέτει όλες τις ελπίδες της και να καταβάλλει κάθε προσπάθεια και μέσο για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού, ως το μόνο σύστημα που μπορεί να την φέρει σε καλύτερη θέση. Παρά το ότι η ταινία κινείται σε παρόμοια επίπεδα με την παλαιότερη ταινία του σκηνοθέτη «The People vs Fritz Bauer», δεν καταφεύγει σε μια μονόπλευρη στηλίτευση όπως προέβη το κατά τ’ άλλα αριστουργηματικό έργο «Οι ζωές των Άλλων» ούτε όμως απεμπολεί οποιοδήποτε πολιτικό σχόλιο για χάρη του αισθητικού, όπως έγινε εν μέρει με το πρόσφατο φιλμ «Ψυχρός Πόλεμος», αλλά αναμετριέται άνισα με την κυρίαρχη  έκφρασης της ιστορικής μνήμης και καταλήγει να χάνει από αυτήν.