Επιστολές αναγνωστών / Αναδημοσιεύσεις απόψεων

Η συγκίνηση και οι σιωπές «μιας ακόμα τραγωδίας»

Ανακαλύπτουμε και διακινούμε εικόνες, τις στολίζουμε με ψηφιακά χαμόγελα και δάκρυα, αλλά δεν μιλάμε στ' αλήθεια γι' αυτές.

| 01/11/2015

Κάποτε, η κριτική στη μορφή της τηλεοπτικής είδησης στεκόταν ιδιαίτερα στο ότι η ένταξή της σε μια συνεχή ροή συμβάλλει στην υποβάθμιση και των πιο σημαντικών γεγονότων: εικόνες χαρούμενων καρναβαλιστών που διαδέχονται εικόνες μαζικών καταστροφών, εικόνες διαδηλώσεων που ακολουθούνται από γάμους βασιλικών οικογενειών, σε μια αλληλουχία αδιάφορης εξομάλυνσης. Κατά κάποιο τρόπο η τηλεοπτική ενημέρωση έπαιξε στις δεκαετίες της κυριαρχίας της έναν ρόλο παραμυθίας, ακριβώς αντίστροφο από εκείνο των παιδικών παραμυθιών.

Σε αυτά τα τελευταία, οι οδύνες, τα εμπόδια και οι περιπέτειες της ζωής βρίσκουν ένα λυτρωτικό τέλος χάρη στην παρέμβαση κάποιας καλής δύναμης με την οποία ταυτιζόμαστε, είτε αυτή κατοικεί στον κόσμο γύρω μας, είτε σε κάποια υπερβατική σφαίρα. Στην τηλεόραση, η λύτρωση προέρχεται αντίθετα από την αναγνώριση της αδυναμίας παρέμβασης: στην αλυσίδα μεγάλων και ασήμαντων, τραγικών, γελοίων και αδιάφορων γεγονότων, η μόνη στάση που εξασφαλίζει την ηρεμία στην ψυχική μας οικονομία είναι η παραίτηση, έπειτα από τη στιγμιαία μόνον όξυνση κάποιου συναισθήματος. Αν στον κόσμο γύρω υπάρχει πόνος, τρόμος, αδικία και στέρηση, ευτυχώς μπορούμε ακόμα να «αλλάζουμε σελίδα στο δελτίο μας».

Η εποχή του διαδικτύου ήρθε να στήσει λίγο πιο πέρα από την άκαμπτη τηλεοπτική οθόνη μια άλλη πολύ πιο ευέλικτη. Η οθόνη του υπολογιστή αλλάζει με τη δική μας ατομική παρέμβαση ή τουλάχιστον γεννά αυτή την εντύπωση: τώρα καδράρω στις εικόνες του φράχτη από συρματόπλεγμα σε κάποια βαλκανικά σύνορα, αμέσως μετά τσεκάρω αν ήρθε κανένα μέηλ. Όταν κλείνω το παράθυρο με τα τηλέφωνα των ψητοπωλείων, να που εμφανίζεται πάλι το μισοδιαβασμένο άρθρο για ένα ακόμα ναυάγιο στο Αιγαίο. Δίπλα ακριβώς σε άψυχα ανθρώπινα σώματα, μια διαφήμιση για κάποια «κάρτα ανέπαφων συναλλαγών» και ο «δεκάλογος του σωστού καλεσμένου». Τέτοιου είδους γειτνιάσεις έχουν πάψει από καιρό να ενοχλούν. Ζούμε, λέμε απλά, σε μια σύνθετη πραγματικότητα. Δεν μπορείς να κατηγορείς τα ίδια τα πράγματα επειδή είναι πολύπλοκα.  Το όλο θέμα είναι να επιλέξεις ανάμεσά τους τα σωστά[1], εν προκειμένω με τα σωστά «κλικ».

Σε πρόσφατη ευκαιρία[2], Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μίλησε για την “άφατη τραγωδία” των προσφύγων στη Μεσόγειο, αγνοώντας βέβαια ότι πρόκειται για αντίφαση των όρων: δεν υπάρχει τραγωδία αν δεν υπάρχουν ομιλούντες άνθρωποι που την αντιλαμβάνονται και την εξιστορούν. Οι εικόνες που αναβοσβήνουν στις οθόνες των υπολογιστών επιτελούν αυτό ακριβώς το έργο, να παρουσιάσουν την τραγωδία ως ένα οδυνηρό μεν, αλλά μάλλον κοινό θέαμα για το οποίο δεν μένουν και πολλά να ειπωθούν. Ρίχνουμε μια ματιά σε σκηνές εξαθλίωσης και βίαιων θανάτων και τις κοινοποιούμε στους «φίλους» μας. Ρίχνουμε μετά μια ματιά στην παρακείμενη νέα γενιά αφυγραντήρων – ή ακόμα καλύτερα, αγνοούμε επιδεικτικά τη νέα γενιά αφυγραντήρων, νιώθοντας έτσι την ικανοποίηση ότι δικαιώνουμε τη σοβαρότητα του θέματος. Ανακαλύπτουμε και διακινούμε εικόνες, τους βάζουμε λεζάντες (όσο πιο σύντομες και εντυπωσιοθηρικές, τόσο το καλύτερο), τις στολίζουμε με ψηφιακές καρδούλες, ψηφιακά χαμόγελα και δάκρυα, αλλά δεν μιλάμε στ’ αλήθεια γι’ αυτές.

Πρόκειται μάλλον για μια ιδιαίτερη ποικιλία αυτού που ο Stanley Cohen ονόμασε καθεστώς άρνησης. Την κατάσταση δηλαδή στην οποία, ενώ γεγονότα φρίκης και οδύνης συμβαίνουν μπροστά στα μάτια μας, αποφεύγουμε να τα δούμε ή να τα κατανοήσουμε ως τέτοια. Ο Cohen έλεγε, ότι η άρνηση μπορεί να είναι ένα συνειδητό ψέμα που λέμε στον εαυτό μας ή στους άλλους, αλλά μπορεί να είναι και ένας ασυνείδητος αμυντικός μηχανισμός που απομονώνει τις αδιανόητες πληροφορίες, εκείνες που μας προκαλούν αβάσταχτο άγχος ή ενοχή. Η ασυνείδητη άρνηση, θα προσθέταμε, έρχεται σήμερα μέσα στη ροή των απεικονίσεων που καταλαμβάνουν τον χώρο που θα μπορούσε να κατέχει ο λόγος. Δεν αρνούμαστε ότι οι πνιγμοί των προσφύγων στο Αιγαίο συμβαίνουν. Αρνούμαστε να μιλήσουμε γι’ αυτό, πέρα από τον κατακερματισμένο «λόγο» των θραυσμάτων από εικόνες, πέρα από επιφωνήματα και κοινότυπες επαναλήψεις. Αρνούμαστε να μιλήσουμε γι’ αυτό, κατά τρόπο που να αναγνωρίζουμε ότι  μας αφορά. Ακόμα πιο πολύ, αρνούμαστε να μιλήσουμε γι’ αυτό, κατά τρόπο που να δείχνει ότι θα μπορούσαν τα πράγματα να συμβαίνουν και αλλιώς και ότι έχουμε λόγο στο πώς συμβαίνουν τα πράγματα. Λέμε μόνο: «κάποιος να κάνει κάτι γι’ αυτούς τους ανθρώπους» ή «άλλοι πέντε χιλιάδες έφτασαν στον Πειραιά» ή «έβαλαν λεωφορεία να τους πάνε…».

Πρόκειται περισσότερο για μια τεράστια σιωπή που καλύπτεται πίσω από τον σωρό της οπτικής πληροφορίας. Όποιος όμως θέλει να καταγγείλει τη σιωπή αυτού που αποστρέφει το βλέμμα γιατί αδιαφορεί ή γιατί «δεν αντέχει άλλο πόνο», ας αναρωτηθεί, πόσο διαφορετική είναι η σιωπή αυτού που ένιωσε ότι έκανε το καθήκον του μαζεύοντας τρόφιμα, στέλνοντας ένα δέμα με ρούχα ή καταθέτοντας λεφτά στον λογαριασμό κάποιας ΜΚΟ; Κάθε χειρονομία στήριξης προς τους πρόσφυγες έχει βέβαια τη σημασία της και βρέθηκαν άνθρωποι στην εδώ πλευρά των συνόρων που ξεπέρασαν τους τελευταίους μήνες τα συνήθη όρια της «φιλανθρωπίας». Αλλά η σιωπή για την οποία θέλω να μιλήσω είναι μεγαλύτερη από τη φωνή της αλληλεγγύης. Απειλεί μάλιστα να την καταπιεί.

Είναι η σιωπή όλων μας που δεν αναρωτιόμαστε γιατί η διέλευση από το Αιγαίο εμφανίζεται σαν φυσική καταστροφή, σαν μια πλημμύρα που παρέσυρε κάποιους ατυχείς. Είναι η σιωπή αυτού που θρηνεί από κοινού με την πολιτική ηγεσία του ελληνικού κράτους για τα πνιγμένα παιδιά, αλλά δεν ρωτάει γιατί το ελληνικό κράτος δεν προσφέρει μια ασφαλή είσοδο στην επικράτεια. Αυτού που βασανίζεται από το θέαμα των ανθρώπων που κρύωνουν αλλά δεν απορεί που μένει στη θέση του ο φράχτης του Έβρου. Είναι η ίδια σιωπή που επιτρέπει στον κομπιασμένο λόγο του υπουργού μεταναστευτικής πολιτικής [3] να ακούγεται με κατανόηση απ’ όλους:

Δεν μπορεί να υπάρξει πιο λογική θέση από το «ανοίξτε τον Έβρο»[…] θα σας έλεγα ότι είναι και προσωπική μου θέση σ’ ένα θεωρητικό επίπεδο […] επίσης είναι μία θέση που στην κυβέρνηση συζητείται […] H άποψή μου είναι ότι δεν μπορεί να γίνει σε αυτή τη φάση, καθαρά για λόγους τεχνικούς, ίσως η έκφραση «τεχνικοί» να μην είναι σωστή. Αυτό που θέλω ν’ αποκλείσω από την κουβέντα είναι οποιαδήποτε εθνικιστική σκέψη, ξέρετε δηλαδή, «μην ανοίξετε τον Έβρο γιατί […] θα πάνε ανάμεσα από τις μειονότητες μουσουλμάνοι, θα φτιάξουν οτιδήποτε, θ’ ανατραπεί το κράτος, θ’ ανατραπούν οι ισορροπίες». H άποψή μου είναι ότι τέτοια ζητήματα δεν υπάρχουν, υπάρχουν όμως άλλα πολύ σοβαρά ζητήματα, για τα περισσότερα δεν μπορώ να μιλήσω, που νομίζω ότι σε αυτή τη φάση καθιστούν μη εφικτό το άνοιγμα του Έβρου.

Ο υπουργός λοιπόν δεν μπορεί να μιλήσει γι’ αυτά. Για την ακρίβεια, αποδεικνύει ότι μπορεί να μιλήσει με σχετική ακρίβεια για εκείνους από τους φόβους και τις απειλές που κάποιοι (χωρίς να μας λέει ποιοι, αλλά ούτε καν να ερωτάται σχετικά!) επικαλούνται –και που ο ίδιος δεν συμμερίζεται. Δηλώνει όμως ότι οι άλλοι «τεχνικοί» (ή και όχι «τεχνικοί», πάντοτε κατά τον ίδιο) λόγοι που ο Έβρος δεν μπορεί να «ανοίξει», δεν μπορούν να διατυπωθούν δημόσια. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς προσεκτικός ακροατής για να συνδέσει αυτή την απόκρυψη με ζητήματα που τυπικά αποκρύπτονται στη διεθνή πολιτική, δηλαδή ζητήματα ασφάλειας και άμυνας ή «διεθνών πιέσεων». Εναλλακτικά, ίσως οι άδηλοι «τεχνικοί λόγοι» να αναφέρονται στο άγχος για το δικό μας επίπεδο ζωής, μην τυχόν και οι κακοπαθημένοι πρόσφυγες μάς απομακρύνουν κι άλλο από το πτώμα του κοινωνικού συμβολαίου που μέχρι πρότινος παπαγαλίζαμε. Σε κάθε περίπτωση, επικαλούμενος δημόσια κάποιο αδιευκρίνιστο ταμπού, ο υπουργός ακούγεται να συνομιλεί άριστα με τη μεγάλη σιωπή των πολλών.

«Ένας μεγάλος κίνδυνος είναι να συνηθίσουμε και να μη σοκαριζόμαστε», λέει επίσης ο ίδιος. Πράγμα που λογικά σημαίνει ότι ευαισθησία είναι να «σοκάρεσαι», ενδεχομένως να προστρέχεις σε βοήθεια, αλλά να μη μιλάς γι’ αυτά που δεν μπορούν να ειπωθούν, τουλάχιστον μέχρι οι ιθύνοντες υπουργοί να κρίνουν ότι ήρθε η ώρα.


[1]               Αδιάφορο τελικά αν η επιλογή είναι αγώνες ταχύτητας ή αιματηρές συγκρούσεις, αρκεί να μας εκφράζει, υποτίθεται, «αυθεντικά». Η επιλογή του σωστού προγράμματος συγκινήσεων είναι μάλιστα  το κοινό μας καθήκον για τη διεκδίκηση της μέγιστης ατομικής (άντε και οιγενειακής) ευτυχίας.

[2]                  Για την ακρίβεια, στη Διεθνή Διάσκεψης των Αθηνών με θέμα «Θρησκευτικός και Πολιτιστικός Πλουραλισμός και Ειρηνική Συνύπαρξη στη Μέση Ανατολή» που διοργάνωσε στις 18 Οκτωβρίου 2015 το Υπουργείο Εξωτερικών. Είναι η σύγχρονη μοίρα της Αθήνας να θυμούνται τον πληθυντικό του ονόματός της όσοι θέλουν να προσδώσουν κύρος σε κάποια περίσταση ή στους εαυτούς τους.

[3]                  Τηλεοπτική συνέντευξη Γ. Μουζάλα στην ΕΡΤ, 30/10/2015.

 

*Γιώργος Κανδύλης, ερευνητής (Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών