Η Φυλή, του Ουκρανού Miroslav Slaboshpitsky

Μια κόλαση τυλιγμένη στη σιωπή.

| 05/02/2015

 

 Μέσα από μια τεχνικά και αισθητικά υποδειγματική αξιοποίηση της ουσίας του κινηματογραφικού μέσου, της ίδιας της κινούμενης εικόνας, γινόμαστε κοινωνοί μιας κολοσσιαίας ρήξης με τις μέχρι πρότινος γνωστές αφηγηματικές φόρμες. Μια ταινία χωρίς καθόλου διαλόγους, με κωφούς πρωταγωνιστές, χωρίς υπότιτλους, χωρίς μεσότιτλους, χωρίς επεξηγήσεις! Παρακολουθώντας την πορεία ένταξης του Sergey (Grigory Fesenko) σε ένα οικοτροφείο κωφών, γινόμαστε μάρτυρες ενός μικρόκοσμου στον οποίο επικρατεί η διαφθορά, η εκπόρνευση και η εκμετάλλευση. Η εγκληματική βία και η αποκτήνωση ξεχειλίζουν από παντού με κάθε τρόπο. Φορείς αυτών δεν είναι κάποια στερεοτυπικά αιμοσταγή τέρατα, αλλά ένα τσούρμο εφήβων. Μια κόλαση τυλιγμένη στη σιωπή που σκιαγραφεί αδιέξοδα εντός ενός σύγχρονου ολοκληρωτισμού. Πρόκειται για την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Ουκρανού Miroslav Slaboshpitsky, που συγκλόνισε το τελευταίο φεστιβάλ των Καννών, και ο οποίος θα μας απασχολήσει αρκετά, όπως προοιωνίζεται  η τόλμη του.

   Η απουσία ομιλίας δε σημαίνει και απουσία γλώσσας. Και δεν αναφερόμαστε στη χρήση της νοηματικής που ελάχιστοι μη κωφοί κατανοούν. Οι τραχιές κινήσεις των σωμάτων, οι πολυποίκιλα φορτισμένες εκφράσεις των προσώπων, τα νεύματα, τα απελπισμένα βλέμματα, οι μη λεκτικοί ψίθυροι, τα άκομψα αγγίγματα και η ωμή επαφή των κορμιών είναι παραπάνω από ικανά να αφηγηθούν τα κίνητρα, τα συναισθήματα, τις προθέσεις των προσώπων και να επικοινωνήσουν την ουσία των πράξεών τους και την αιτιακή τους σύνδεση. Η λεκτική σιωπή, μάλιστα, προσδίδει περαιτέρω ένταση στις ενορμήσεις των δρώντων και προκαλεί όξυνση στις αισθήσεις των θεατών, που εκ των πραγμάτων βουτούν σε βαθιά νερά καλούμενοι να  αφήσουν στην άκρη το συνήθη κώδικα επικοινωνίας τους. Παράλληλα, ένα πλέγμα ήχων, που μπορεί να προέρχονται από το τρίξιμο μιας πόρτας, από εξουθενωμένες ανάσες ή απειλητικούς βηματισμούς, από γρυλίσματα θυμού ή από κραυγές πόνου, από γροθιές ή από μηχανές αυτοκινήτων, σε συνδυασμό με τη μη ύπαρξη μουσικής υπόκρουσης, σμιλεύουν μια αδρή αφήγηση που μιλά πιο κρυστάλλινα από οποιεσδήποτε λέξεις. Η ιδιαιτέρως έντονη παρουσία της ίδιας της σάρκας των ανθρώπων και των αντικειμένων που τους περιβάλλουν, καθώς και ο καθοριστικός τους ρόλος στις διαφόρων ειδών αλληλεπιδράσεις, νοηματοδοτούν υλικά το φιλμικό χωροχρόνο. Το ηχητικό παιχνίδι διαλέγεται εξαίσια με τους εφιαλτικούς φωτισμούς του διευθυντή φωτογραφίας Valentyn Vasyanovych, με την εικονογράφηση παρατεταμένης διάρκειας περιστατικών που προσιδιάζουν σε παράσταση σωματικού θεάτρου και με τη χρήση steadicam που ακολουθεί αέρινα τους πρωταγωνιστές μέσα σε καταθλιπτικούς και κλειστοφοβικούς διαδρόμους, αιχμαλωτίζοντας την ολότητα της σωματικής τους έκφρασης. Με τον αναγκαία αργό ρυθμό ροής των πλάνων και τα γεμάτα κάδρα, έχουμε τη δυνατότητα να επεξεργαστούμε βαθύτερα τα ερεθίσματα που δεχόμαστε από έναν κόσμο τόσο διαφορετικό.

φυλη1

   Σε επίπεδο σεναριακής διαχείρισης είναι αξιοπρόσεχτο το γεγονός ότι οι κωφοί ήρωες δεν προσεγγίζονται μελοδραματικά ως τραγικές φιγούρες, ως άτομα αθώα, άξια λύπησης που υποφέρουν και ζουν απομονωμένα, λόγω μιας αναπηρίας. Μάλιστα, η σιωπή εντός της οποίας ζουν υπογραμμίζει περισσότερο κάποιου τύπου omerta, η οποία συνοδεύει την παραβατική συμπεριφορά τους και τον τρόπο που διαβιούν εντός συμμοριών με αυστηρή ιεραρχία. Η σιωπή αυτή υπογραμμίζει την εσωτερίκευση των εξευτελιστικών εξουσιαστικών συμπεριφορών που είναι διάχυτες. Οι δολοφονίες, το trafficking, οι ληστείες και μια σειρά από απάνθρωπες πράξεις, στις οποίες επιδίδονται μαθητές και καθηγητές αυτού του οικοτροφείου, είτε επειδή βιώνουν ταξικούς φραγμούς και κοινωνικό αποκλεισμό οφειλόμενο στη φτώχεια είτε για συναισθηματικούς/ψυχολογικούς λόγους, αλλά ακόμα και οι αλλοτριωμένες ερωτικές σχέσεις που αναπτύσσουν, απλά αναδεικνύουν πτυχές ενός ευρύτερα βάρβαρου συστήματος, μέσα στο οποίο ο καθένας ψάχνει τη θέση του. Ο ρεαλισμός και ταυτόχρονα ο σουρρεαλισμός της ταινίας έγκειται ακριβώς στο ότι ο καθένας προσπαθεί να «ακουστεί» με κάθε δυνατό τρόπο.

   Ο Slaboshpitsky εξακοντίζοντας σε νέα όρια τις δυνατότητες των εκφραστικών μέσων του κινηματογράφου, μέσα από την απεικόνιση παραδειγμάτων υποκουλτούρας σε μια χώρα μάλιστα που, να μην ξεχνάμε, ο ναζισμός ξανασηκώνει κεφάλι και μέσα από την προσέγγιση ενός ιδιαίτερου μικρόκοσμου, τελικά καταφέρνει να μιλήσει για τον κόσμο μας σήμερα και είναι αυτό που, σε συνδυασμό με τη μορφολογική καινοτομία, καθιστά την ταινία σπουδαία.

Ο Δημήτρης Κεχρής σπούδασε Φυσική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και παρακολούθησε μαθήματα φωτογραφίας στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Είναι συνδημιουργός του ALDEBARAN | Contemporary Photography Hub και μέλος της οργανωτικής ομάδας του MedPhoto Festival.