Επιστολές αναγνωστών / Αναδημοσιεύσεις απόψεων

Καθημερινή μουσική μαζική κουλτούρα, τώρα!

Ύμνος στο αυταπόδεικτο

| 21/06/2017

Το 1982 ο Γάλλος υπουργός που όρισε την 21η Ιούνη ως παγκόσμια μέρα μουσικής είχε δηλώσει: «Όλοι οι μουσικοί στους δρόμους». Αυτό θα λέγαμε πως πλέον ξεπεράστηκε. Απαίτηση πρέπει να είναι: όλη η μουσική και κάθε μέρα στους δρόμους. Αν και μια τέτοια αξίωση μοιάζει με κάτι το αυθαίρετο, κάτι το αδύνατο, δεν παύουμε να την κυνηγάμε. Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί τουλάχιστον τούτη την ανάγκη. Εξάλλου πρέπει να θέτεις τον στόχο για να βρεις τις διαδρομές που θα σε φτάσουν σε αυτόν.

Ψυχολογικό, διαπαιδαγωγικό, ηθικό, κοινωνικό εργαλείο η τέχνη. Μας συνδέει και μας επιστρέφει – καθώς χάνουμε τον δρόμο – στην φύση μας. Εγείρει και ευαισθητοποιεί συναισθήματα, «κριτικοποιεί» το πνεύμα, δημιουργεί οξυμένη αισθητήρια ομορφιά, κοινωνικοποιεί τους ανθρώπους, τους χαρίζει μια κοινή ηδονή. Η μουσική είναι δημιούργημα του ανθρώπου, συνέπεια της κουλτούρας των λαών να επικοινωνήσουν μεταξύ τους, να εμποδίσουν τους φόβους και την παρακμή του πολιτισμού τους, αναδεικνύει την εγγύτητα του ανθρώπου με την φύση. Η μουσική δεν είναι δημιούργημα χοντροτσεπάτων παραγωγών, δισκογραφικών μεγαθηρίων, τεράτων της Wall Street, δεν νοείται να θεωρηθεί ως ελεήμων και φιλεύσπλαχνη προσφορά των εταιρισμού στον άνθρωπο – με ένα υποχρεωτικό κόμιστρο. Το γέλιο του παιδιού είναι μουσική, το χάδι στο πρόσωπο είναι μουσική, το πουλί που πετάει είναι μουσική, ο αγέρας που φυσά είναι μουσική. Άλλωστε «από όσο γνωρίζω δεν μπορώ να διαχωρίσω την μουσική από τον θόρυβο» είχε πει ο πρωτοπόρος πειραματιστής μουσικός και θεωρητικός Arseny Avraamov στις αρχές του 20ου αιώνα. Η μουσική είναι τα πάντα γύρω μας και όλα τα άλλα που τους προσθέτουμε και προφανώς δεν χρειαζόμαστε κανέναν Γάλλο υπουργό, κανέναν γραφειοκράτη συνακολουθούμενο με τα θεσμοθετημένα παρεπόμενα τύπου «παγκόσμια ημέρα», για να μας υποδείξει πότε, πως, που και γιατί θα ακούμε, θα δημιουργούμε και θα εκφραζόμαστε. Η μουσική είναι άχρονη, δημοκρατική και παγκόσμια από την φύση της.

Εκπέμπεται και δέχεται μέσα στους αιώνες από στόμα σε αυτί και ούτω κάθε εξής από τις απαρχές στο κάθε αύριο. Ένα κοινό δέντρο με «ασύνορες» ρίζες στην προϊστορία, ρίζες στην αρχέγονη κατάσταση, ρίζες στο ένστικτο. Αν δεν είχαμε μύτη δεν θα μυρίζαμε την άνοιξη μα ούτε την δυσωδία, αν δεν είχαμε στόμα δεν θα φιλούσαμε ούτε θα φτύναμε, αν δεν είχαμε χέρια δεν θα αγκαλιάζουμε μα ούτε θα γκρεμίζαμε ό,τι μας αδικεί, αν δεν είχαμε πόδια δεν θα μπορούσαμε να περπατήσουμε ούτε να τρέξουμε με άλματα προς τα εμπρός. Μια εφάμιλλη ιδιότητα θα πρέπει να προσάπτουμε και στην τέχνη. Δίχως μουσική θα ήμασταν αισθητικά, συναισθηματικά, νοητικά και κοινωνικά ανολοκλήρωτοι και ως εκ τούτου δεκτικοί σε κάθε ταπείνωση και εξευτελισμό. Η μουσική απελευθερώνει.

dennis_stock_arthro-6-849x700

Μια καθημερινή μέρα όπου οι άνθρωποι γυρνούσαν από τις δουλειές τους και δεν σιχτίριζαν τα πάντα και τους πάντες άκουσα τον ήχο μιας κιθάρας να βγαίνει μέσα από τα καλντερίμια σαν να βγαίνει από το πιο κατάλληλο ηχείο που θα έφτιαχνε η τεχνολογία. Ξαφνικά απόλυτη σιωπή. Οι περαστικοί δείξανε σεβασμό μέχρι να ολοκληρωθεί το κεραυνοφόρο, γλυκό, παραληρηματικό παίξιμο της. Αυτό αποτελεί κουλτούρα. Σπουδαίας αξίας μαζική κουλτούρα. Κανένας ρομαντισμός. Μουσικός και ακροατές μετατρέψανε την στιγμή σε πολιτιστική οντότητα. Η αναζήτηση του φαινόμενου «λειτουργία της τέχνης» προς στιγμή ικανοποιήθηκε ως έκφραση μιας συνειδητής και γενικευμένης ανάγκης. Τα στοργικά, τα οικεία, τα «ένας πλάι στον άλλον» μουσικά σαλπίσματα κατείχαν μια δυναμική που απομόνωσαν το τι μας έχει, μέσα στα χρόνια, επιβληθεί. Αυτούς τους προγραμματισμένους, άηχους και ψυχαναγκαστικούς εγκλεισμούς. Το αποστειρωμένο μας μικροκοσμικό μας σύμπαν. Τον εμπορευματικό εκθειασμό και του «ήμουν και εγώ σε αυτή την συναυλία» χωρίς να είμαι πουθενά πέρα πίσω από ένα social media στρουθοκαμηλισμό. Η μουσική όπως κάθε τέχνη είναι η πεμπτουσία της επικοινωνίας και κατά συνέπεια της κοινωνικότητας. Πομπός και δέκτης είτε συνυπάρχουν ταυτόχρονα, είτε δεν υπάρχουν καθόλου.

«Λιοντάρια μπλοκάρουν την κυκλοφορία την ώρα που ανθίζουν τα ρόδα» θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε όλους αυτούς που πίσω από κάθε ανθρώπινη έκφραση, κάθε ανθρώπινη ενέργεια βρίσκουν τρόπους εκμετάλλευσης τους. Η μουσική μετατράπηκε αιώνες τώρα σε εμπόρευμα. Και στα πλαίσια μιας διαφημιστικής καμπάνιας του προϊόντος, μια «παγκόσμια μέρα» αποτελεί το επιστέγασμα της με τους εν δυνάμει καταναλωτές του. Πως μπορείς να αντιτάξεις ότι καθώς δεν γιορτάζουμε την «ζωή» τόσο παράδοξο είναι να γιορτάζουμε την μουσική; Πως μπορείς να τεκμηριώσεις πως είναι ζωτικό κύτταρο της φύσης μας, της εξέλιξης μας και της ψυχικής μας ωρίμανσης; Εχθρός της κοινωνικής νευροπάθειας; Κι όμως, σε ένα κόσμο δομημένου στην έννοια του κέρδους, πρέπει να τεκμηριώσεις το αυταπόδεικτο. Πως μπρος σε μια χρόνια κοινωνική ασθένεια, υπάρχει ανάγκη μιας χρόνιας κοινωνικής θεραπείας με διάρκεια και συνέχεια. Πως η μουσική αποτελεί φάρμακο. Χρειάζεται όντως τεκμηρίωση κάτι τέτοιο;

4.-josef-koudelka-moravia-1966-62217_0x440

Εδώ και τώρα, λοιπόν, καθημερινή μαζική κουλτούρα, καθημερινή αισθητική «ηχορύπανση». Στις μεγάλες φανφάρες που δεν αξίζουν τίποτα πέρα από κερδοφόρα για τους διοργανωτές φράγκα αντιτάσσουμε την μουσική σε πλατείες, σε στενά, σε μετρό και στάσεις λεωφορείων, δίχως του κράτους τις άδειες, δίχως του μπάτσου την απειλή, δίχως την βάρβαρη, χυδαία και εν τέλει, εμπορικής στόχευσης ενοχοποίηση με την ρετσινιά της επαιτείας. Πετάμε την «στολή εξόδου» στα «θεάματα», πετάμε τα είθισται της τέχνης, «γυμνώνουμε την επιθυμία ως το κόκκαλο». Ποιος θα πληρώνει τους μουσικούς; Ας έχουμε μια εμπιστοσύνη στην αλληλεγγύη, τη γενναιοδωρία, τη ευγνωμοσύνη που αποτελούν μια κοινωνικά ενστικτώδη αυτενέργεια. Η τέχνη ξεπερνά τα όρια του χώρου και του χρόνου. Η τέχνη στο φινάλε αποτελεί μια βαθιά αντικαπιταλιστική έκφραση ανθρώπινης ανάγκης.

«Χιλιάδες σαξόφωνα εισβάλουν στην πόλη, στόλος από τρομπέτες που ρίχνουν τους γάντζους τους, δεκάδες κύματα από τρομπόνια προσεγγίζουν την πόλη, πεντακόσιοι μπασίστες με ανάστημα ίσιο με τις χορδές των οργάνων τους, εκατό ντράμερ, όπου στο κάθε τους χέρι μια μπαγκέτα» γράφει ο ποιητής Bob Kaufman ολοκληρώνοντας μια παθιασμένη αφιέρωση στην μουσική: «Επίθεση: Ο ήχος της τζαζ. Και η πόλη πέφτει.»

Η κάθε πρωινή πρώτη μελωδία, επιβεβαιώνει την ανθρώπινη μας υπόσταση. Αυτή δεν χαρίζεται σε κανέναν φιλοτομαριστή, σε κανέναν «διοργανωτή», σε κανένα πλασιέ εμπορευμάτων, σε κανέναν κεφαλαιοκράτη.

[hr]

Το ποίημα «Battle Report» του Bob Kaufman είναι σε ελεύθερη μετάφραση και απόδοση του συντάκτη από την συλλογή «Solitudes Crowded with Loneliness».  

*Το κείμενο αποτελεί ευρεία αναμόρφωση προηγούμενου

Γεννημένος το 1984 στην Λάρισα, εγκλωβισμένος για κάποια χρόνια στην Ιταλία, αντί να μάθει να ξυπνάει στις αίθουσες δικαστηρίων έμαθε να βρίσκεται στις αίθουσες κινηματογράφου καθώς και πίσω από φωτογραφικές μηχανές. Έκτοτε γράφει για ταινίες και για σινεμά (καθώς και για ό,τι άλλο σκέφτεται) και φωτογραφίζει για φωτορεπορτάζ και για ευχαρίστηση. Είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης (ΠΕΚΚ) και της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Κριτικών Κινηματογράφου (FIPRESCI).