"Από τον λαό, για τον λαό"

Ο λαϊκός αγωνιστής Κώστας Σαραντίδης που πολέμησε με τους Βιετκόνγκ εξιστορείται...

58e52eb4cd3a18239175ee64
Κόκκινη Γραμμή | Δημοσίευση για ToPeriodiko.gr - ΙΣΤΟΡΙΑ, Συνεντεύξεις - 01/06/2017

Με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου και σπάνιου πολιτικού ντοκουμέντου «Λαικός Πόλεμος – Λαικός Στρατός» του στρατηγού Γκιάπ, την Παρασκευή 2/6, στις 19:00, στον κινηματογράφο ΑΛΚΥΟΝΙΣ NEW STAR ART CINEMA (Ιουλιανού 42, Αθήνα), η Κόκκινη Γραμμή, που είναι υπεύθυνη για την επιμέλεια, την μετάφραση και την έκδοση του βιβλίου στα ελληνικά, παραχώρησε στο Toperiodiko.gr απόσπασμα συνέντευξης που έδωσε στην Κόκκινη Γραμμή, ο Κώστας Σαραντίδης. Ο Έλληνας Βιετκόνγκ όπως θα μπορούσαμε να τον αποκαλέσουμε θα συμμετέχει στην συζήτηση της εκδήλωσης. 


Ο Κώστας Σαραντίδης είναι βετεράνος του Λαικού Στρατού του Βιετνάμ. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το έτος 1927. Στη διάρκεια της κατοχής, έφηβο ακόμη, τον συνέλαβαν οι Γερμανοί κατακτητές και το έστειλαν στη Γερμανία. Στο δρόμο προς το στρατόπεδο συγκέντρωσης, λίγο πριν τη Βιέννη, δραπέτευσε και κρυβόταν στην Αυστρία, ντυμένος Γερμανός στρατιώτης. Με το τέλος του πολέμου, το Μάη του 1945, βρέθηκε στην Ιταλία και προσπάθησε να επαναπατριστεί στην Ελλάδα. Μετά την άρνηση της ελληνικής πρεσβείας να τον βοηθήσει, κατατάχτηκε στη Λεγεώνα των Ξένων. Τον Ιανουάριο του 1946, η Γαλλία έστειλε τη Λεγεώνα στο Βιετνάμ, την παλιά της αποικία, παραπλανώντας τους στρατιώτες ότι σκοπός τους ήταν να αφοπλίσουν τους Ιάπωνες φασίστες, που είχαν καταλάβει το Βιετνάμ κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μετά την άφιξή του, διαπιστώνει ότι προορισμός της Λεγεώνας ήταν να υποστηρίξει το Εκστρατευτικό Σώμα και να καταστείλει την εθνικοαπελευθερωτική επανάσταση των Βιετναμέζων, που είχαν ιδρύσει ήδη τη Λαϊκή Δημοκρατία του Βιετνάμ. Το βράδυ της 4 Απρίλη 1946 εγκαταλείπει τη Λεγεώνα και βγαίνει στο βουνό με τους Βιετ Μινχ. Πολέμησε στο πλευρό τους, ως στέλεχος του Λαϊκού Στρατού σε διάφορες θέσεις, σε όλη τη διάρκεια του πολέμου. Το Βιετνάμ έγινε η δεύτερη – ίσως και η σημαντικότερη – πατρίδα του και τον τιμά ως ήρωα.

assets_LARGE_t_420_36097559


Τα βαπτίσματα του πυρός


«Φτάνοντας στη Σαϊγκόν, εγώ, γενικά όλοι, περιμέναμε να δούμε τους Γιαπωνέζους να έρθουν να μας παραδώσουν τα όπλα τους. Δυστυχώς ούτε Γιαπωνέζους είδαμε ούτε όπλα υπήρχαν να μας παραδώσουν, παρά είδαμε πως πιο μπροστά από εμάς είχαν έρθει κάτι άλλοι: ο γαλλικός στρατός. Η Λεγεώνα ξαναεπιστρέφει στο Βιετνάμ. Την πρώτη μέρα, κιόλας, πήραμε την χαριστική βολή, πήραμε το βάπτισμα που λέμε. Ήταν ένα παιδάκι που πούλαγε κάτι προϊόντα – καρύδες. Άγνωστο για εμάς τι είναι η καρύδα, προσπαθούσαμε να παζαρέψουμε με το πιτσιρικάκι και να δούμε πως την τρώνε. Και έρχεται ένας αστυφύλακας από την αστυνομία του στρατού, του δίνει μια κλωτσιά του πιτσιρικά και μια κλωτσιά στο καλάθι που κρατούσε. Αντιδράσαμε και τον ρωτάμε «γιατί αυτά;» και αυτός μας λέει «αν κάνετε σαν και μένα λίγο καιρό εδώ, θα δεις, θα κάνεις τα ίδια και τα χειρότερα». Εκείνη τη στιγμή, ήταν σαν να μπήκε μια μαχαιριά στη καρδιά μου. Θυμήθηκα στην Τούμπα, που πηγαίναμε έξω από τον στρατώνα και περιμέναμε οι Γερμανοί να μας δώσουν το αποφάγι τους να φάμε. Αλλά μας το δίναν με περισσότερη ευγένεια ενώ εδώ τα παιδιά που πουλάνε πράγματα τα κλωτσάνε. Δεν μπορούσα να καταλάβω. Αυτό ήταν το πρώτο στίγμα που με ενόχλησε και σε συνεννόηση με τους άλλους Έλληνες που ήμασταν μαζί, αποφασίσαμε ότι δε θα κάτσουμε εδώ, διότι δεν είναι για εμάς. Δεν μας ταιριάζει το μέρος.

Από εκείνη τη μέρα μέχρι τη μέρα που το αποφάσισα, πέρασε μια περίοδος 2 μηνών. Στους 2 μήνες μέσα που ήμουν στον γαλλικό στρατό στο Βιετνάμ είδα τα τρισχειρότερα του πολέμου. Φυσικά τα έχω γράψει λεπτομερώς στο βιβλίο, αλλά είδα εν γένει ότι ο σκοπός μας ήταν όχι άδικος αλλά, πώς να το χαρακτηρίσω δεν μπορώ, εγκληματικής φύσης. Μας είχαν στείλει πράγματι να σκοτώσουμε. Όχι να κάνουμε αυτά που μας έλεγαν, να επιβάλλουμε την τάξη ή οτιδήποτε άλλο, ούτε να πολεμήσουμε τους Γιαπωνέζους. Είδα πολλά περιστατικά μπροστά στα μάτια μου. Κάποια περιστατικά με σοκάρισαν ακόμα περισσότερο. Η τελευταία στιγμή και που αποφάσισα, ήταν όταν μια ολόκληρη διμοιρία πήρε εργολαβία με τη σειρά να κακοποιούν ένα κοριτσάκι 14-15 χρονών. Σε πολλές περιπτώσεις, πηγαίναμε σ’ ένα σπίτι και οι γυναίκες για να μας δείξουν ότι ήταν μητέρες άνοιγαν τα στήθη τους και πατούσαν τη ρώγα να βγάλουν γάλα, να δούμε ότι είναι μητέρα για να μην την βιάσουν. Είχαμε δει να ανοίγουν σε έγκυες γυναίκες τις κοιλιές και να βγάζουν τα μωρά και να τα πετάνε. Είχαμε δει τέτοια φρικαλέα περιστατικά που όσο η καρδιά να ήτανε από πέτρα ή ατσάλι δεν θα άντεχε. Γι’ αυτό και είπα, τέλος πάντων, αποφάσισα… Εντωμεταξύ, είχα και το δαιμόνιο να ψάχνω να ερευνήσω, να δω. Έτσι, συμπτωματικά, ο λοχαγός μου, είχε φέρει μια – πώς να την πούμε τώρα αυτή – κονκιμπίνα (ερωμένη), γυναίκα του, μια υπηρέτρια, μια πόρνη δεν ξέρω,  μια κοπέλα την οποία την είχε μαζί του. Αποδείχθηκε ότι η κοπέλα αυτή δεν ήταν πόρνη, παρά ήτανε μυστική πράκτορας των ανταρτών. Γνωριστήκαμε. Αργότερα, με την κοπέλα τη Λιλί, την ηρωίδα αυτή, χάσαμε επαφή διότι ο αξιωματούχος είχε κάποια μετακίνηση.

vietcong_april


H απόδραση, η έξοδος στο βουνό και… μέλος των Βιετκόνγκ


Σε μια άλλη περιοχή κοντά, που λέγεται «Μουρινέι» πιάσαμε συμπτωματικά έναν αιχμάλωτο, έναν πολίτη. Ο αρχηγός της ομάδας, ο Γερμανός, όταν τον έψαξε τον βρήκε να έχει επάνω του πολλά λεφτά, ποσό! Θάμπωσε το μάτι του και τον πήραμε τάχατες ότι είναι Βιετμίνχ. Το ευτύχημα είναι ότι μου τον παρέδωσε σε εμένα να τον φυλάω. Εγώ, όμως, χάρις τα όσα είδα προηγουμένως κατάλαβα ότι εδώ δεν είναι για εμένα. Ήμουν 17 χρονών παιδάκι, τελείωσα το δημοτικό, δεν έμαθα πολλά γράμματα, αλλά αυτό που έχει μείνει μέσα μου ήταν ότι είμαι Έλληνας και δεν θα ματώσω τα χέρια μου. Ο πατέρας μου, η μάνα μου, ο παππούς μου έχουν ιστορία. Και του ανοίγομαι. Παίρνω πρωτοβουλία. Με τα λίγα γαλλικά που ξέρω και με κάνα δυο βιετναμέζικες λέξεις που άρχισα να μαθαίνω για να μπορέσω να συνεννοούμαι με τον κοσμάκη. Στην αρχή, δίστασε. Φοβήθηκε ότι είναι κάποιο δόλωμα και ψάχνω να τον ψαρέψω. Εν τέλει, μου σκάει το παραμύθι και μου λέει: «εάν με πας στο βουνό θα σου δώσω 36.000 ντονγκ (νόμισμα Βιετνάμ)». Σαν κι αυτά, όσα λεφτά είχε μαζί του δηλαδή, που τα πήρε ο αξιωματικός. Του λέω πως «λάθος κάνεις, δεν πάω για λεφτά. Εγώ είμαι Έλληνας και θέλω να πάω  μαζί σου, πως δεν με ενδιαφέρει, θέλω μαζί σας…». Με αυτά που μου είχε πει η Λιλί, είχα μια εικόνα, δηλαδή περίπου, και δέχτηκε. Δέχτηκε. Σε έναν σύντροφο Ισπανό λεγεωνάριο, τον Σάντο Μερίνο όπως τον λένε, ο οποίος σκοτώθηκε, θυσιάστηκε στο Βιετνάμ, του λέω: «Μερινο, εγώ πάω. Έρχεσαι;». «Πάμε», μου λέει. Είχα και τον τρίτο φίλο, ένα Ιταλό. Στην αρχή, δίσταζα. Διότι μακαρονάς αυτός, μήπως είναι μπαμπέσης. Εν τέλει αποδείχθηκε ότι ήταν έντιμος, αλλά είχε αρρωστήσει με ελονοσία και μου λέει: «Γκρέκο, πήγαινε. Εγώ είμαι τάφος». Πράγματι, θα μπορούσε να μας προδώσει για να σωθεί αυτός, αλλά δεν το ‘κανε. Έτσι, με το Μερίνο και με τον Βιετναμέζο, το στέλεχος, συνεννοηθήκαμε και με τους αιχμαλώτους που είχαμε συνάμα, στις  4/4/46, στις 2 τα μεσάνυχτα, αποδράσαμε. Η απόδραση ήταν περιπετειώδης. Τέλος πάντων, να μην τα συζητάμε. Πήγαμε στο βουνό.

Διότι και ο οδηγός μας είχε πλέον και αυτός χάσει τον μπούσουλα του απ’ τα χτυπήματα, φτάσαμε στο βουνό, μετά από ταλαιπωρία 2-3 ημερών μέσα στη ζούγκλα. Το κεφάλι του είχε ζαλάδες, δεν αισθανόταν καλά, δεν μπορούσε να προσανατολιστεί καλά. Τέλος πάντων, τα καταφέραμε. Ανταμώνουμε – γελάω – ένα τάγμα άοπλους ανθρώπους, με κοντάρια, με μαχαίρια, με τόξα, με τσάπες και κάνω τον σταυρό μου. Πρώτη φορά. «Παναγιά μου», λέω, «να πολεμήσω τώρα ποιόν;». Και λέω στον Μερίνο «αν δεν έρθουν τα γένια μας στα γόνατα». «Τώρα, vamos, πάμε» λέγαμε και οι δυο μας. Εν τέλει μας δεχθήκανε, με μεγάλη ικανοποίηση. Πεινάγανε κι αυτοί, αλλά ψάξανε να βρούνε να σφάξουν ένα γουρούνι, να μας περιποιηθούν την πρώτη μέρα. Και ξέρετε γιατί περισσότερο; Όχι για μας. Για το οπλοπολυβόλο που είχαμε πάρει μαζί. Έτσι, λοιπόν, μετά από 2 μέρες μας δοκιμάζουν και καλά κάνανε. Χτυπάει συναγερμός και έρχεται ένας αντάρτης με ένα ρώσικο όπλο, που ήταν 3 μέτρα περίπου, – έπρεπε να βάλεις και ένα μπαστούνι από κάτω να το κρατάς, ήταν πολύ βαρύ (γέλια) -, να μας πάει στο βουνό να μας κρύψει. Εγώ με τον Μερίνο, όμως, δεν προσέξαμε και μιλάγαμε λίγο δυνατά. Και μας λέει «σσσστ, προσέξτε μήπως από δω περάσουν οι Γάλλοι». Και έτσι στο στρατιώτη, – επειδή φοβήθηκα δηλαδή, μήπως εκείνη τη στιγμή ήμουν κοντά σε κάποιο δρόμο, δεν ήξερα που βρισκόμαστε – του λέω «εάν έρθουν οι Γάλλοι τίποτα, σκότωσε εμένα και τον φίλο μου, μπαμ-μπαμ, και εσύ όπου φύγει-φύγει να σωθείς». Σε πέντε ακριβώς λεπτά χτυπάει η λήξη του συναγερμού. Αυτός φυσικά πήγε και έκανε αναφορά. Τη συμπεριφορά μας. Έρχεται ο αξιωματικός, ο αείμνηστος για μένα ήρωας Ουί Ζάν λέγεται το όνομά του, ταξίαρχος, και μας ζητάει συγνώμη για τη δοκιμασία. … Του λέω «καλά κάνατε». Από εκείνη τη στιγμή πλέον μας ορκίζουνε. Ορκιζόμαστε. Παίρνω το όνομα του Nguyen Van Lap εγώ και Nguyen Vi ο Ισπανός.

The Fall of Saigon, 1975 (25)


Ένας στρατός λαϊκός και άρα… δημοκρατικός


Ποιες ήταν οι σχέσεις των στρατιωτών στη μονάδα, οι σχέσεις με τους ανωτέρους τους, πως λειτουργούσαν δηλαδή οι μονάδες του στρατού;

Η συμπεριφορά μέσα στον στρατό ήτανε απόλυτα δημοκρατική. Υπήρχανε οι κομισάριοι από την πρώτη ομάδα, δηλαδή μια ομάδα 12 ανθρώπων και 5 κομισάριων. Ο κομισάριος έπαιζε το ρόλο ισοβάθμια με της ομάδας, της διμοιρίας, του τάγματος, του λόχου ή οτιδήποτε και ανέβαινε. Έτσι υπήρχε ο λεγόμενος κομισάριος που εμείς σχεδόν τον θεωρούσαμε μάνα και πατέρα της μονάδας. Είχε το ρόλο του στη πολιτική, ήτανε και παιδαγωγικός, ήτανε και κοινωνικός, είχε όλους αυτούς τους ρόλους. Ενώ ο άλλος ο βαθμοφόρος, ο λοχίας με οτιδήποτε είχε τη στρατιωτική πλευρά. Άρα, ήταν σε συνεργασία. Ο στρατός ήταν πλήρως δημοκρατικός, λειτουργούσε άψογα. Τώρα, για πειθαρχίες και για κάτι άλλα, επιφανειακά ήταν…  Στον ανταρτοπόλεμο, η πειθαρχεία δεν είναι τόσο χρήσιμη όσο είναι μετά, όταν γίνει ένας κανονικός στρατός. Η ελευθερία είναι διαφορετική, είναι διαφορετικά τα πράγματα. Σιγά σιγά αυτά μπαίνανε… Όσον αφορά το πρόσωπό μου, εμένα με αγαπούσαν υπερβολικά. Ο στρατός ήτανε πραγματικά λαϊκός, οι λέξεις «από το λαό, για το λαό» είναι πλήρεις. Γιατί όπου πηγαίναμε, η πρώτη μας δουλειά ήτανε να μάθουμε στο μέρος που πηγαίναμε ποιος, ποια φτωχιά οικογένεια είχε ανάγκη, να μπούμε μέσα να βοηθήσουμε, να καλλιεργήσουμε, οτιδήποτε.

Ο στρατός εκεί δημιουργήθηκε από το μηδέν και από τους χωριάτες. Όχι από εργάτες. Από χωριάτες. Και σε κάθε τόπο όπου υπήρχε μια ομάδα, η ομάδα αυτή προσπαθούσε να καλλιεργήσει μια δεύτερη ομάδα, τοπική. Δηλαδή, διαλέγανε ποιοι θα πάνε στον οργανωμένο στρατό και ποιοι θα είναι αυτοφυλακή στο χωριό, το ένα χέρι τσάπα και τ’ άλλο τ’ όπλο. Και κάθε φορά που η πρώτη ομάδα, η αυτοφυλακή, συγκέντρωνε καμιά δεκαριά παλικάρια εθελοντικά, περνούσαν από το τεστ «γιατί θέλεις να πας στο στρατό;». Μετέπειτα, όταν ο στρατός μεγάλωσε, τα πράγματα χαλάρωναν. Τότε γινόταν, οργανωμένος πάντα, απ’ τις περιοχές που ήταν ελεύθερες ζώνες. Η κοινότητα, το κόμμα, η οργάνωση και η νεολαία βγάζανε από καιρό σε καιρό πέντε – δέκα, απ’ το τάδε χωριό και τους στέλνανε σε διάφορες μονάδες που είχαν ανάγκη, αλλά γινόταν με τελετή-γιορτή.


Μια εμπειρία μάχης


Την περίοδο που εγώ υπηρετούσα τότε τα δικά μας αντιαεροπορικά ήταν τα μυδράλια 12,7 – 13,2 χιλιοστά, μικρά. Δεν είχαμε… μετέπειτα ήρθαν μεγάλες πυροβολαρχίες, με πυραύλους και τέτοια… τέλος πάντων, τη δικιά μου περίοδο εγώ είχα το λεγόμενο Ντουσέτ 12,7 μυδράλιο.

Γαλλικό όπλο;

Όλα γαλλικά, αμερικάνικα. Εμείς δεν είχαμε. Λάφυρα όλα. Με συγχωρείτε τώρα, αν θυμάστε που σας είπα προηγουμένως που αντάμωσα ολόκληρη διμοιρία με άοπλους με ξύλα κλπ. Τώρα είχαμε τα πάντα. Τα παίρναμε απ’ αυτούς (τους Γάλλους). Είχα πολεμήσει και με το πεζικό. Δηλαδή, ήμουν ένα «ατού» που λέμε, σε διάφορες περιοχές που χρειαζότανε. Σε περιοχές έκανα αντιεκστρατευτική προπαγάνδα με τον τηλεβόα, με το χωνί. Αλλού πήγαινα μόνο για να συνοδεύσω τους αιχμαλώτους. Αλλού πήγαινα σαν οπλοπολυβολιτής για να στήσω μια ενέδρα. Ανάλογα με την ανάγκη πήγαινα όπου χρειαζόμουνα ή όταν ήτανε περιοχές που ξέραμε ότι θα έρθουν τα αεροπλάνα. Τότε είχαμε τα μεγάλα μυδράλια και πιάναμε πόστα γύρω γύρω να φυλάξουμε τους δικούς μας. Έτσι το ’48 με το οπλοπολυβόλο το Μπρέν, όχι με το μυδράλιο, έριξα ένα αεροπλάνο και πιάσαμε 4 Γάλλους αιχμαλώτους. Οι μάχες ήτανε διαφορετικές. Αρχίσαμε που λέμε από το μηδέν. Γινόταν η αρχή που λέγεται «χτύπα, άρπαξε και φύγε». Χρειάζεται μια περίοδος, αρκετός χρόνος ώσπου το μηδέν να στρογγυλέψει, να γίνει πιο μεγάλο, με σκοπό το αντίστροφο μεγάλο να γίνεται μικρό. Μέχρι την περίοδο δύο που αρχίσαμε να έχουμε κάποιο αρκετά ικανοποιητικό εξοπλισμό και παίρναμε πρωτοβουλίες. Οι πρωτοβουλίες ήτανε να δημιουργούμε προϋποθέσεις, να ερεθίζουμε τον άλλον να βγει από το φυλάκιο του για να τον χτυπήσουμε. Ύστερα, υπήρχαν οι δυνατότητες να τους αντιμετωπίσουμε πρόσωπο με πρόσωπο, έφτασε σιγά σιγά η περίοδος του «χτύπα και επιθέσου» δηλαδή να παίρνουμε πρωτοβουλίες. Ήταν διαφορετικές οι μάχες. Εγώ στη περίοδο αυτή, 8-9 χρόνια, τραυματίστηκα μια φορά ελαφριά, λίγο έλειψα να πιαστώ, λίγο έλειψε ευτυχώς, αλλά με μια λέξη χαλάλι. Υπέφερα πάρα πολλά ψυχολογικά, υλικά, αρρώστιες, ένα σωρό πράγματα, δίχως φάρμακα, πείνα…


*Οι τίτλοι στο άρθρο έχουν γίνει από ToPeriodiko.gr