Λευκή Κουρτίνα, Δ. Γράψας, εκδ. Καστανιώτη

Ένα πράσινο δωμάτιο και ο Εξολοθρευτής Άγγελος

1930_cranked_stripes
Γράφει: Ελένη Παγκαλιά - Λογοτεχνία + Ποίηση - 25/05/2016

Στην ταινία Εξολοθρευτής Άγγελος (Λουίς Μπουνιουέλ, 1962), παρακολουθούμε μια παρέα να έχει εγκλωβιστεί στο σαλόνι μιας κατοικίας και να μη μπορεί κανένας να περάσει το κατώφλι του σαλονιού, παρόλο που στην πραγματικότητα –όπως βλέπουμε εμείς οι θεατές- δεν υπάρχει κανένα εμπόδιο. Χρειάζεται να απογυμνωθούν, να φτάσουν στο σημείο να δείξουν τον πιο ενδόμυχο εαυτό τους για να καταφέρουν να καταλάβουν ότι ίσως και να μπορούσαν να βγουν τελικά από το σαλόνι.

Αυτό μου ήρθε στο μυαλό μόλις τελείωσα την ανάγνωση της Λευκής Κουρτίνας. Στο πρώτο βιβλίο του Δημήτρη Γράψα, βλέπουμε τον Χ. να ξυπνάει μετά από ένα μεθύσι σε μπαρ, έχοντας στο μυαλό του τον χθεσινοβραδινό καβγά με την Κλαίρη. Και ενώ προσπαθεί να θυμηθεί τί ακριβώς έγινε και πώς γύρισε σπίτι, αρχίζει να συνειδητοποιεί ότι το δωμάτιο στο οποίο βρισκόταν δεν ήταν το δικό του, ούτε κάποιο γνώριμο. Η πόρτα ήταν κλειδωμένη και κανείς δεν απαντούσε στις φωνές του. Ήταν κλειδωμένος, έγκλειστος, μέσα σε ένα πράσινο δωμάτιο. Μόνος του. Και όσο οι μέρες περνούσαν η μόνη επικοινωνία με τον έξω κόσμο ήταν ένας δίσκος με φαγητό που περνούσε από το άνοιγμα για τις γάτες που είχε η πόρτα στο κάτω μέρος της και μια ελεγχόμενη επικοινωνία μέσω διαδικτύου.

Και έπρεπε να κάνει κάτι γι’ αυτό. Και το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να σκέφτεται. Να προσπαθεί να βάλει τα πράγματα σε σειρά. Και να επινοεί κόλπα. Να ζυγίζει τις λάθος κινήσεις του. Να απογοητεύεται. Να επανέρχεται δυναμικά. Σε ένα παιχνίδι όπου ο ίδιος φαινόταν να είναι ο μόνος παίκτης, αλλά ο «άλλος» να έχει το πάνω χέρι. Μέχρι να συνειδητοποιήσει ότι τίποτα γνώριμο δεν του είναι αρκετό. Κι ότι έπρεπε να καταδυθεί πιο βαθειά, να καταλύσει τα όρια της ίδιας του της σκέψης, του ίδιου τού εαυτού.

«Αν όμως ξύπναγες μια μέρα και δεν αναγνώριζες τίποτα γύρω σου; Αν έπρεπε να εξηγήσεις, στον εαυτό σου πρώτα απ’ όλα, πού είσαι και γιατί; …. Θυμάσαι τους μιγαδικούς αριθμούς; Εκείνο το μαθηματικό σύνολο που δεν είναι τίποτα άλλο από το πάντρεμα των πραγματικών αριθμών με κάποιους που άλλοτε οι άνθρωποι δεν γνώριζαν  κι έτσι τους ονόμασαν φανταστικούς… Κι είναι εδώ δίπλα μας. Η απρόοπτη κι ευλογημένη συνάντηση με τη μέθεξη του φανταστικού που δεν είναι φανταστικό, η περιφρόνηση των ορίων τού κάθε φορά πραγματικού»

 Φαίνεται να μας χρειάζεται ο «εγκλεισμός» κάποιες φορές, ως κατάσταση που μας επιτρέπει να φτάσουμε στα κατάβαθα του εαυτού και να συμφιλιωθούμε, όσο αυτό είναι δυνατό, με όσα μας προκαλούν αναστάτωση μέσα και γύρω μας. Εγκλεισμός με την έννοια της στροφής προς τα σωθικά μας, όσο αυτό μας είναι απαραίτητο για να διώξουμε τη σκόνη του χρόνου, του κάθε χρόνου, της κάθε στιγμής, και να κάνουμε σιγά-σιγά το φως που μπαίνει από τον φεγγίτη να γίνει άπλετο, να γίνει φως που θα πλημμυρίσει το «δωμάτιο».

Ο Χ. ξαπλώνει στο κρεβάτι του πράσινου δωματίου, προσπαθώντας να συγκεντρωθεί σε κάτι που θα τον βοηθήσει. Θα τον βοηθήσει σε τι; Θα τον βοηθήσει να αναγνωρίσει ποιοι είναι οι «δεσμοφύλακές» του και τι πρέπει να κάνει για να του ανοίξουν την πόρτα προς την ελευθερία. Φαίνεται το κρεβάτι του πράσινου δωματίου να παραπέμπει σε ψυχαναλυτικό ντιβάνι –όπου ο κάθε Χ. ξαπλώνει και αναρωτιέται «ποιος είναι», «γιατί είναι εκεί» και «πώς μπορεί να ξεφύγει». Και για να το κάνεις αυτό, περνάς ακριβώς από την διαδικασία που πέρασε ο έγκλειστος Χ. του πράσινου δωματίου. Για να αντιμετωπίσει το παρόν, τον «εγκλεισμό», καταφεύγει σε σκέψεις που αφορούσαν στο παρελθόν, αλλά και σε μια βαθύτερη φαντασίωση για το πώς βλέπει τον εαυτό του στο μέλλον. Το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, όλα μαζί, γίνονται ένα, καμπυλώνονται, για να μας κάνουν να εμβαθύνουμε τη σχέση με τον εαυτό μας και τους γύρω μας.

 Ο Δημήτρης Γράψας έχει καταφέρει όλη αυτή τη μεταμόρφωση μέσα σε λίγες σελίδες. Και την έχει καταφέρει με την ίδια αγωνία που θα είχε ο καθένας και η καθεμία από εμάς σε μια ανάλογη περίπτωση –«εγκλεισμού» ή «ντιβανιού», καμπυλότητας του χώρου και του χρόνου.

Δεν έχω ιδέα αν γράφοντας το βιβλίο στη Λευκάδα είχε στο μυαλό του κάτι από όλα τα παραπάνω. Άλλωστε, μέσα στο βιβλίο αναδεικνύονται κι άλλα πράγματα, όπως η η σχέση μας με την εξουσία και η αδυναμία μας μπροστά στον απόλυτο έλεγχο. Ωστόσο, αυτό που ξέρω -και έχει σημασία- είναι ότι ξεκινάς το βιβλίο και συνεχίζεις να το διαβάζεις μέχρι να τελειώσει, γιατί αγωνιάς να δεις τί θα γίνει τελικά. Πραγματική αγωνία, με καρδιοχτύπι και τέτοια. Το τέλος κάθε μικρού κεφαλαίου σε αφήνει με το σασπένς του τέλους κάθε σκηνής σε ταινία ψυχολογικού θρίλερ. Και το τέλος της ταινίας σε αφήνει με την ανάσα κομμένη και την αίσθηση ότι πρέπει να απλώσουμε πολύ το χέρι για να διώξουμε από τη μέση τη λευκή κουρτίνα που μας χωρίζει από την ελευθερία.

Δημήτρη Γράψα, καλοτάξιδο… 

*κεντρική φωτογραφία: Πίνακας του Ιάπωνα Kazuya Akimoto

 lefki-kourtina

Sorry. No data so far.

Sorry. No data so far.