Η Μουσική, αυτή είναι η ιστορία μας

Ο Μάνος Λοΐζος σαν στάμπα έχει σημαδέψει την ζωή

| 06/09/2017

«Πλέκω τις κρυφές σας έννοιες σε τραγούδι της ζωής». Με αυτόν τον στίχο ξεκινάω κάθε φορά να ακούω την φωνή του Λοΐζου. Ένα λεπτό και 45 δευτερόλεπτα κρατάει μονάχα και έτσι απλά μπορώ και επιβεβαιώνω την διάσταση μεταξύ ποσότητας και ποιότητας. Κι όμως. Εκτός φαίνεται να βρίσκεται το όνομα του από την μελέτη για την καθοριστική του επίδραση στην σύγχρονη ελληνική μουσική. Ασφαλώς ο ακαδημαϊσμός έχει αισθητικά στεγανά και αγκυλώσεις. Εκδηλώνει ένας είδος υπεροψίας μπροστά στην αισθητική πρόσληψη και εκτίμηση που καταφέρνει αντιθέτως το αυτί μας. Αδιάφορο ωστόσο. Ο αντίκτυπος της τέχνης σπανίως εκφράστηκε σε συγγράμματα. Η μουσική διαπερνάει λόγια, βλέμματα, αισθήσεις, υπομένει τα εμπόδια και διεμβολίζει τον χρόνο. «Η ανυπομονησία των μεγάλων ταξιδιών» δεν μελετιέται και δεν συμπεραίνεται. Το τραγούδι κρύβει μέσα του ζωή. Πολυσυνθετότητα. Ο Μάνος συντρέχει με αυτή. Τις ιστορίες της και το απαύγασμα τους: την Ιστορία. Την ιστοριογραφία δεν την έχει ανάγκη. Απαντούσε πάντοτε με ενός είδους περίεργη στοργή. Πόσο δύσκολο είναι να βρεθεί ευαισθησία στην εποχή μας; Μου δένουν με αλυσίδα το πόδι και αντί να αντιδρώ φθονώ γιατί δεν δένουν και του διπλανού μου. Μια καρδιά ωστόσο χτυπάει: Ο Μάνος, κάποιο πρωινό, έγινε πατέρας.

Δεν μπορώ να γνωρίζω τις αναμνήσεις ανθρώπων που βρέθηκαν δίπλα του. Δεν προσπαθώ να εκφράσω κάτι νέο. Μονάχα ένα χρονοφαγωμένο αντίτυπο των «τραγουδιών του δρόμου» με πρόσμενε κάθε πρωί πάνω στο πικάπ. Άφηνα να μου διηγείται τις σκέψεις του και να μου θέτει ερωτηματικά. Άλλου τύπου αξίες: ο «δρόμος» στην χώρα αυτή είχε πάντοτε μια ερμηνεία. Βαμμένος με αίμα και μπογιά και ανθρώπους που φοβισμένα κοιτάζουν πίσω τους μην και τους ακολουθεί κανείς. Ο Μάνος, κάποιο πρωινό, έγινε υπομονή.

Λοίζος

Ήταν 21η Απρίλη του 1967 όταν είχε προγραμματιστεί να παρουσιαστούν τα «Νέγρικα». Επικίνδυνη ασφαλώς ενέργεια. Το να μετατρέπεις τα 10.000 χιλιόμετρα που αναλογούν ανάμεσα σε ένα λιμενεργάτη του Πειραιά και του Τζο στις μπαμπακοφυτείες της Βιρτζίνια, ανάμεσα στον κυνηγημένο από την χούντα με τις κυνηγημένες από το FBI Davis και Assatta σε μια στροφή ενός μουσικού δίσκου είναι πράξη πρώτα από όλα ηθικής και πολιτικής κλίμακας. Η μουσική έλεγε κάποιος «δεν είναι μόνο για να συνοδεύει τον χορό, μα και για να υποδαυλίζει εξεγέρσεις». Ο Μάνος Λοΐζος είχε το μεράκι να είναι υποδαυλιστής. Και απαγορεύτηκε. Εφτά χρόνια αργότερα βρισκόταν σε ένα παράθυρο απέναντι από την κατεδαφισμένη πόρτα του Πολυτεχνείου. Είχε πυροδοτηθεί η φυσική εξέλιξη των πραγμάτων. Τα μάτια του δεν γνωρίζω αν δάκρυζαν ή αν χαμογελούσαν. Πόσο σημασία έχει; Τα μάτια του ήταν ωστόσο εκεί. Κατέγραφαν. Με την κιθάρα του και τον Ναζίμ Χικμέτ συντροφιά κατέγραφαν. Με τον Τσε συντροφιά περιδιάβαιναν στις εισόδους της Αβάνας και της Πατησίων. Μια πόλη, ο κόσμος ολόκληρος τρανταζόταν συθέμελα. Ο Μάνος, κάποιο πρωινό, έγινε σύντροφος.

Λίγα τραγούδια του έχουν στους στίχους την υπογραφή του. Κι όμως ποιος το γνωρίζει τούτο; Και πόση σημασία έχει; Κάτι είχε ωστόσο το άγγιγμα του και τα αφομοίωνε ως δικά του. Η χειραψία του μάλλον θα ήταν σφιχτή και ειλικρινής. Λαϊκή. Τόσο που να δικαιούται να έχει τους ανθρώπους της εποχής μας συντροφιά και ταυτόχρονα να ρίχνει μερικούς «μες στην χάψη, δεμένους με τα χέρια πίσω».

Η τέχνη είναι μια ανάσα ελευθερίας των ανθρώπων και των λαών. Από τις λίγες στιγμές ξεκάθαρης, ακλόνητης και αδιαμεσολάβητης ελευθερίας μέσα στο γενικευμένο πλαίσιο ασφυξίας, χειραγώγησης και καταπίεσης. Είναι μια συνθήκη ζώντων ανθρώπων. Το πιστεύω πως καλλιτέχνες είμαστε όλοι μας. Γι’ αυτό και μπορούμε και γνωρίζουμε τον Μάνο. Γιατί είναι από την ίδια φάρα με εμάς. Βαριανασαίνει, ξεφυσάει, φοβάται, σκέφτεται. Εξεγείρεται. Σαν να τον ακούω δίπλα μου σε ένα καφενείο ενώ γύρω μου πέφτουν σφαίρες. Τα λόγια του μια κορνέτα και ενα ακορντεόν. Ουρλιάζει δυνατά. Εμποδίζει τον φασισμό. Τα λόγια του ένα γράμμα προς τους αγαπημένους. Γύρω μας πέφτουν σφαίρες και ο Μάνος, κάποιο πρωινό, έγινε χαμόγελο.

Μου δείχνει ένα μυρμήγκι. Κοίτα μου λέει πως σκάβει και ξανασκάβει.

Έπειτα μου δίνει φωτιά. Κάποιο πρωινό, έγινε το τσιγάρο μου.

Ένα βλέμμα του στοργής σπιθίζει και σήμερα. Πυρκαγιές πιάνουν σε όλο το ξερό τοπίο του παλιού κόσμου. Κάτι ακούγεται πως ήταν κομμουνιστής. Ο Μάνος, κάποιο πρωινό, έγινε η ιστορία μας._


Γεννημένος το 1984 στην Λάρισα, εγκλωβισμένος για κάποια χρόνια στην Ιταλία, αντί να μάθει να ξυπνάει στις αίθουσες δικαστηρίων έμαθε να βρίσκεται στις αίθουσες κινηματογράφου καθώς και πίσω από φωτογραφικές μηχανές. Έκτοτε γράφει για ταινίες και για σινεμά (καθώς και για ό,τι άλλο σκέφτεται) και φωτογραφίζει για φωτορεπορτάζ και για ευχαρίστηση. Είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης (ΠΕΚΚ) και της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Κριτικών Κινηματογράφου (FIPRESCI).