Η Μουσική, αυτή είναι η ιστορία μας

Ο Μάνος Λοΐζος σαν στάμπα έχει σημαδέψει την ζωή

loizos_afieromeno_eksairetika_2014_07_001
Γράφει ο Χρήστος Σκυλλάκος - ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ, Μουσική, Σκέψεις - 06/09/2017

«Πλέκω τις κρυφές σας έννοιες σε τραγούδι της ζωής» ακούω κάθε φορά συγκινημένος μέσα σε 1 λεπτό και 45 δευτερόλεπτα και επιβεβαιώνω την διάσταση μεταξύ ποσότητας και ποιότητας. Μια διάσταση που επιβεβαιώνει επίσης το εξής: Λίγες οι επιστημονικές μελέτες και αναφορές για τον Μάνο. Εκτός το όνομα του από την μουσικολογία και την έρευνα για την καθοριστική του επίδραση στην σύγχρονη ελληνική μουσική. Ούτως ή άλλως τα στεγανά της «επιστημονικότητας» πάντα νιώθανε μια υπεροψία, εν είδει τρόμου, μπρος στην αισθητική πρόσληψη και εκτίμηση που καταφέρνει το αυτί μας. Αδιάφορο. Ο αντίκτυπος, σπανίως, εκφράστηκε σε συγγράμματα. Η μουσική διαπερνάει τα χρόνια μέσα από λόγια, μέσα από βλέμματα, μέσα από αισθήσεις, υπομένει τα εμπόδια και τα διεμβολίζει. Τι να καταλάβουν οι μονογραφίες και τα πολυσέλιδα ακαδημαϊκά συμπεράσματα για «την ανυπομονησία των μεγάλων ταξιδιών», καθώς μόνο τη εκλογίκευση της μονοδιάστατης αλήθειας αναπαράγουν, εξοβελίζοντας τις πολυδιάστατες κρυφές έννοιες και της ζωής το τραγούδι. Σε αυτό που κουβαλάμε πάντοτε για να ρυθμίσουμε, να αποσυντονίσουμε και να υπερβούμε το δεδομένο και να κατακτήσουμε το αδύνατο. Ο Μάνος συντρέχει με τις ιστορίες και την Ιστορία και όχι με την ιστοριογραφία. Οι συνάδελφοι του τον αγάπησαν. Οι άνθρωποι να δείτε πόσο. Αποτελούσαν άλλωστε την αγαπημένη του παρέα στην συννεφιασμένη και ηλιόλουστη πραγματικότητα. Η στοργή, σαφώς και δεν καταγράφεται. Επιμένει να επιστρέφει ως νοσταλγία του παρόντος. Και πάνω από όλα: Πόσο δύσκολο, πόσο αδύνατο είναι να βρεθεί ευαισθησία στην εποχή μας; Μου δένουν με αλυσίδα το πόδι και φθονώ γιατί δεν δένουν και του διπλανού μου. Γι’ αυτό και αδυνατεί να είναι κάποιος επαναστάτης, αν δεν είναι ερωτευμένος. Αν δεν γλυκαίνει η καρδιά του. Ο Μάνος, κάποιο πρωινό, έγινε πατέρας.

Τίποτα δεν έζησα από όλα αυτά που καταγράφω, μήτε ανακυκλώνω τις αναμνήσεις ανθρώπων που βρέθηκαν δίπλα του, μήτε κάτι νέο θα πω, μήτε πληροφορίες άγνωστες θα δώσω, μονάχα ένα αντίτυπο των «τραγουδιών του δρόμου» με πρόσμενε κάθε πρωινό πάνω στο πικάπ – και ακριβώς σε αυτή την κατάσταση θα παραμείνω – μη μπορώντας παρά να ακούω σε επανάληψη την προτροπή του πως δεν είναι αναγκαίο «να τον ρωτάω» τίποτα. Μη ρωτώντας απολύτως τίποτα μα αφήνοντας να μου διηγείται ερωτηματικά και ελλειπτικές αξίες, εξέφρασα και εγώ κάποιες κρυφές έννοιες που δεν μοιάζανε διαφορετικές από αυτές των άλλων ανθρώπων. Άλλωστε του κόσμου την κληρονομιά ποιος μπορεί να την αρνηθεί καθώς ο «δρόμος» στην χώρα αυτή είχε πάντοτε μια ερμηνεία; Ούτε αυτοκινητόδρομοι, ούτε αέρηδες, ούτε ψευδαισθήσεις ελευθερίας. Βαμμένοι με αίμα και μπογιά, άνθρωποι που φοβισμένα κοιτάζουν πίσω τους μην τους ακολουθεί κανείς και γυρνώντας σπίτι τους μένουν μπρος στην πόρτα έντρομοι μα σίγουροι για την αθωότητα τους κι ας έρθουν αργά να την χτυπήσουν. Ο Μάνος, κάποιο πρωινό, έγινε υπομονή.

Λοίζος

Ήταν 21η Απρίλη του 1967 όταν είχε προγραμματιστεί να παρουσιαστούν τα «Νέγρικα». Επικίνδυνο. Προφανώς το να μετατρέψεις τα 10.000 χιλιόμετρα ανάμεσα σε ένα λιμενεργάτη του Πειραιά και του Τζο στις μπαμπακοφυτείες της Βιρτζίνια ή τον κυνηγημένο από την χούντα με τις κυνηγημένες από το FBI Davis και Assatta να μοιάζουν με λίγες στροφές δίσκου μακριά είναι πράξη πριν από όλα αγάπης, ηθικής και πολιτικής διάστασης. Η μουσική έλεγε κάποιος «δεν είναι μόνο για να συνοδεύει τον χορό, μα και για να υποδαυλίζει εξεγέρσεις». Έτσι και ο Μάνος Λοΐζος, τι τύχη για τον ίδιο, απαγορεύτηκε για να μην γίνει υποδαυλιστής. Η πυροδότηση της φυσικής εξέλιξης των πραγμάτων, όμως δεν μπορεί να περιοριστεί σε παραγράφους του νόμου και της απαγόρευσης. Εφτά χρόνια αργότερα βρισκόταν σε ένα παράθυρο απέναντι από την κατεδαφισμένη πόρτα του Πολυτεχνείου. Τα μάτια του δεν γνωρίζω αν δάκρυζαν ή χαμογελούσαν. Πόσο σημασία έχει; Τα μάτια του ήταν εκεί και κατέγραφαν την Ιστορία. Με την κιθάρα του και τον Ναζίμ συντροφιά κατέγραφαν. Με τον Τσε συντροφιά στεκόταν όρθιοι μπρος στις εισόδους της Αβάνας και της Πατησίων. Μια πόλη, ο κόσμος ολόκληρος τρανταζόταν συθέμελα. Ο Μάνος, κάποιο πρωινό, έγινε σύντροφος.

Μονάχα εφτά τραγούδια του, έχουν την υπογραφή του στους στίχους. Κι όμως ποιος το γνωρίζει τούτο; Κοιτάξτε πως γίνεται μα όλα τα τραγούδια του έχουν το χειροποίητο άγγιγμα του. Η χειραψία του, μάλλον, ήταν σφιχτή, ειλικρινής. Έτσι λαϊκή όπως όλα τα τραγούδια του. Τα σύνορα, εξάλλου, διακρίνονται μόνο στους πολιτικούς χάρτες. Οι μαύροι στέλνουν τα μπλουζ τους δίχως τελωνεία με μπουζούκι στην Αθήνα. Και κάποιοι τρέμανε μπρος σε αυτή την παραφορά, αυτή την αμαρτία, αυτή την βλασφημία. Σηκώνει τους ώμους, γράφει κι άλλα τραγούδια και φεύγει νωρίς, μην κάνοντας την χάρη σε κανέναν, μα «ρίχνοντας τους μες στην χάψη, δεμένους με τα χέρια πίσω». Ασυμβίβαστος. Παιδί που χαμογελάει διότι τα κατάφερε. Όπως οι ακαδημίες που λέγαμε, έτσι και οι «πολιτικώς ορθοί» τι να καταλάβουν πως γίνεται «η καρδιά του αντιχτυπά και στο πιο μακρινό αστέρι»; Ο Μάνος, κάποιο πρωινό, έγινε αξιοπρέπεια.

Μάνος-Λοΐζος

Η τέχνη είναι μια ανάσα ελευθερίας των ανθρώπων και των λαών. Από τις λίγες στιγμές ακλόνητης και αδιαμεσολάβητης ελευθερίας, μέσα στην καταπίεση, που έχει ο άνθρωπος για να εκφράσει στο παρόν του μα και στους αιώνες, στους φίλους του και κυρίως στους εχθρούς του πως παραμένει ολοζώντανος μπρος στους επαγγελματίες νεκροθάφτες που θέτουν «κάτω από το χώμα την γιορτή». Ό,τι πιο όμορφο, αυτό. Οι καλλιτέχνες ανασαίνουν όπως όλοι μας αλλά δεν ντρέπονται να βαριανασάνουν, να ξεφυσήσουν και να το δείξουν, να το δηλώσουν. Η φωνή του Μάνου, μια πολυπόθητη ανάγκη. Αυτή η ανθρώπινη ανάσα που επιζητά το δικαίωμα της να υπάρξει. Με κάθε τρόπο. Ανεμπόδιστα και ανεξάντλητα. Σαν να τον ακούω πάντα δίπλα μου να μου μιλάει σε ένα καφενείο ενώ γύρω μου πέφτουν σφαίρες, ενώ γύρω μου όλοι είναι σκεπτικοί και φοβισμένοι, ενώ ο ήλιος κάθε μέρα βιάζεται να ανατείλει. Οι κουβέντες του μια ευφυής και ευγενική σύνθεση γενικευμένης συλλογικότητας. Μια δημοκρατική αντίστιξη. Μια πολύπλοκη απλότητα που κάποια στιγμή θα ξανακαταλάβουμε. Η κορνέτα, πότε άλλωστε, σίγησε από το να ουρλιάζει όλο και πιο δυνατά; Το ακορντεόν από το να εμποδίζει τον φασισμό; Το γράμμα από το να στέλνεται στους αγαπημένους; Ο Μάνος, κάποιο πρωινό, έγινε χαμόγελο.

Το ξαναλέω: Ό,τι καταγράφω δεν το έχω ζήσει. Υπάρχουν άλλοι που ξέρουν σωστότερα, καθώς έβγαινε στα φεστιβάλ, ξεστομίζοντας τραγούδια της φωτιάς. Πως χαμογελούσε, πως δάκρυζε, πως μάλωνε, πως εξοργιζόταν, πως πάλευε, πως συμβιβαζόταν, πως ξύπναγε, πως ζούσε, πως πέθανε. Εγώ δεν ξέρω τίποτα πέρα από την φαντασία μου, πέρα από αυτό που θα ήθελα να ζήσω. Ωστόσο, μιλώ για αυτόν διότι του νιώθω υπόχρεος. Ο Μάνος τα κατάφερε θεσπέσια να με κρατήσει μέσα στα χρόνια περιορισμένο μέσα στην ελευθερία ενώ αντιθέτως όφειλα να νιώθω ελεύθερος χωμένος στο αυλάκι που σαν μέρμηγκας σκάβω και ξανασκάβω. Ο Μάνος ερμήνευε τον κόσμο με ένα εντελώς αντίθετο τρόπο από όλους τους «αντίθετους». Ο Μάνος, κάποιο πρωινό, έγινε το τσιγάρο μου.

Ένα βλέμμα του στοργής σπιθίζει σήμερα και πυρκαγιές πιάνουν σε όλο το ξερό τοπίο του παλιού κόσμου. Άσβεστη. Κάτι ακούγεται πως ήταν κομμουνιστής. Ο Μάνος, κάποιο πρωινό, έγινε η ιστορία μας._