Μακεδονία: ένα κράτος χωρίς όνομα

Ένα πεδίο σύγκρουσης εθνικισμών και διεκδίκησης του ιστορικού παρελθόντος

| 19/01/2018

Το λεγόμενο “μακεδονικό” ή αλλιώς “σκοπιανό”, δηλαδή το ζήτημα του αυτοπροσδιορισμού εκείνου του κράτους “χωρίς όνομα” που βρίσκεται στα βόρεια σύνορα της Ελλάδας, εντάσσεται στα λεγόμενα εθνικά θέματα. Αναδείχτηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν μετά τη διάλυση της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας, τα διάφορα κρατίδια που την συναποτελούσαν αποφάσισαν να ανεξαρτητοποιηθούν. Έτσι, η Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας αποφάσισε -τι άλλο;- να μετασχηματιστεί σε Δημοκρατία της Μακεδονίας. Το ελληνικό κράτος αντέδρασε με έναν πρωτόγνωρο τρόπο θεωρώντας ότι μια τέτοια κίνηση συνιστά εθνική απειλή. Η αλήθεια είναι πως ο μακεδονικός εθνικισμός κυριάρχησε στο νέο κράτος που αναζητούσε μια νέα πολιτική και ιστορική ταυτότητα. Οπότε οι έλληνες μακεδονομάχοι μπορούσαν εύκολα να βρουν πατήματα σε εθνικές προκλήσεις και απειλές των συνόρων μας. Αυτό που συνέβη είναι ότι ο μακεδονικός εθνικισμός έκανε το εξής όχι και τόσο πρωτόγνωρο για εθνικισμό: έκλεψε τμήμα της ιστορίας από τον ελληνικό εθνικισμό ή, αλλιώς, οι δύο εθνικισμοί, ελληνικός και μακεδονικός, διεκδικούσαν το ίδιο ιστορικό παρελθόν, συγκεκριμένα το παρελθόν του Μεγάλου Αλεξάνδρου και του αρχαίου μακεδονικού κράτους. Πρόκειται λοιπόν για μια υπόθεση που λίγο σχετίζεται με πραγματικές απειλές και πολύ περισσότερο αφορά τις εθνικές ταυτότητες όπως αυτές διαμορφώνονται από την οικειοποίηση ιστορικών παρελθόντων. Επειδή σε αυτά τα ζητήματα εθνικισμού δεν είναι ο ορθός λόγος ο οποίος λειτουργεί, αλλά η ιδεολογική πρόσληψη, αντιλαμβάνεται κανείς πως τα ορθολογικά επιχειρήματα δεν έχουν πολλή σημασία. Αποτελεί πάντως ένα ερώτημα με ποιόν τρόπο πρέπει κανείς να προσεγγίσει αυτό το θέμα. Νομίζω ότι είναι τρία τα επίπεδα πρόσληψης του ζητήματος.

Το πρώτο είναι αμιγώς πολιτικό και αφορά τη συγκυρία, αλλά και τους διεθνείς ιμπεριαλιστικούς θεσμούς. Το “κράτος δίχως όνομα” θέλει να αποκτήσει ένα όνομα για να προσχωρήσει στο ΝΑΤΟ και αργότερα ενδεχομένως στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το ΝΑΤΟ λοιπόν προωθεί έναν συμβιβασμό που θα επιτρέψει την ιμπεριαλιστική ενίσχυσή του με την ενσωμάτωση ενός κρατιδίου που ούτως ή αλλιώς βρίσκεται υπό την άμεση αμερικανική επιρροή. Η αναζήτηση απάντησης σε αυτό το ερώτημα είναι πρώτα πρώτα σωστή επιλογή. Οι λαοί των δύο κρατών δεν έχουν να κερδίσουν τίποτε από μία τέτοια συμμετοχή και πρέπει να σταθούν απέναντι σε κάθε ιμπεριαλιστικό θεσμό και από κοινού να αναπτύξουν ένα αντιμπεριαλιστικό κίνημα. Ωστόσο, όμως, αν κανείς μείνει μόνο σε αυτήν την πλευρά του θέματος, τότε υπάρχει ο κίνδυνος να κλείνει γλυκά το μάτι στον ελληνικό εθνικισμό, γιατί δεν απαντάει στα άλλα μέρη του θέματος που είναι ίσως τα κυριώτερα. Γιατί σε τελική ανάλυση το ερώτημα ποιό είναι το όνομα αυτής της χώρας παραμένει ανοικτό και θα πρέπει να υπάρχει σαφής απάντηση.

Το δεύτερο θέμα αφορά το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού μίας εθνότητας. Είναι αναφαίρετο δικαίωμα κάθε κράτους και κάθε εθνότητας, είτε μας αρέσει είτε όχι, να αυτοπροσδιορίζεται όπως θέλει, αλλά και να πιστεύει ό,τι θέλει για τον εαυτό του και να κουβαλάει όποια ταυτότητα επιθυμεί. Από αυτήν την άποψη, είναι αναφαίρετο δικαίωμα του κράτους χωρίς όνομα να αυτοπροσδιοριστεί ως Μακεδονία και η εθνότητα χωρίς ταυτότητα να αυτοχαρακτηριστεί ως μακεδονική και φυσικά κανένας δεν μπορεί να τους απαγορεύσει να πιστεύουν ότι προέρχονται απευθείας από το αρχαίο μακεδονικό κράτος και τον Μεγαλέξανδρο. Επίσης, όμως, από μία άλλη άποψη είναι αναφαίρετο δικαίωμα κάθε κράτους που αισθάνεται ότι η ιδεολογία μιας γειτονικής χώρας είναι επιθετική να ζητήσει διασφάλιση των συνόρων και ειρηνική συνύπαρξη. Με άλλα λόγια, το θέμα του εθνικισμού της γείτονας χώρας μάς αφορά το ίδιο εξίσου και με τον εθνικισμό της δικής μας χώρας γιατί πολύ απλά οι δύο εθνικισμοί αλληλοσυμπληρώνονται. Συνεπώς, οι λαοί και των δύο χωρών θα πρέπει από κοινού να αναπτύξουν ένα αντιεθνικιστικό και φιλειρηνικό κίνημα, ενώ παράλληλα θα αναγνωρίζουν το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού της κάθε εθνότητας. Και πάλι όμως η ουσιαστική πλευρά του θέματος, δηλαδή η καταγωγή των σύγχρονων Μακεδόνων, παραμένει έξω από τη συζήτηση. Αν αποφασίσουμε να μην εμπλακούμε καθόλου σε αυτήν την συζήτηση πιστεύοντας ότι είναι ένα θέμα που αφορά τους γείτονες μόνο, τότε κλείνουμε το μάτι πάλι και στους δύο εθνικισμούς. Όμως αυτό είναι το πιο σημαντικό θέμα που χωρίζει τις δύο εθνότητες.

Το τρίτο επίπεδο είναι λοιπόν το πιο σημαντικό και αφορά στην ίδια τη συζήτηση για το ποιός είναι πιο πολύ μακεδόνας. Για να απαντήσουμε σε αυτό το ζήτημα χρειαζόμαστε κριτική προσέγγιση του εθνικιστικού φαινομένου γενικά και μετά να το εξειδικεύσουμε σε κάθε εθνότητα-κράτος. Χρειάζεται δηλαδή μιας αποδόμηση συνολικά του εθνικισμού. Και αυτή η αποδόμηση θα πρέπει να αφορά και στους δύο εθνικισμούς. Και αφορά και στους δύο γιατί ο μακεδονικός εθνικισμός ουσιαστικά αντιγράφει τον ελληνικό και φτιάχνει ένα έθνος κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση του ελληνικού. Θα έλεγε κανείς ότι κλέβει την εθνικιστική πατέντα που εισήγαγε ο ελληνικός εθνικισμός πρώτος στα Βαλκάνια.

Η απάντηση λοιπόν είναι λίγο σύνθετη. Ξεκινάει από την απλή παραδοχή ότι καμία από τις δύο εθνότητες δεν είναι απευθείας απόγονος της αρχαίας ελληνικής μακεδονικής εθνότητας για τον πολύ απλό λόγο ότι κανένα κράτος, εκτός ίσως από το κινέζικο, ή εθνότητα, εκτός ίσως από την ιαπωνική, δεν έχει μια τόσο παλιά ιστορία απευθείας συνέχειας. Είναι λοιπόν παράλογο και ανορθολογικό να συζητάμε για κάτι τέτοιο.

Από την άλλη όμως στα πλαίσια της ιστορικής διαδοχής των πολιτισμών κάθε εθνότητα ή κράτος της περιοχής έχει το δικαίωμα να αναφέρεται σε παλαιότερους πολιτισμούς που έζησαν στην ίδια περιοχή. Γιατί πολύ απλά αν δεν είχαν συμβεί όλα αυτά έτσι όπως συνέβησαν, σήμερα θα ήμασταν διαφορετικοί. Είμαστε λοιπόν αυτό που είμαστε σήμερα γιατί μεταξύ άλλων κάποτε στο απώτατο παρελθόν φτιάχτηκε το μακεδονικό κράτος. Η πόλη της Θεσσαλονίκης είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας τέτοιας ιστορικής διαδοχής. Αν δεν είχαν μεσολαβήσει κάποιες πολύ σύγχρονες καταστροφές, θα μπορούσε κανείς να βρει χρήσεις στην πόλη με άμεση καταγωγή στην εποχή της αρχαιότητας. Αυτό δεν σημαίνει ότι η πόλη της Θεσσαλονίκης ήταν πάντα ελληνική, τουλάχιστον με τον τρόπο που το εννοεί ο ελληνικός εθνικισμός. Το παρελθόν της όμως καθορίζει το παρόν με διάφορους τρόπους.

Συγκεκριμένα, τόσο το ελληνικό έθνος όσο και το μακεδονικό έθνος είναι πολιτισμικά παιδιά του οθωμανικού ρουμ μιλέτ, του μιλλετ των ρωμιών. Η διαφορά είναι ότι η σημερινή ελληνική εθνότητα ήταν ηγεμονική σε αυτήν την παλαιότερη φαντασιακή κοινότητα του ρουμ μιλλέτ, ενώ η μακεδονική εθνότητα ηγεμονευόμενη. Ο μετασχηματισμός του ρουμ μιλλέτ σε ελληνικό έθνος στις αρχές του 19ου αιώνα γέννησε το βαλκανικό παράδειγμα καθιστώντας παράλληλα τον ελληνικό εθνικισμό πολύ πιο ισχυρό, αφού πάντα το πρωτότυπο είναι πιο καλό και δυνατό. Ο βουλγαρικός εθνικισμός είναι η πρώτη σοβαρή διάσπαση του μετασχηματιζόμενου ρουμ μιλλετ σε ελληνικό έθνος στα μέσα του 19ου αιώνα. Ο μακεδονικός εθνικισμός προέκυψε στις αρχές του 20ου αιώνα συνάμα τόσο ως διάσπαση του ελληνικού όσο και ως διάσπαση του βουλγαρικού εθνικισμού σε μια εποχή έντονου ανταγωνισμού των δύο εθνικισμών, δηλαδή του ελληνικού και του βουλγαρικού, στην περιοχή της οθωμανικής Μακεδονίας (αναφερόμαστε στην ένοπλη σύγκρουση που είναι γνωστή στους έλληνες ως «μακεδονικός αγώνας»).

Ο ελληνικός εθνικισμός ενσωμάτωσε λοιπόν σταθερά στη δική του ιστορική αφήγηση μια σειρά από ιστορικά παρελθόντα, μεταξύ των οποίων και την αρχαία Μακεδονία. Συγκεκριμένα, αυτό έλαβε χώρα περίπου στα 1840 με καταληκτικό έργο την ιστορία του Παπαρρηγόπουλου στα 1850. Πολλοί έλληνες φιλελεύθεροι ιστορικοί της εποχής θεωρούσαν το μακεδονικό κράτος βαρβαρικό και ξένο προς τα άλλα ελληνικά κράτη της αρχαιότητας στα οποία εξαρχής είχε βασιστεί ο ελληνικός εθνικισμός. Ουσιαστικά, είχαν υιοθετήσει, θα έλεγε κανείς, την αντιμακεδονική οπτική μιας μερίδας δημοκρατικών της αρχαίας κλασικής Αθήνας και θεωρούσαν τους αρχαίους μακεδόνες κατακτητές της Ελλάδας. Οι ιστορικοί αυτοί ενέτασσαν τον Φίλιππο και τον Αλέξανδρο στην ίδια κατηγορία κατακτητών με τους ρωμαίους, τους βυζαντινούς και τους οθωμανούς. Η ενσωμάτωση όμως του μακεδονικού αρχαίου κράτους στην ελληνική ιστορία έγινε εφικτή και μάλιστα δέθηκε με ένα πολύ συνεκτικό ιστορικό αφήγημα. Από αυτήν την άποψη, είναι πάντα δύσκολο για άλλους νεότευκτους εθνικισμούς να διεκδικήσουν κάτι που έχει πατενταριστεί ήδη εθνικά και μάλιστα από ένα πολύ πιο ισχυρό πολιτικά και πολιτισμικά έθνος κράτος, όπως το ελληνικό στην περιοχή των Βαλκανίων και της Ευρώπης.

Εξάλλου, υπάρχει μία δόση πραγματικής σχέσης με την έννοια της διαδοχής πολιτισμών ανάμεσα στο ρουμ μιλλέτ και της αρχαίας ελληνιστικής ανατολής. Το ρουμ μιλλέτ είναι ο κληρονόμος του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους, δηλαδή το βυζαντινό κράτος, το οποίο είναι κληρονόμος του ελληνιστικού πολιτισμού ο οποίος συγκροτήθηκε μέσα από την επέκταση του αρχαίου μακεδονικού κράτους και την χρήση της αττικής διαλέκτου. Από αυτήν την άποψη, ο ελληνικός εθνικισμός ως βασικός κληρονόμος της παράδοσης του ρουμ μιλλέτ με μία έννοια βρίσκεται σε μια πιο ευνοϊκή θέση να επινοεί μια αφήγηση ιστορικής συνέχειας.

Η μακεδονική εθνότητα χρειάζεται να κάνει μερικά ιστορικά άλματα καθώς πρέπει να επινοήσει το πάντρεμα της αρχαίας μακεδονικής εθνότητας με τους νεότερους σλάβους που ήρθαν στην περιοχή. Το επιχείρημα αυτό βασίζεται σε μια βιολογική-πολιτισμική πρόσληψη της συνέχειας και είναι τόσο σχετικό με την πραγματικότητα όσο και οι αντίστοιχες ελληνικές απόψεις, αυτές δηλαδή που θεωρούν τον σημερινό ελληνικό πληθυσμό της Μακεδονίας απευθείας βιολογικό απόγονο των αρχαίων μακεδόνων. Οι σύγχρονοι μακεδόνες έχουν την ίδια σχέση με το μακεδονικό παρελθόν που έχουν και οι σύγχρονοι έλληνες. Αυτή η σχέση αφορά την κοινή τους προέλευση από το ρουμ μιλλέτ και τη διαδοχή πολιτισμών που οδήγησε στη διαμόρφωση του τουρουμ μιλλέτ. Η διαφορά είναι ότι οι σλαβικοί πληθυσμοί της Μακεδονίας έχουν μια σαφή ιστορική συνέχεια με την περιοχή, κάτι που δεν έχουν οι ελληνικοί πληθυσμοί της Μακεδονίας. Αλλά αυτή η συνέχεια δεν φτάνει μέχρι την αρχαιότητα και επίσης δεν είναι αρκετή γιατί ακριβώς από αυτούς τους σλαβικούς πληθυσμούς προέκυψαν πολλά διαφορετικά έθνη.

Η σύγχρονη μακεδονική ταυτότητα ενισχύθηκε από τον ελληνικό εθνικισμό στις αρχές του 20ου αιώνα ως ιδεολογικό αντίβαρο στον βουλγαρικό εθνικισμό. Οι πληθυσμοί αυτοί δεν ένιωθαν ούτε έλληνες ούτε βούλγαροι, αλλά ντόπιοι, δηλαδή μακεδόνες. Όταν έπρεπε δηλαδή να πάψουν να αυτοπροσδιορίζονται ως ορθόδοξοι ρωμιοί και έπρεπε να αποκτήσουν μια εθνότητα, αισθάνθηκαν ότι δεν ανήκουν σε καμία από τις δύο εναλλακτικές που τους προτάθηκαν. Γι’ αυτό ιδρύθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα το μακεδονικό κομιτάτο δημιουργώντας τον μακεδονικό εθνικισμό. Την περίοδο του μεσοπολέμου το ελληνικό κράτος ενίσχυσε αυτό το αίσθημα μακεδονικής ταυτότητας στο βαθμό που δημιουργούσε στον ντόπιο σλαβικό πληθυσμό αντιβουλγαρικά συναισθήματα. Παράλληλα, όμως, αντιμετώπισε τη μακεδονική μειονότητα ως τμήμα του ελληνικού έθνους και προσπάθησε να την ενσωματώσει με τον τρόπο που είχε γίνει πιο πρόσφατα στον ρουμανοβλάχικο πληθυσμό και πιο παλιά στον αλβανόφωνο πληθυσμό. Μπορούσαν να είναι έλληνες μιλώντας τα μακεδονικά ως δίγλωσσοι μέχρι αυτό το πρόβλημα να εξαλειφθεί και να εξελληνιστούν πλήρως. Εξάλλου, η εθνική συνείδηση πάντα είναι θέμα επιλογής.

Για αυτό το λόγο, το ελληνικό κράτος αντιμετώπισε ως προδοσία τα αιτήματα περί αυτονομίας της Μακεδονίας και της Θράκης που προωθούσε το βαλκανικό κομμουνιστικό κίνημα και το ΚΚΕ στην Ελλάδα κυρίως στα 1924 και λιγότερο από το 1927 μέχρι το 1934. Η πιο κρίσιμη στιγμή για τη μακεδονική εθνότητα υπήρξε η περίοδος του εμφυλίου πολέμου. Με την ήττα του δημοκρατκού στρατού ο μακεδονικός πληθυσμός εκδιώχτηκε στην Γιουγκοσλαβία. Εκεί ουσιαστικά συγκροτήθηκε η μακεδονική ταυτότητα με πολιτικά κυρίως χαρακτηριστικά. Σύντομα όμως, η κατάρρευση της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας δημιούργησε την ανάγκη για μία πιο ισχυρή εθνική αφήγηση που να μοιάζει με εκείνη των άλλων γειτόνων και να είναι εξίσου ηρωική.

Κλείνοντας λοιπόν, οι γείτονες έχουν το δικαίωμα να ονομάζονται και να πιστεύουν ό,τι θέλουν για τον εαυτό τους. Το ίδιο και οι έλληνες. Είναι όμως υποχρέωση και δικαίωμα κάθε ορθολογικού ατόμου και στα δύο κράτη να παλέψει για να διαμορφώσει μέσα στους δύο λαούς αντιεθνικιστικές και διεθνιστικές τάσεις οι οποίες θα αναζητήσουν πιο ορθολογικούς αυτοπροσδιορισμούς. Και αυτό γιατί μια τέτοια διαδικασία είναι προϋπόθεση για την ειρήνη και την ανεξαρτησία και των δύο λαών. Αυτό είναι το καθήκον της σύγχρονης κομμουνιστικής αριστεράς και στις δύο χώρες.

Σήμερα πρέπει να απαντήσουμε τόσο ιδεολογικά όσο και πολιτικά στον ελληνικό εθνικισμό στη χώρα μας. Μετά το 1992 και τα μακεδονικά συλλαλητήρια, η Θεσσαλονίκη βίωσε την πιο σκοτεινή περίοδο της πολύ σύγχρονης εποχής της, με τον εθνικισμό να είναι σχεδόν ιδεολογικός κανόνας και τον εργατικό και λαϊκό πληθυσμό να αντιμετωπίζει τη μεγαλύτερη φτώχια. Σήμερα, η επανάληψη αυτού του μοτίβου μπορεί να επιφέρει πολύ χειρότερες καταστάσεις. Είναι σημαντικό να μην αφήσουμε να κυριαρχήσει στη Μακεδονία και την Θεσσαλονίκη ο μαύρος εθνικισμός, ιδιαίτερα σε μία περίοδο που ο ναζισμός στη χώρα μας αναζητάει τρόπους να σηκώσει κεφάλι και να επανανομιμοποιηθεί μέσα στην κοινωνία. Ήδη αυτό συμβαίνει. Πολλά sites και καλά πατριωτικά, όπως το tilestwra, προβάλλουν τις δράσεις της εγκληματικής οργάνωσης ως πατριωτικές παρεμβάσεις. Τα ΚΤΕΛ Θεσσαλονίκης προσφέρουν εκπτώσεις για να έρθει κανείς και να συμμετάσχει στο συλλαλητήριο. Τουλάχιστον, πρέπει η αριστερά να απαντήσει με αντιεθνικιστικές διαδηλώσεις. Αν δεν δράσουμε τώρα, μετά μπορεί να είναι αργά.