Μετρώντας (χαμένες) ανθρώπινες ζωές

Από το Μάντσεστερ, στο Παρίσι, στην Μόσχα, στη Χομς

ariana-grande-manchester-concert-goers
Γράφει η Ελένη Μαυρούλη - Kοινωνία + Κινήματα, Σκέψεις, ΤΑ ΚΟΙΝΑ - 23/05/2017

Υπάρχει κάτι αφόρητα άρρωστο στο φρικτό μαζικό θάνατο μικρών παιδιών, εφήβων, ανθρώπων όλων των ηλικιών.  Στη συναυλία στο Μάντσεστερ, στον πεζόδρομο στην Νίκαια και στο Μπατακλάν στο Παρίσι, στα σπίτια του Ντονμπάς και στους δρόμους της Χομς, του Κομπάνι,  της Δαμασκού ή της Λαττάκειας, στη Σύρτη της Λιβύης ή στη Ραμάλα και στη Γάζα της Παλαιστίνης, στο μετρό της Μόσχας, στα τρένα της Μαδρίτης και στο αεροδρόμιο στις Βρυξέλλες και στους δίδυμους Πύργους της Νέας Υόρκης.

Υπάρχει κάτι αφόρητα άρρωστο στην ιδέα, στην εικόνα, στην πράξη της διάλυσης ενός σώματος από τα εκρηκτικά που κουβαλά σε κομμάτια – φονιάδες για όποιον βρίσκεται γύρω του. Στον προγραμματισμό της έκρηξης ενός μηχανισμού έτσι ώστε να σκοτώσει τον μέγιστο αριθμό ανίδεων ανθρώπων που έτυχε απλώς να βρίσκονται σε έναν χώρο. Στον βομβαρδισμό μιας κατοικημένης περιοχής, στην ισοπέδωση μιας πόλης, στην εξαΰλωση της ζωής εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, στην μετατροπή τους σε αριθμούς, σε πηχιαίους τίτλους, σε μικρά γράμματα, σε βουβούς εφιάλτες. Στο να αντιλαμβάνεται κανείς ως εκδίκηση σε ένα έγκλημα τη διάπραξη ενός μεγαλύτερου εγκλήματος.

Δεν υπάρχει, δεν μπορεί να γίνει συμψηφισμός.  Γιατί ο πόνος, ο θάνατος και το αίμα δεν συμψηφίζονται. Οι μανάδες όλου του κόσμου θρηνούν το ίδιο τα παιδιά τους. Τα ορφανά παραμένουν ορφανά όπου και αν βρίσκονται. Η κατεστραμμένη ζωή είναι κατεστραμμένη ζωή: το κομμένο χέρι, κομμένο χέρι. Ο φόβος είναι το ίδιο εκείνο πρωτόγονο συναίσθημα που κατακλύζει το μέσα σου, σε παγώνει, σε ακινητοποιεί, εξωτερικά και εσωτερικά, και τελικά σε αποκλείει από το γύρω σου, από τον άλλο: φόβος για τον άλλον. Ο τρόμος δεν έπαψε ποτέ να είναι ένα από τα καλύτερα, αν όχι το καλύτερο, εργαλεία μαζικής επιβολής και υποταγής, συλλογικής σιωπής και ανεξέλεγκτης εξουσίας. Η βαρβαρότητα παραμένει, αιώνες τώρα, ύψιστο όπλο χειραγώγησης.

Υπάρχει, όμως, κάτι αφόρητα άρρωστο και στον τρόπο που ο θάνατος μπαίνει στα σπίτια μας. Μέσα από οθόνες, τηλεόρασης ή τάμπλετ. Ένας θάνατος θέαμα.  Μια απώλεια σόου. Χωρίς συνέχεια. Χωρίς παρελθόν, χωρίς αίτια, χωρίς ενόχους πέρα από τους προφανείς, χωρίς αύριο. Χωρίς καν το επόμενο λεπτό που ο «χειριστής» της είδησης θα σε βομβαρδίσει με τα νεότερα από το Survivor. Θα κλείσεις τα μάτια, και ο θρήνος θα χαθεί. Μέχρι την επόμενη έκρηξη, το επόμενο μακελειό. Κατά προτίμηση η είδηση να έρχεται από μια μεγάλη καπιταλιστική ανεπτυγμένη χώρα. Κυρίως από τη Δύση.

Υπάρχει κάτι αφόρητα άρρωστο όταν εκφράζουν θλίψη εκείνοι που κλείνουν συμφωνίες εκατομμυρίων για όπλα με χώρες που απαγχονίζουν στην μέση του δρόμου, εκείνοι που αιματοκυλούν δεκάδες άλλες περιοχές και πανηγυρίζουν για τους θανάτους άλλων. Εκείνοι που χρησιμοποιούν τον τρόμο των υπερδύναμων στρατών τους κατά λαών, που χαρακτηρίζουν «δικαιοσύνη» και «έννομο συμφέρον και προστασία» το ξεκλήρισμα άλλων ανθρώπων.

manchester

Υπάρχει κάτι αφόρητα άρρωστο στο να διαχωρίζεται ο θάνατος σε σημαντικό και ασήμαντο. Σε «απώλειες» κατά δεκάδες εκεί που ο πόλεμος έχει γίνει καθημερινότητα, που τα σφαλιστά παιδικά μάτια δεν αξίζουν ειδησεογραφικής προβολής και χρόνου. Εκεί που δεν χρειάζεται καν επόμενη είδηση από το survivor, για να κοιμηθούμε ήρεμοι το βράδυ. Εκεί που σαν να ήταν πάντα έτσι και να μην υπήρχε ποτέ κανονική ζωή. Μια κανονική ζωή σαν τη δική μας δηλαδή.  Μια τόσο εύθραυστη κανονική ζωή.

Υπάρχει κάτι αφόρητα άρρωστο στον τρόπο που η πραγματικότητα σπάει σε μικρά κομμάτια, σε ένα παζλ που δεν λέει με τίποτε να σχηματιστεί.  Στην επιμονή με την οποία γίνεται προσπάθεια να διατηρηθεί κατακερματισμένη αυτή η εικόνα. Να προβληθεί μόνο μία πλευρά. Να κρυφτούν όλες οι άλλες. Σαν να υπάρχει μόνο η αρεστή πραγματικότητα. Στη λύσσα με την οποία παρουσιάζονται η επιπλέον καταστολή, η ακόμη λιγότερη ελευθερία, ο περαιτέρω εξευτελισμός της ανθρώπινης υπόστασης, η μεγαλύτερη εξαχρείωση μέσα από το ολοένα μεγαλύτερο χάσμα πλούτου – φτώχειας,  ισχυρών – αδύναμων, αφεντικών και εργαζόμενων  – δούλων, ως τα απαραίτητα «αντίδοτα» στο τέρας που αυτά γέννησαν.

Υπάρχει κάτι αφόρητα άρρωστο σε ένα σύστημα που μετρά την ευημερία και την ασφάλεια επί πτωμάτων (συμβολικών και πραγματικών) και επί αποκτηνωμένων ανθρώπων. Που  έχει ως μέτρο ύπαρξης το κέρδος και την ισχύ των λίγων. Που δεν νοιάζεται  εξίσου για τα παιδιά στο Μάντσεστερ με αυτά στη Λιβύη ή στη Νιγηρία, με αυτά που θάβονται δουλεύοντας πριν καν περπατήσουν καλά καλά  στα αφρικανικά ορυχεία, στα παράνομα υφαντουργεία στο Μπαγκλαντές, στις φαβέλες της Βραζιλίας. Που δεν νιώθει τον ίδιο αποτροπιασμό, τον ίδιο πόνο. Που υποκρίνεται απροκάλυπτα και εκμεταλλεύεται ασύδοτα.  Υπάρχει κάτι βαθιά, αφόρητα άρρωστο στον καπιταλισμό. Και πρέπει να τελειώνει ΤΩΡΑ!