Γιατί ερωτευόμαστε;

Μια απόπειρα φιλοσοφικής προσέγγισης του έρωτα

Γράφει: Δημήτρης Κεχρής - ΕΥ/ΔΑΙΜΟΝΙΑ, Ιδέες + Φιλοσοφία, Κείμενα - 11/07/2014

Όσο λιγότερο σκεφτόμαστε τον έρωτα, τόσο πιο αυτονόητος μας φαίνεται.
Όταν όμως, αρχίζουμε και στύβουμε το μυαλό μας για να τον καταλάβουμε, τότε πέφτουμε στο καζάνι του διαβόλου.

 Patrick Suskind

Γιατί ερωτευόμαστε; Προϋπάρχει του έρωτα κάποια ανάγκη να ερωτευθούμε; Ποια είναι η προέλευση και ποιος ο σκοπός του έρωτα; Ο έρωτας συνδέεται άρρηκτα με κάποια αντικειμενική μοναδικότητα του προσφιλούς προσώπου; Η ομορφιά γεννά τον έρωτα ή ο έρωτας την ομορφιά; Η αφετηρία ενός έρωτα θεμελιώνεται υποχρεωτικά στην άγνοια; Οδηγεί ο έρωτας στην ευτυχία και αν ναι, πώς γίνεται να θεωρούμε ως  ύψιστη ευτυχία κάτι που μας αποβλακώνει και φέρνει στο προσκήνιο το χειρότερο, βάναυσο και κτηνώδη εαυτό μας;

 Από τις απαρχές του πολιτισμού ο άνθρωπος με ελάχιστα ζητήματα ασχολήθηκε τόσο διαχρονικά και επίμονα όσο με τον έρωτα και όλες τις παραλλαγές, τα στάδια, τις αποχρώσεις, τις συνέπειες, την ηδονή και την οδύνη που είναι συνυφασμένα με αυτόν. Επιχειρώντας όμως, να προσεγγίσουμε φιλοσοφικά τον έρωτα, οφείλουμε εξ΄αρχής να ομολογήσουμε ότι ενυπάρχει σε αυτόν μια υψηλού βαθμού εγγενής απροσδιοριστία που τον καθιστά δομικά εχθρικό σε οποιαδήποτε τέτοιου είδους ανάλυση.

 Επιδιώκοντας, ωστόσο, την κατανόηση του ζητήματος στα πλαίσια που αυτή η απροσδιοριστία μας επιτρέπει, δεν μπορούμε αρχικά παρά να αναγνωρίσουμε τον κεντρικό ρόλο που διαδραματίζει στον έρωτα η σεξουαλική ενόρμηση, καθώς ο έρωτας δεν αρκείται απλά σε ένα ρομαντικό αίσθημα, αλλά απαιτεί τη σαρκική ένωση. Στηριζόμενοι στην (ρηξικέλευθη για την εποχή της) αντίληψη του Schopenhauer επί του θέματος, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι αυτό συμβαίνει, επειδή όποιες και αν είναι οι μορφές έκφρασης,  η ουσιώδης αρχή κάθε ερωτικού πάθους εδράζεται στην αναπαραγωγική ορμή του είδους. Η κινητήριος δύναμη κάθε ερωτικής επιχείρησης είναι ο σχεδιασμός της επόμενης γενιάς. Εξ ου και εκείνο το αίσθημα συμπληρώματος το οποίο τείνουν να προκαλούν οι ερωτικές προτιμήσεις, καθώς  ο καθένας αναζητεί στον άλλον τις ιδιότητες εκείνες που του λείπουν ή τις ατέλειες που είναι αντίθετες από τις δικές του. Πρόκειται για τη σταδιακή διόρθωση ενός γενετικού δρομολογίου.

 Φυσικά ο έρωτας δεν ισοδυναμεί απλά και μόνο με μια κοινή συνουσία μεταξύ ζώων. Αν η προσέγγισή μας σταματούσε εκεί, δεν θα επαρκούσε να απαντήσει σε δύο σοβαρές ενστάσεις. Η πρώτη ένσταση προκύπτει από την ύπαρξη μη τεκνοποιητικών χρήσεων του σεξ. Και η δεύτερη και σημαντικότερη αφορά αυτό που χαρακτηρίζει κάθε έρωτα, την εμμονική προσκόλληση δηλαδή του υποκειμένου, αποκλειστικά και μόνο σε ένα πλάσμα, η απόκτηση του οποίου συνιστά την απόλυτη ευτυχία και η απώλεια του οποίου συνοδεύεται με ανείπωτο πόνο που μπορεί να οδηγήσει στην τρέλα ή την αυτοκτονία, κάτι που δεν συναντάται στο υπόλοιπο ζωικό βασίλειο. Οι απαντήσεις και στις δύο αυτές ενστάσεις βρίσκονται σε μια διαλεκτική αντιμετώπιση της ανθρώπινης ύπαρξης (στην οποία εκτός από τα ένστικτα, υπάρχει και η νόηση, ως δυνατότητα της ύλης η οποία έχει φτάσει σε υψηλά επίπεδα πολυπλοκότητας) ιδωμένης μάλιστα στο πλαίσιο των εκάστοτε κοινωνικοϊστορικών συνθηκών. Η μεγάλη υπεροχή της νοημοσύνης στον άνθρωπο εξηγεί γιατί έχει λιγότερα ένστικτα  από τα ζώα και γιατί τα ίδια ένστικτα με τα οποία είναι προικισμένος είναι περισσότερο επιδεκτικά εκτροπής. Είναι δεδομένο ότι η ανθρώπινη φυσιολογία (και ειδικά η γυναικεία) προσφέρει στο είδος μας τη δυνατότητα να επιδίδεται στη σεξουαλική πράξη απλά και μόνο προς άντληση ηδονής, πέρα από το σκοπό της αναπαραγωγής. Ωστόσο, χάρη στην υπέρμετρη διανοητικοποίησή του ο άνθρωπος και συνεργούντων των διαφόρων αντιλήψεων που αποτελούν προϊόντα των κοινωνικών σχέσεων, μπορεί να εκτρέψει  σε πολύ μεγάλο βαθμό τη σεξουαλικότητά από την ειδοποιό της χρήση και να επενδύσει την ερωτική λαχτάρα (καθώς και το αντικείμενο που συνδέεται με αυτήν) με ένα σωρό ιδιότητες που εν πολλοίς έχουν χαρακτήρα φαντασιακό και προέρχονται από το σύμπαν των ψευδαισθήσεων, των ονείρων, των φαντασμαγοριών, είναι άλλοτε οπτικές, άλλοτε αισθησιακές, άλλοτε συναισθηματικές, συνοδεύουν και επεκτείνουν την ηδονή, αλλά ταυτόχρονα συσκοτίζουν το γεγονός ότι η διάσταση της επιδίωξης της απόλαυσης, που όντως εμπεριέχει η σεξουαλική πράξη, αποτελεί φυσική μεν αλλά όχι αναγκαία επιθυμία.

 Όσον αφορά τη δογματική προσήλωση του ερωτευμένου σε ένα αντικείμενο, μπορούμε, καταρχήν, να ανιχνεύσουμε και πάλι το βασικό ρόλο της δύναμης του είδους. Η έκσταση που ένας άνθρωπος νιώθει μπροστά σε συγκεκριμένα αντιπροσωπευτικά δείγματα του είδους του και η οποία του φαίνεται απολύτως ελεύθερη εκδήλωση του προσωπικού του γούστου, είναι στη βάση της μέρος ενός βιολογικού υπολογισμού που εκτελείται ασυνείδητα με σκοπό να διορθώσει κατά το δυνατόν τα ελαττώματα της δικής του ανατομίας ή να διαιωνίσει τα καλύτερα χαρακτηριστικά του, ένας στιγμιαίος υπολογισμός και η άμεση αναγνώριση της βέλτιστης επιλογής για τη διαιώνιση του ανθρώπινου είδους, μεταξύ των εκατομμυρίων πιθανοτήτων που διαγράφονται για τις μελλοντικές γεννήσεις με κριτήριο την προφύλαξη από τη βιολογική παρακμή. Όταν σε ένα συνειδητοποιημένο άτομο το ένστικτο του έρωτα εξειδικεύεται στο πρόσωπο ενός συγκεκριμένου ατόμου έχουμε στην ουσία τη θέληση για ζωή που λαχταράει να ζήσει μέσα σε ένα νέο ον  με επακριβώς προσδιορισμένη φύση.

 Η θέληση του ανθρώπου έχει υποταχθεί στη θέληση του είδους και το πάθος είναι πιο δυνατό όσο πιο εξατομικευμένο είναι, φτάνοντας σε μια τέτοια ένταση που αν δεν ικανοποιηθεί, μπορεί να οδηγήσει στην τρέλα ή στην αυτοκτονία, επειδή η οδύνη ολόκληρου του είδους ασφυκτιά στα στενά στήθη ενός θνητού. Ταυτόχρονα θα λέγαμε (συνεχίζοντας τη διαλεκτική προσέγγιση) πως σε μεγάλο βαθμό σε έναν κεραυνοβόλο έρωτα, η νόηση και συγκεκριμένα η φαντασία ενός ανθρώπου, του ενσταλάζει την ψευδαίσθηση ότι η φυσιολογική αναπαραγωγική ανάγκη μπορεί να πραγματωθεί στην πληρότητά της με ένα συγκεκριμένο ταίρι μέσω της κατάκτησης του οποίου θα αποκτήσει νόημα η ύπαρξή του. Καθιστώντας αυθαίρετα και αξιωματικά ο ερωτευμένος το αντικείμενο του πόθου του ως φορέα νοήματος, αναστέλλει προσωρινά τη δυνατότητά του να ανιχνεύει ψεγάδια και έτσι δημιουργεί ένα πλάσμα (που στην πραγματικότητα δεν υπάρχει) προικισμένο με ένα σωρό χαρίσματα που δεν είναι τίποτα περισσότερο από προβολή των επιθυμιών του. Ένα μεγάλο ερωτικό πάθος, που γεννιέται γενικά με το πρώτο βλέμμα, δεν είναι δυνατόν να στηρίζεται σε σπάνια πνευματικά χαρίσματα και αντικειμενικές, πραγματικές ιδιότητες, επειδή οι εραστές δεν γνωρίζουν ο ένας τον άλλον.  Και εκεί ακριβώς ξεκινούν τα βάσανα, αφού τα συναισθήματα που μας διακατέχουν δεν πηγάζουν από το αντικείμενο που αγαπάμε, αλλά είναι προϊόν μιας ακραία υποκειμενικής κρίσης και ‘’μόλις το είδωλο που υπηρετούσαμε χαθεί, θα αντικρίσουμε ο ένας τον άλλον όπως πραγματικά είμαστε. Τότε ψάχνουμε με έκπληξη το λατρεμένο αντικείμενο του πόθου και καθώς δεν το βρίσκουμε, φουρκιζόμαστε με αυτόν που έμεινε στη θέση του’’. Εισάγοντας και την παράμετρο των πολιτισμικών συμφραζόμενων και της τεράστιας επιρροής που ασκούν στο άτομο και τη νόησή του δεν θα ήταν εντελώς ακραίο να ισχυριστούμε ότι σε ένα βαθμό ο έρωτας και όλα τα στοιχεία που τον συνοδεύουν, όπως η ζήλια, ο εγωισμός, η απαίτηση αποκλειστικότητας κτλ. συνδέονται με έναν αδιόρατο κομφορμισμό που απορρέει από τις κοινωνικές σχέσεις. Εξ ου και η ρήση του La Rochefoucauld ότι  ‘’υπάρχουν άνθρωποι που δε θα ερωτεύονταν ποτέ αν δεν είχαν ακούσει για τον έρωτα’’.

 Έχοντας λοιπόν, δεχτεί ότι η σεξουαλικότητα ως ανθρώπινη λειτουργία χαρακτηρίζεται από μια οντολογική διάσταση, χωρίς όμως να μας καθιστά εντελώς δέσμιους των ψυχρών υπολογισμών του είδους (αφού επίσης σημαντικό ρόλο παίζει και το πολιτισμικό εποικοδόμημα), έχει ενδιαφέρον να μεταφέρουμε την προσοχή μας στη μορφή που παίρνει το ερωτικό πάθος καθώς και στην ενδεχόμενη ύπαρξη κάποιου σκοπού. Καθώς το ερωτικό πάθος δεν πηγάζει από το αντικείμενο αλλά από το υποκείμενο, όταν ένας εραστής ‘’κατακτήσει’’ την ερωμένη του, η μύχια ανησυχία του δεν ανακουφίζεται καθόλου. Η βασανιστική επιθυμία να κατέχεις ερωτικά τον άλλον δεν μπορεί ποτέ να ικανοποιηθεί ολοκληρωτικά και η σεξουαλική ένωση παρέχει αυτήν την ανακούφιση μόνο στιγμιαία.

 Τρομακτικά διαφωτιστικό επ΄ αυτού είναι το απόσπασμα από το έργο De rerum natura του Λουκρήτιου: ‘’ούτε τα μάτια τους χορταίνουν ατενίζοντας το αγαπημένο σώμα ούτε τα χέρια τους μπορούν να αποσπάσουν κάτι από τα τρυφερά μέλη που με αβεβαιότητα διατρέχουν σε περιπλανώμενα χάδια. Όταν στο τέλος ενωμένα τα μέλη απολαμβάνουν το άνθος της ηλικίας και το σώμα προαισθάνεται τη χαρά που πλησιάζει και η Αφροδίτη προσηλώνεται στο να σπείρει τον κάμπο της γυναίκας, τότε σφίγγονται με λαχτάρα, ενώνουν τα στόματα, ο ένας αναπνέει την ανάσα του άλλου, τα δόντια δαγκώνουν τα χείλη: όλα μάταια, τίποτα δεν μπορεί να αποσπαστεί από εκεί ούτε να διαπεράσει το κορμί και να λιώσει μαζί με το δικό του, γιατί αυτό θαρρείς πως πασχίζουν να κάνουν και αυτή είναι η εμμονή τους. Με τέτοιο πάθος είναι δεμένοι στα βρόχια της Αφροδίτης ενόσω διαλύονται τα μέλη τους από τη βία της ηδονής. Όταν τελικά η συγκεντρωμένη στα νεύρα επιθυμία βρίσκει διέξοδο, έρχεται στο βίαιο πάθος τους μια σύντομη παύση. Ύστερα, επιστρέφει η ίδια τρέλα και η ίδια φρενίτιδα και προσπαθούν να πετύχουν το στόχο του πόθου τους, χωρίς να μπορούν να ανακαλύψουν το φάρμακο που νικά την αρρώστια τους και έτσι βαθιά συγχυσμένοι, υποκύπτουν στη μυστική τους πληγή’’. Σωματικά λοιπόν, η επιθυμία της ένωσης σε σάρκα μία μένει ανεκπλήρωτη, ενώ σε ψυχικό επίπεδο η κατάσταση είναι ακόμα πιο δυσάρεστη. Ο έρωτας έτσι, αποκτά πολεμική διάσταση, μετατρέπεται σε επιθυμία να διαμελίσουμε το σύντροφό μας και συνοδεύεται από ένα μίσος να πληγώσουμε το αντικείμενο του πόθου που στα μάτια μας συνιστά τη συμπύκνωση του ανικανοποίητου και ως εκ τούτου την αιτία της παράνοιας μας. Οι εραστές είναι ‘’καταδικασμένοι αιώνια να καταστρέφουν τη μεταξύ τους αρμονία, να μάχονται μέσα στη νύχτα. Με τίμημα μια αναμέτρηση, ενώνονται μέσα από τις πληγές που ανοίγουν ο ένας στον άλλον’’ μας επισημαίνει ο Nietzsche . Αυτή η μάχη είναι αναγκαστικά χωρίς έλεος, αλλιώς δεν πρόκειται για έρωτα. Και εκεί είναι που οφείλουμε να αναρωτηθούμε, μήπως πίσω από αυτή τη σαρκοβόρο δοκιμασία υποβόσκει κάποιο υπαρξιακού χαρακτήρα διακύβευμα.

Ρητά αποφαίνεται επ΄αυτού ο Jean Paul Sartre. Το απόλυτο διακύβευμα στον έρωτα είναι η ελευθερία. Αυτό που επιθυμούμε να αρπάξουμε μέσα στον έρωτα είναι η ελευθερία του άλλου αυτή καθεαυτή. Πρόκειται για μια μορφή οικειοποίησης πιο σύνθετη από την απλή επιθυμία να κυριαρχήσουμε πάνω σε κάποιον. Αυτό που πραγματικά επιθυμούν οι εραστές είναι να συντρίψουν την ελευθερία του άλλου. Κανένας δεν θα ήταν ικανοποιημένος με έναν έρωτα που θα ήταν απλώς και μόνο το αποτέλεσμα μιας οικειοθελούς δέσμευσης. Έναν έρωτα που δε θα περιέκλειε το παραμικρό ψήγμα συνειδητής ήττας. Ο πόθος είναι πάντοτε πόλεμος ανάμεσα σε δυο ελευθερίες. Θέτει τον εαυτό μου σε κίνδυνο, διακυβεύει την ύπαρξή μου στον υπέρτατο βαθμό. Η κατάσταση όμως, εμπεριέχει μια αντίφαση εκ των πραγμάτων, εφόσον ο εραστής θέλει να αγαπηθεί από ένα ελεύθερο πλάσμα και ταυτόχρονα απαιτεί από αυτό να πάψει να είναι ελεύθερο. Δεν είναι περίεργο λοιπόν, που ο έρωτας λειτουργεί ως μία διελκυστίνδα ανάμεσα σε δύο εναλλασσόμενους πόλους, το σαδισμό και το μαζοχισμό. Στο μαζοχισμό απαρνούμαι την ελευθερία μου προκειμένου να βυθιστώ στην εθιστική ανάγκη του άλλου, διαδικασία που με κάνει να νιώθω ένοχος προς τον εαυτό μου, καθώς συναινώ στην ολοκληρωτική μου αλλοτρίωση, και στον άλλον, καθώς του δίνω την ευκαιρία να νιώσει ο ίδιος ένοχος σφετεριζόμενος την ελευθερία μου. Υποτάσσομαι με σώμα και πνεύμα στον άλλον, που είναι η ζωή μου. Στο σαδισμό καλλιεργώ τη φρίκη της ερωτικής τρομοκρατίας, καθιστώ τον άλλον σκεύος προσωπικής ηδονής, σκοτώνω την αμοιβαιότητα της ερωτικής επαφής. Συμπεριφέρομαι σαν ο χρόνος να είναι όλος δικός μου, ώστε να εδραιώσω την κυριαρχία μου. Διατάζω , εκμεταλλεύομαι, πληγώνω, ταπεινώνω.  Σαδιστής και μαζοχιστής όμως, είναι εξίσου εξαρτημένοι ο ένας από τον άλλον. Πρόκειται για ένα παιχνίδι εξουσίας που τους αντιπαρατάσσει και τους ενώνει ταυτόχρονα. Φυσικά μια τέτοια διαδικασία προσπάθειας σταδιακής αλληλοεξόντωσης είναι εξ΄ορισμου αδύνατον να διαρκεί εσαεί. ‘’Είναι ενάντια στη φύση του έρωτα το να μην είναι βίαιος και ενάντια στη φύση της βιαιότητας το να είναι μόνιμη’’, γράφει ο Montaigne.

Δεν υφίσταται άλλος τομέας της ανθρώπινης δραστηριότητας όπου το άτομο να υποδουλώνεται περισσότερο σε επιδιώξεις που το υπερβαίνουν και ενίοτε το καταστρέφουν. Δεν υπάρχει πιο επώδυνη διαδικασία από την ερωτική απο-γοήτευση, η οποία προέρχεται από τη γνώση του άλλου και παρέχει στο υποκείμενο την επίγνωση ότι ποτέ δεν υπήρξε λιγότερο ο εαυτός του παρά όταν πίστευε ότι ακολουθούσε το ερωτικό του ιδεώδες. Στον έρωτα, σύμφωνα με τον Sartre, ο άλλος είναι αυτός που μου κλέβει το είναι μου. Με το βλέμμα του καρφωμένο πάνω μου να με αξιολογεί ασταμάτητα, οικειοποιείται την ύπαρξή μου, με περιορίζει. Όμως, εξαιτίας αυτού ακριβώς του πράγματος, ο άλλος είναι επίσης εκείνος που με προσδιορίζει και που μου δίνει ύπαρξη, αυτός χάρη στον οποίο υφίσταται μια ύπαρξη που είναι δικιά μου. ‘’Έδώ βρίσκεται το θεμέλιο της χαράς του έρωτα όταν υπάρχει….αισθανόμαστε ότι δικαιολογημένα υπάρχουμε’’. Κλείνοντας λοιπόν, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η μαγική εγγενής απροσδιοριστία, που στέκεται εμπόδιο σε οποιαδήποτε απόπειρα εξαντλητικής φιλοσοφικής ερμηνείας του έρωτα, μπορεί να συμπυκνωθεί στη λακωνική φράση του Cioran ότι ‘’η μεγάλη, η μοναδική πρωτοτυπία του έρωτα έγκειται στο ότι καθιστά την ευτυχία αδιαχώριστη από τη δυστυχία’’.

wallerotas2

Αναφορές:

Φιλοσοφία και σεξουαλικότητα, Συλλογικό, εκδόσεις ΟΞΥ, Αθήνα 2003.

Η μεταφυσική του έρωτα, Arthur Schopenhauer, microMEGA Ροές, Αθήνα 2009.

Οι φιλόσοφοι και ο έρωτας, Aude Lancelin-Marie Lemonnier, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2011.

Ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο, Friedrich Nietzsche, εκδόσεις Πανοπτικόν, Αθήνα 2011.

Το είναι και το μηδέν, Jean Paul Sartre, εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2007.

Νέα Ελοϊζα,  Jean Jacques Rousseau.