Στήλη: SmassingCulture
Κόμικ, sci - fi, κινηματογράφος, υπερήρωες, animation, πολιτική και κοινωνία

Μπάτμαν: Η pop εκδοχή της αναγεννησιακής αντίφασης

Πίσω από την μάσκα του πιο σκοτεινού δυϊσμού στο υπερ-ηρωικό σύμπαν

| 30/10/2018

Ο Μπάτμαν θεωρείται – δικαίως – η πιο σκοτεινή persona του σύμπαντος των χάρτινων, comic, υπερηρώων και ο πιο «αληθινός», ο πιο ανθρώπινος. Διότι δεν έχει καμία υπερφυσική ή μεταφυσική υπερδύναμη. Ούτε καν μια επιστημονικοφανή. Δηλαδή δεν τον τσίμπησε καν ραδιενεργή αράχνη μεταφέροντάς του, μεγεθυμένες, τις δυνάμεις της, όπως συνέβη με τον Spider-Man. Ούτε είναι ένας τυχεράκιας εξωγήινος που στο περιβάλλον της Γης, η φυσιολογία του «απλώς» τον μετατρέπει σε υπεράνθρωπο, όπως ο Superman.

Ο Μπάτμαν βασίζεται στην εξαιρετική φυσική του κατάσταση – αποτέλεσμα εντατικής γυμναστικής – και στην εντυπωσιακή οικονομική του επιφάνεια, την οποία κληρονόμησε (και δεν φαίνεται να κάνει και πολλά για να την αβγατίσει) που του επιτρέπει να δημιουργεί και να εξελίσσει φουτουριστικά gadget, επίγεια και εναέρια οχήματα, τα οποία τον βοηθούν στην αέναη σταυροφορία του εναντίον του εγκλήματος. Ενώ ο δυϊσμός του, αν και βασικό χαρακτηριστικό των περισσότερων υπερηρώων, στον Μπάτμαν – κατά κόσμον ο βαθύπλουτος Μπρους Γουέιν – προκύπτει από την βαθιά του κατάθλιψη λόγω του βίαιου θανάτου των γονιών του, τον οποίο δεν θα ξεπεράσει ποτέ.

Στην πραγματικότητα, ο Μπάτμαν, περισσότερο ακόμη και από «σκοτεινός ιππότης» – όπως παρουσιάζεται – είναι ένας ιδιωτικός ντετέκτιβ, με κάπως εξεζητημένη εμφάνιση, μεγάλα ψυχολογικά ζητήματα και τρελά λεφτά, που του επιτρέπουν να έχει άφθονο ελεύθερο χρόνο.

Ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας δηλαδή.

Τα παραπάνω χαρακτηριστικά είναι, εν πολλοίς, εκείνα που κατέστησαν τον Μπάτμαν έναν εκ των διαχρονικότερων υπερηρώων, απολαμβάνοντας, μέχρι και σήμερα, από το μακρινό 1939 που πρωτοεμφανίστηκε, ανεξάντλητης δημοφιλίας, αναγνωρισιμότητας και εμπορικής επιτυχίας.

Ντα Βίντσι και Ζορό

Το μυαλό, η ψυχή, το δημιουργικό δαιμόνιο πίσω από αυτόν τον ιδιαίτερο χαρακτήρα είναι ο Μπομπ Κέιν, ο οποίος γεννήθηκε στις 24 Οκτωβρίου του 1915, στην Νέα Υόρκη. Την πόλη στην οποία παραπέμπει απευθείας η Γκόθαμ, το νοσηρό αστικό σκηνικό δράσης του Μπάτμαν. Τους διαλόγους υπέγραψε ο Μπιλ Φίνγκερ.

Ίσως δεν έχει χυθεί τόσο μελάνι για την ανάλυση της προσωπικότητας ενός φανταστικού ήρωα – ακόμη και από το λογοτεχνικό σύμπαν – όσο αυτό που χύθηκε για τον Μπάτμαν. Μόνο ο Ρασκόλνικοφ, ο εμβληματικός ήρωας του αριστουργήματος του Ντοστογιέφσκι, «’Εγκλημα και Τιμωρία», πιθανόν να τον συναγωνίζεται. Από αυτή την άποψη, το ενδιαφέρον για τον δημιουργό του είναι εύλογο. Κυρίως, για το πώς «γεννήθηκε» στο μυαλό του ο Μπάτμαν.

Από όσα είπε πολλές δεκαετίες αργότερα ο ίδιος ο Κέιν προκύπτει, ότι ο Μπάτμαν είναι το αποτέλεσμα ενός μίγματος επιρροών, από τον Λεονάρντο Ντα Βίντσι μέχρι και τον Ζορό, σε συνδυασμό… με την υπόσχεση ενός μακράν καλύτερου μεροκάματου από την DC Comics, στην οποία δούλευε σκιτσάροντας μικρά comic.

«Υποθέτω ότι εξαρχής είχα μελάνι στις φλέβες μου αντί για αίμα» έλεγε για την παιδική ηλικία του. Από όσο μπορώ να θυμηθώ τον εαυτό μου, είχα ένα μολύβι στο χέρι μου. Όταν ήμουν δέκα, ο μπαμπάς μου ήταν τυπογράφος στη New York Daily News και έφερνε στο σπίτι όλα τα κόμικς της εφημερίδας και τα αντέγραφα αμέσως. Τα έκανα σχεδόν τόσο τέλεια όσο τα πρωτότυπα».

Αυτή η άτυπη εκπαίδευση οδήγησε τον νεαρό Κέιν στο να δημιουργήσει τα δικά του κόμικς και μέχρι το 1938 πωλούσε χιουμοριστικές μικρές ιστορίες στην DC Comics, συμπεριλαμβανομένων των χαρακτηριστικών «Professor Doolittle» και «Ginger Snapp».

Εκείνη την χρονική στιγμή θα εμφανιζόταν ο Μπάτμαν. Σε συνέντευξή του τον Ιούνιο του 1989, με αφορμή τα γυρίσματα της ταινίας «Μπάτμαν» του Τιμ Μπάρτον, με τον Μάικλ Κίτον στον ρόλο του υπερήρωα και έναν γκροτέσκα δαιμονικό Τζακ Νίκολσον στον ρόλο του Τζόκερ, αναφέρει σχετικά: «’Ηταν η χρονιά μετά την εμφάνιση του Superman το 1938. Ήμουν 18 ετών. Έπινα ένα ποτό με τον Βίνσετ Σάλιβαν (σσ. πρωτοπόρος επιμελητής και εκδότης κόμικ, η ψυχή της εμβληματικής DC Comics στα πρώτα της βήματα) και μου λέει, “μπορείς να μου βρεις έναν άλλο χαρακτήρα υπερήρωα, γιατί ψάχνουμε έναν;”. Λέω, πόσα βγάζουν ο (Τζέρι) Σίγκελ και ο (Τζο) Σούστερ; (σσ. δημιουργοί του Superman). Έβγαζαν λοιπόν περίπου 800 δολάρια την ιστορία, δηλαδή 1.600 δολάρια την εβδομάδα. Και εγώ έκανα cartoons για την DC βγάζοντας όχι παραπάνω από 30 δολάρια την εβδομάδα. Του λέω “άκου, αν πρόκειται να βγάζω 1.500 δολάρια την εβδομάδα, μπορώ να ζωγραφίσω τα πάντα!”. Λοιπόν, πίστεψέ το, ήταν Παρασκευή και λέω, “την Δευτέρα θα έχετε έναν νέο υπερήρωα”. Αυτή είναι η αλήθεια».

Εντάξει, όχι όλη. Διότι, ναι μεν ο «τοκετός» μιας ιδέας είναι στιγμιαίος, αλλά η «ζύμωσή» της είναι το αποτέλεσμα μακρόχρονης διαδικασίας. Ο Κέιν, φυσικά, το παραδέχθηκε:

«Στην πραγματικότητα, όλοι έχουμε επηρεαστεί από πολλές επιρροές στην ζωή μας. Και σε ό,τι κάνεις μετά, βάζεις πολλά από την δική σου προσωπικότητα. Το θέμα είναι ότι όλοι βλέπουμε τα ίδια πράγματα ταυτόχρονα, αλλά τα ερμηνεύουμε με τον δικό μας τρόπο. Όταν ήμουν, 12 ή 13 ετών είδα ένα βιβλίο με εφευρέσεις του Λεονάρντο Ντα Βίντσι. Και, όπως γνωρίζετε, ήταν εκείνος που άνοιξε τους δρόμους στις περισσότερες από τις εφευρέσεις που έχουμε σήμερα. Προέβλεψε την πτήση του ανθρώπου, το ελικόπτερο, το πολυβόλο, την ατμομηχανή. Ένα όμως τράβηξε πραγματικά την προσοχή μου τότε και αυτό ήταν ένας άνθρωπος πάνω σε έλκηθρο με μεγάλα φτερά νυχτερίδας. ‘Ηταν το πρώτο ανεμόπτερο σε πτήση, 500 χρόνια πριν. Και ο Ντα Βίντσι είχε γράψει ότι “το πουλί δεν θα έχει κάτι άλλο για μοντέλο, από την νυχτερίδα”. ‘Ετσι, κοιτώντας αυτά τα μεγάλα φτερά και διαβάζοντας αυτό το απόσπασμα, ήταν σαν να “φυτεύτηκε” ο Μπάτμαν στο μυαλό μου. Αλλά δεν ήμουν ακόμα έτοιμος να δημιουργήσω τον Μπάτμαν, τον έβαλα στην άκρη και πήγα στις ταινίες. Είδα το “Σημάδι του Ζορό” με τον Ντάγκλας Φέρμπανκς, ο οποίος ήταν το ίνδαλμα των παιδικών μου χρόνων, ενός παιδιού της Νέας Υόρκης, του Μπρονξ συγκεκριμένα. Ο Ζορό ήταν ο πιο τολμηρός διάβολος που είχα δει στη ζωή μου. Ήταν χιλιάδες φορές λιγότερο ακροβατικός από τον Μπάτμαν, αλλά μου έδωσε την ιδέα της διπλής ταυτότητας. Τη μέρα ήταν ο βαρετός δανδής Δον Ντιέγκο Βέγκα, γιος μιας από τις πλουσιότερες οικογένειες στο Μεξικό, γύρω στο 1820. Ήταν όμως η εποχή που κυριαρχούσαν οι Ισπανοί κατακτητές, που προκαλούσαν όλων των ειδών τις τρομερές αδικίες εναντίον των φτωχών. Και ο Δον Ντιέγκο συνέβαινε να είναι πολύ αλτρουιστής και αποφάσισε να γίνει διώκτης του εγκλήματος. Ετσι, τη νύχτα, φορούσε τη μάσκα, ένα μαντήλι με σχισμές στα μάτια, έδενε την θήκη ενός αξιόπιστου σπαθιού στο πλευρό του και εφορμούσε από μια σπηλιά πάνω σε ένα μαύρο άλογο που νομίζω ότι το έλεγαν Θύελλα. Πραγματικά εδώ μπορείτε να δείτε την αναφορά όπου πολλά χρόνια αργότερα μετουσιώθηκε στην ιδέα ενός σπηλαίου νυχτερίδας και του αυτοκινήτου-νυχτερίδα, αντί του αλόγου. Ήταν μια βαθιά επιρροή αυτή για μένα η διπλή ταυτότητα. Υπήρχαν και άλλα παραδείγματα διπλής ταυτότητας, αλλά εμπνεύστηκα τη δική μου από τον Ζορό».

Ακόμη μία επιρροή ήταν ο χαρακτήρας του Phantom που εμφανίστηκε το 1934. «Ηταν ένας διώκτης του εγκλήματος από την Αφρική» λέει ο Κέιν. «Φορούσε μια γκρίζα στολή με μάσκα και κάτι πήρα από αυτό. Στο πρώτο εξώφυλλο του Batman το 1939, ήταν απλά μια γκρίζα φιγούρα με κουκούλα και είχε άκαμπτα πτερύγια νυχτερίδας που ήταν κάπως στερεωμένα στο πίσω μέρος των χεριών του. Ο λόγος που αναθεώρησα αυτό το κομμάτι ήταν ότι κατάλαβα πως θα ήταν πολύπλοκο να πολεμά έτσι. Οπότε έκανα αλλαγές στην εμφάνιση σε κάθε ιστορία. Πραγματικά, ο Μπάτμαν άρχισε να ωριμάζει πολύ γρήγορα, μόλις μέσα σε ένα χρόνο. Τα σχέδια γίνονταν καλύτερα, τα φτερά της νυχτερίδας έρεαν καλύτερα κλπ.».

Το όνομα του Μπρους Γουέιν εμπνεύστηκε από τον Ρόμπερτ Μπρους ή Ροβέρτο τον Α’ της Σκωτίας, τον θρυλικό ηγέτη του Μεσαίωνα που διακρίθηκε στους πολέμους της Σκωτσέζικης Ανεξαρτησίας.

Ο θρίαμβος του «Σκοτεινού Ιππότη»

Η πρώτη ιστορία του Μπάτμαν στο Detective Comics ήταν μόλις έξι σελίδες αλλά αμέσως τράβηξε το ενδιαφέρον του κοινού. Από την δεύτερη εμφάνιση άρχισε να πουλάει καλά. «Πολύ καλύτερα ακόμη και από την πρώτη φορά που σύστησα τον Ρόμπιν». Ο Ρόμπιν, ένα αγόρι – υπερήρωας, μπαίνει στην ζωή του Μπάτμαν το 1940 και για τον Κέιν αποτελεί ένα «σπουδαίο άγγιγμα ιδιοφυίας», διότι έδωσε τη δυνατότητα να ταυτιστούν τα παιδιά με έναν συνομήλικό τους υπερήρωα που παλεύει δίπλα στο ίνδαλμα τους.

Ο Μπάτμαν κατάκτησε νωρίς το Χόλιγουντ, επισφραγίζοντας την επιτυχία του. Η πρώτη σειρά με τις περιπέτειές του γυρίστηκε το 1943 από την Columbia. Ο Κέιν θυμάται την φτωχή παραγωγή και την έκπληξη του όταν είδε ένα μικρό γκρι αυτοκίνητο που προοριζόταν για Batmobile. «’Ηξερα ότι ήταν χαμηλός ο προϋπολογισμός αλλά αυτό ήταν γελοίο» έλεγε αργότερα. Τότε είπε στον σκηνοθέτη να πάρει μια μαύρη λιμουζίνα, να της κολλήσει ένα πτερύγιο που να μοιάζει με φτερό νυχτερίδας και θα είχε ένα αξιοπρεπές Batmobile.

Ο Κέιν συνέχισε να σκιτσάρει τις περιπέτειες του Μπάτμαν μέχρι και το 1943 και μετά αφοσιώθηκε στο καθημερινό κόμικ «Μπάτμαν και Ρόμπιν» για τις εφημερίδες. Επέστρεψε στην δημιουργία μεγάλων ιστοριών του Μπάτμαν το 1946 και εξακολουθούσε να έχει ενεργητική συμβολή στην δημιουργία του μέχρι που αποσύρθηκε από την ενεργό καλλιτεχνική δράση το 1968.

Οι «καλλιτέχνες – φαντάσματα» του Μπάτμαν

Αν και οι λεγόμενοι «καλλιτέχνες – φαντάσματα», δηλαδή οι άνθρωποι που συνεχίζουν τις περιπέτειες των υπερηρώων για πολύ περισσότερο διάστημα από τους αρχικούς εμπνευστές τους, παρά το γεγονός ότι τα ονόματα των τελευταίων παραμένουν πρώτα στη «μαρκίζα», είναι συνηθισμένο στα comic, ωστόσο, η εμπορική επιτυχία του Μπάτμαν έδωσε νέα διάσταση σε αυτή την τακτική, χωρίς, φυσικά, να υπονομεύει στο παραμικρό τον καταλυτικό ρόλο του Κέιν.

Αν και στην αρχή ο Κέιν ήταν ο μοναδικός υπεύθυνος των ιστοριών του Μπάτμαν και όλο το σχέδιο έβγαινε από το χέρι του, η γρήγορη επιτυχία και η απαίτηση της εταιρείας για συνεχείς ιστορίες, οδήγησαν στην ενσωμάτωση και άλλων δημιουργών. Ο πρώτος που ανέλαβε σημαντική θέση στην καλλιτεχνική ομάδα του Μπάτμαν ήταν ο Τζέρι Ρόμπινσον, ο οποίος ήταν ο υπεύθυνος για το χρωματικό γέμισμα των σχεδίων.

Πολύ σύντομα, μόλις το 1940, στην ομάδα εντάχθηκε και ο Τζορτζ Ρούσσος, ο ελληνικής καταγωγής κομίστας που θα θριάμβευε αργότερα δίπλα στους θρυλικούς δημιουργούς, Σταν Λη και Τζακ Κίρμπι, σε μια εντυπωσιακή καριέρα 50 ετών στην Marvel. Στον Μπάτμαν, ο Ρούσσος ήταν υπεύθυνος για την δημιουργία του φόντου.

Ο Τζορτζ Ρούσσος

Έτσι, ο Κέιν σκιτσάριζε, ο Ρόμπινσον χρωμάτιζε και ο Ρούσσος έστηνε το σκηνικό, με όρους πραγματικά εργοστασιακής παραγωγής, αφού η DC Comics απαιτούσε μια μεγάλη ιστορία κάθε μήνα για το Detective Comics και τέσσερις ιστορίες κάθε τρεις μήνες για το ξεχωριστό περιοδικό Batman.

Ο Φρεντ Ρέι, ο οποίος είχε ήδη δημιουργήσει μερικά εξώφυλλα στη σειρά Batman, έγινε ο πρώτος καλλιτέχνης που δούλεψε σε μια ιστορία χωρίς τον Μπομπ Κέιν, το Batman #10 του 1942.

Ουσιαστικά, από το 1946, αν και ο Κέιν είχε εξασφαλίσει σταθερή δουλειά με την DC Comics, σύντομα αποφάσισε να αναθέσει τον Μπάτμαν σε άλλους καλλιτέχνες. Έτσι σύντομα, όπως παρατηρεί το thoughtco.com, όλα τα έργα εξακολουθούσαν να πιστώνονται στον Κέιν, αλλά περίπου η μισή δουλειά έγινε από καλλιτέχνες που προσλήφθηκαν από την DC Comics και η άλλη μισή έγινε από τον «Μπομπ Κέιν», που δεν ήταν στην πραγματικότητα ο Κέιν.

Ο πρώτος καλλιτέχνης- «φάντασμα» του Μπάτμαν θα ήταν ουσιαστικά ο Λιου Σβαρτζ, ο οποίος ανέλαβε τον υπερήρωα από το 1946 συνεργαζόμενος με τον Κέιν μέχρι και το 1953.

Η επιτυχία της τηλεοπτικής μεταφοράς του Μπάτμαν το 1966 άνοιξε νέο κύκλο δημοφιλίας του ήρωα και του δημιουργού του σε ένα νέο κοινό. Η δουλειά του μπήκε στις αίθουσες τέχνης και στα μουσεία, επηρεάζοντας το ρεύμα της pop art. Ο Κέιν συνέβαλε ως καλλιτεχνικός σύμβουλος και στις πρώτες τρεις ταινίες του Μπάτμαν από το 1989. Έφυγε από την ζωή στις 3 Νοεμβρίου του 1998.

Η αντανάκλαση του καπιταλισμού στην Γκόθαμ

Ο Μπάτμαν αιχμαλώτισε τις καρδιές και τα μυαλά των νέων γενιών επί επτά δεκαετίες και εξακολουθεί να το κάνει. Ο «Σκοτεινός Ιππότης» έχει καταστεί ένας μύθος που ξεπερνά σε επιρροή τις εκδόσεις και τις μεταφορές του στην τηλεόραση και τον κινηματογράφο. Έγινε αναπόσπαστο κομμάτι του λαϊκού πολιτισμού των Αμερικανών και έγινε αποδεκτός από όλες τις τάξεις και τα πνευματικά επίπεδα συμβάλλοντας εντυπωσιακά στην αποενοχοποίηση της τέχνης των κόμικ από την «ρετσινιά» του προϊόντος της «υποκουλτούρας», περίπου με τον ίδιο τρόπο που, τηρουμένων των αναλογιών, ο Ντάσιελ Χάμμετ έφερε την αστυνομική λογοτεχνία στα «σαλόνια» της πνευματικής και καλλιτεχνικής ελίτ.

Αν και ο Μπάτμαν δεν υπονόησε αντισυστημικές οπτικές, ωστόσο, ο κόσμος του είναι ένα νοσηρό «περιβόλι» στο οποίο «ανθίζουν» η βία, το έγκλημα, η πολιτική και οικονομική διαφθορά, η παρακμή κάθε αξίας του αστικού κόσμου. Ο μανιχαϊσμός του είναι δηλωμένος αλλά στην πράξη γίνεται ασαφής. Το αίσθημα και η ανάγκη για δικαιοσύνη δεν ξεφεύγει από την προσωπική, ωμή οριοθέτηση της εκδίκησης και σε συνδυασμό με την κυριαρχία του αρχετυπικού «μοναχικού τιμωρού», του φοβικού έστω και στην υποψία συνεργατικής δράσης – ο Ρόμπιν θα είναι πάντα ένα ανείπωτο βάρος – οδηγεί σε ένα αίσθημα ματαιότητας.

Στην Γκόθαμ, η οποία θα μπορούσε άνετα να είναι η επιτομή της καπιταλιστικής μητρόπολης, εντελώς διαφορετική από την Μητρόπολη του Superman που αφήνει περιθώρια στην ψευδαίσθηση του θριάμβου του Καλού, τα όρια ανάμεσα στο Καλό και το Κακό είναι τόσο δυσδιάκριτα, όσο εκείνα της τυχαιότητας με την οποία αποφασίζει την τύχη των θυμάτων του, στρίβοντας ένα κέρμα, ο επίσης διχασμένος, πρώην εισαγγελέας – άγγελος της Κάθαρσης, Χάρβεϊ Ντεντ, που ένα ατύχημα θα τον μετατρέψει στον επικίνδυνο εγκληματία Two-Face. ‘Η όπως η επίσης σκοτεινή Σέλινα Κάιλ, η Catwoman.

Ακόμη και ο Τζόκερ, ο πλέον αμοραλιστής εχθρός του Μπάτμαν, λειτουργεί ως ένα ιδιότυπο alter ego για έναν υπερήρωα ο οποίος υπάρχει μέσα από την ύπαρξη του απόλυτου Κακού.

Παρά τις συνεχείς, αντικειμενικές προσαρμογές του στην αισθητική κάθε εποχής, την πρόσκαιρη «ελαφρότητα» του χαρακτήρα του από την στιγμή της εμφάνισης του «πολύχρωμου» Ρόμπιν, τους διαφορετικούς καλλιτέχνες και συγγραφείς που πήραν την σκυτάλη των ιστοριών του στο πέρασμα του χρόνου, ο Μπάτμαν εξακολουθεί να κοιτά μέσα από την μάσκα του κατευθείαν στην ψυχή μας, στις μύχιες σκέψεις και τα ανεκπλήρωτα όνειρά μας, στην «σκοτεινή» μας πλευρά. Ίσως επειδή έρχεται από πολύ μακριά. Από το αναγεννησιακό πνεύμα που όμως γεννήθηκε μέσα από την «σκοτεινιά» του Μεσαίωνα και τον κουβαλά. Ίσως γι’ αυτό ο Κέιν έλεγε με κάθε ευκαιρία: «Και τώρα κλείνοντας θέλω να πω, σ’ ευχαριστώ Λεονάρντο, όπου κι αν βρίσκεσαι!».

Σημ: Μια αρχική μορφή του παραπάνω άρθρου δημοσιεύθηκε με αφορμή τα γενέθλια του Μπομ Κέιν στο tvxs.gr. Το παρόν είναι μια εμπλουτισμένη εκδοχή του αποκλειστικά για το Περιοδικό.

Γεννήθηκε – και αυτή είναι μία από τις ελάχιστες βεβαιότητες που έχει – το 1970. Πουλούσε την εργατική του δύναμη επί χρόνια στον έντυπο και τον ηλεκτρονικό Τύπο. Μέχρι που του έπεσε ο ουρανός στο κεφάλι ήταν το μόνο πράγμα που φοβόταν. Τώρα «αναρρώνει» στο Περιοδικό. Ελπίζει, για πάντα.

ola