Στήλη: SmassingCulture
Κόμικ, sci - fi, κινηματογράφος, υπερήρωες, animation, πολιτική και κοινωνία

Μaniac- Τα άπειρα Εγώ και η επέλαση του καπιταλισμού στο ασυνείδητο

Κάτι που ήταν, ή και θα μπορούσε

| 30/11/2018

Toν Jonah Hill (Superbad, Τhe Wolf of Wall Street) τον γνωρίσαμε ως τον αστείο κολλητό του Michel Cera στο Superbad. Η αλήθεια είναι οτι ο νεαρός με το παράξενο σουλούπι και τις υπερβολικές εκφράσεις δεν γέμιζε το μάτι έξω από αυτή την (κάπως κλισέ) μανιέρα που είχε επιλέξει στα πρώτα του βήματα. Fast forward 10 χρόνια αργότερα, ο Jonah Hill αποτελεί έναν από τους πιο φέρελπις ηθοποιούς της γενιάς του, με σκηνοθετικές αξιώσεις με το Mid90s και βλέψεις για μια τοίχους βραβείων.

Μαζί λοιπόν με την έτερη, πολλαπλά αγαπημένη, επίσης πρωτοεμφανιζόμενη στο Superbad και πλέον οσκαρικά καταξιωμένη Emma Stone (ΖοmbielandO Παράλογος Άνθρωπος) ο Jonah Hill κάνει ένα πέρασμα από την τηλεόραση σε ένα limited series το οποίο πάει τα όρια της κατανόησης της ψυχολογίας από την τηλεόραση ένα βήμα παράπέρα.

Το Maniac αρχικά το είδαμε από τους Νορβηγούς Espen PA Lervaag, Håakon Bast Mossige, Kjetil Indregard, και Ole Marius Araldsen το 2016. Ωστόσο η version του 2018 μένει μαζί μας περισσότερο, τόσο λόγω Netflix όσο και, πολύ περισσότερο, λόγω Cary Fukunaga (The Beasts of no Nation, Ιt, Τrue Detective). Ο τελευταίος, κατανοώντας απόλυτα, θεωρητικά και πρακτικά τι εστί (streaming) τηλεόραση εν έτει 2018, αισίως 2019, ανανοηματοδότησε πλήρως την σειρά, οπτικά, σεναριακά και ερμηνευτικά, την μπόλιασε με μια γερή δόση ψυχανάλυσης και μας την παρέδωσε σε μια παραισθησιογόνα βόμβα.

Το Maniac, έχοντας πλήρη επίγνωση του μεγέθους του αλλά και της αντίστοιχης λειτουργίας μιας μεγάλης γκάμας αντίστοιχων καλλιτεχνικών ουσιαστικά βημάτων, όπως τα πρόσφατα Mosaic του Steven Soderbergh, το Young Pope του Paolo Sorrentino και πολλά άλλα κάνει ένα βήμα παραπέρα. Πετάει τα προσχήματα και δηλώνει ευθαρσώς πως η προσέγγιση του δεν θα είναι αυτή που έχουμε συνηθίσει. Ο Fukunaga, συνεπικουρούμενος από τον Patrick Somerville (The Leftovers, Η γέφυρα) στην σειρά, πολύ γενικά, ακολουθεί μια καταθλιπτική και έναν σχιζοφρενή στην απόπειρα τους να θεραπευτούν. Μέσα από αυτό το ταξίδι, η σειρά ουσιαστικά μας παραδίδει μια ματιά στην δομή πολλών διαφορετικών gerne αφήγησης, από την Κοεν-ικη μαύρη δραμεντί, το fantasy, το sci-fi/ noir (ούτως η άλλως, το ρετροφουτουριστικό στυλ διαπερνάει όλη τη σειρά) και το παραδοσιακό film μυστήριου. To παράδοξο δεν είναι η ποικιλία, αλλά το πως οι δημιουργοί καταφέρνουν να διατηρούν την ισορροπία και την συνοχή μεταξύ των ειδών, την ίδια στιγμή η ψυχολογική οπτική τους καθίσταται σε πρώτο πλάνο χωρίς να είναι απλοϊκή. Εκλαϊκευμένη αλλά όχι λαϊκή. Μέσα από τις διαφορετικές και αντιθετικές συχνά ιστορίες, συναντάγαμε ξανά και ξανά την καταπίεση της οικογένειας, τον φόβο και την εξάρτηση από τον Μεγάλο Άλλο της κοινωνίας, τα όλο και πιο βαθιά τραύματα που κουβαλάμε μέσα μας.

Ο (εμφανώς) σχιζοφρενής) χαρακτήρας του Hill και η καταθλιπτική περσόνα της Stone αλλάζουν ρόλους, προσεγγίζουν αλλιώς την ίδια τους την ζωή, τα βιώματα που πολλαπλασιάζονται με κάθε οπτική. Είναι ζευγάρι, φίλοι, αδέρφια, γεράκια, ξωτικά. Είναι πολλά. Είναι πολλοί, πέρα ή και μέσα σε σώματα, εκμεταλλευόμενοι τις αφηγηματικές συμβάσεις και την εικονοποιητική δύναμη της επιστημονικής φαντασίας αλλά και τις ίδιες τις ιδιότητες της οπτικής σκέψης. Μέσα από την επιστήμη βουτάνε στο ασυνείδητό τους, βρίσκουν υπολείμματα Εγώ (πολλών μάλιστα τεχνητών και αντιπαθητικών). Τελικά, είναι πέρα (ή μέσα) από τον φόβο για όσα βρίσκουν εκεί που οι δύο τους βρίσκουν (μια κάποια) λύση.

Το παιχνίδι των πολλαπλών ιστοριών δίνει και στους ηθοποιούς την ευκαιρία να δοκιμάσουν διαφορετικά στυλ, ταχύτητες και εκφραστικά εργαλεία. Ο Jonah Hill και η Emma Stone αλλού είναι δύο νευρικοί και αμήχανοι κάτοικοι των προαστίων, αλλού οι γοητευτικοί κλέφτες ενός μυστηρίου και αλλού ένας sleeper Ισλανδός agent και μια femme fatale αντίστοιχα. Οι νεαροί ηθοποιοί ανταποκρίνονται σε όλα, με αξιοθαύμαστη πλαστικότητα, αρνούμενοι να περιοριστούν. Ακολουθούν τον ξέφρενο ρυθμό του Fukunaga, με τους πολύχρωμους φακούς, τις λάμψεις και το συνειρμικό μοντάζ του.

Ωστόσο, στην ιστορία, οι δυνατότητες αυτές της τεχνολογίας δεν είναι ούτε δωρεάν ούτε για όφελος τους. Πίσω από το πολύμορφο ταξίδι των δύο ηρώων κρύβεται ένας ψυχοβιοτεχνολογικός κολοσσός με σκοπό το πατεντάρισμα της σωτηρίας. Ένα τεράστιο σύμπλεγμα, απρόσωπο (κυριολεκτικά), άμορφο και ασαφές, που παρουσιάζεται να έχει κυριαρχήσει σε κάθε άλλη πλευρά της ανθρώπινης ζωής, από την φιλία μέχρι την οικογένεια, τώρα ετοιμάζεται να επιτεθεί και στα αόρατα σύνορα του ανθρώπου, στο ασυνείδητο. Το Maniac πηγαίνει ουσιαστικά στα λογικά του άκρα μια κατάσταση που ήδη βιώνουμε: το γέμισμα του ασυνειδήτου από την (μέτα)χρήση των προϊόντων των ΜΜΕ ως συμπλήρωμα για την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας, για τους γύρω μας, για τον κόσμο. Καταναλώνοντας όμως αυτά τα συμπληρώματα, αναγκαζόμαστε να διαφεύγουμε όλο και περισσότερο μέσα τους προκειμένου τα πράγματα να «βγάζουν νόημα». Έτσι λοιπόν, αρχικά, η «πραγματικότητα» απλά έμοιαζε με ταινία, ενώ πλέον ο διαχωρισμός των όρων έχει γίνει δυσδιάκριτος. Το επόμενο λογικό βήμα είναι να μας ζητηθεί ένα καθυστερημένο νοίκι για αυτή την καταφυγή. Το ίδιο κάνουν και οι ήρωες, που προσπαθούν να επιλύσουν τα προσωπικά του προβλήματα μέσω μικρών ταινιών ουσιαστικά, με τα κλισέ και τις συμβατικές τους ευκολίες σε πρώτο πλάνο, παρά τις αυτοαναφορικές τους παρεκβάσεις. Το retro sci-fi στυλ της σειράς κολλάει εδώ ακριβώς: παρουσιάζει ένα μέλλον που κάποτε φάνηκε πιθανό, εξαιτίας της αλληλεπίδρασής μας την τεχνολογία και την εικόνα της.

Μια πολύ καλή απεικόνιση αυτής της επέμβασης είναι και ο χαρακτήρας του Justin Theroux (Bumblebee, Wanderlust ). O ίδιος επιστήμονας προσπαθεί να ξεπεράσει τον τρόμο της χαοτικής μητρικής επιθυμίας (γενική υποκειμενική και αντικειμενική) καταφεύγοντας στην τεχνολογία, τόσο συμβατικά όσο και σεξουαλικά, με την χρήση virtual reality, και μάλιστα σε βαθμό ψύχωσης. Η μητέρα του από την άλλη, η φουριόζα και αγέραστη Sally Field (Forrest Gump, Steel Magnolias) έχει μπει στον δρόμο της εκμετάλλευσης του ασυνειδήτου πολύ νωρίτερα, με πολύ πιο παραδοσιακά μέσα, όπως τα άπειρα βιβλία αυτοβοήθειας που μας περιβάλλουν αλλά και η «ψυχολογία του περίπτερου» (για την οποία βέβαια και το παρόν μπορεί να κατηγορηθεί, κανείς δεν είναι τέλειος…). Τελικά, στην προσπάθειά του ξεφύγει από την μητέρα, καταλήγει να περπατά ξανά στον δρόμο της. Την ίδια στιγμή βέβαια, η Sally Field επιτελεί και τον ρόλο της Μεγάλης Μητέρας, ενός θηλυκού ΗΑL 9000 ουσιαστικά όπως ομολογεί και το ίδιο το σενάριο. Μια τεχνητή νοημοσύνη που θρηνεί και στροβιλίζεται στην διαδικασία του πένθους μεταξύ υποταγής, ενσυναίσθησης και μανίας, δίνοντας μας μια πολύ καλή απεικόνιση μιας λακανικής ανάγνωσης της μητέρας.

To Maniac δεν προέκυψε εν κενώ. Παρόμοιες, υπερβολικά, ιδέες βλέπουμε ήδη στο έργο του Phillip Κ. Dick «We Can Remember It For You Wholesale», ένα αφήγημα στο οποίο βασίστηκε και το Τοtal Recall. Το πόνημα των Fukunaga / Somerville χρωστάει πολλά τόσο στον Κubrick, σε όλα τα επίπεδα, όπως επίσης και σε καμιά ντουζίνα άλλους δημιουργούς, όπως ο Todd Haynes (Carol, Velvet Goldmine) και τον Spike Jonze (Ηer, Being John Malkovichs). Την ίδια στιγμή, συγκρινόμενα με αυτές τις επιρροές, το Maniac παρουσίαζε και τις ελλείψεις του: Πολλές φορές, σκηνοθετικά ο Fukunaga χάνει το μέτρο μεταξύ θεωρίας και εικόνας και καταλήγει σε ένα σουρεαλιστικό, άρυθμο κυνηγητό. Επεισόδια όπως το πρώτο (The Chosen One!), τα οποία είναι μετρημένα και ακριβή έχουν πολύ μικρή σχέση με το δυναμικό και ξέφρενο Utangatta,το πιο χαοτικό της σειράς. Το φαντασμαγορικό τριπ, όμοιο με εικόνες LSD ξεκινά και δεν είναι εύκολο να ελεγχθεί.

Γενικότερα, ο σκοπός της σειράς ήταν πολύ μεγάλος και τα θέματα της δύσκαμπτα. Το Maniac ωστόσο προσπάθησε. Επίσης η ατμόσφαιρα οικειότητας και ζεστασιάς που φτιάχνει ο Fukunaga, εντελώς παράταιρη από άλλες δουλειές του, και για την οποία, σε μεγάλο βαθμό, οφείλονται οι φιγούρες των Hill και Stone, είναι αξιοσημείωτη και μια από τις πιο ευχάριστες εκπλήξεις της χρονιάς. Και έτσι θα καταγραφεί στην μνήμη μας το Maniac: σαν την στιγμή που η streaming τηλεόραση αποφάσισε να πειραματιστεί και να πετύχει, εν μέρει.

ola