«Ludlow, οι Έλληνες στους Πολέμους του Άνθρακα» του Λεωνίδα Βαρδαρού

Σπουδαίο σινεμά, στην υπηρεσία της αυριανής μας Ιστορίας

| 06/04/2016
★★★☆☆

«Ο φασισμός είναι καπιταλισμός με δολοφονίες» θα γράψει ο Αμερικάνος συγγραφέας, Απτόν Σινκλέρ, και τα χώματα του Ludlow του Κολοράντο ομολογούν ακριβώς αυτό. Τα ανθρακωρυχεία, όπου το 1914 ξετυλίχτηκε μια από τις πιο μεγαλειώδης απεργίες του αμερικάνικου και παγκόσμιου συνδικαλιστικού κινήματος, ανέδειξαν στους αιώνες των αιώνων την σχέση καπιταλισμού και εξανδραποδισμού με όλα τα μέσα.

Η σιδερένια φτέρνα των Rockefeller, των κάθε λογής ανδρείκελων τους και των σημερινών εφάμιλλων τους, αναγνωρίζουν, πως αν κάτι εμποδίσει την χυδαία υπεραξία τους, θα το βγάλουν από την μέση. Η εθνική φρουρά, οι απεργοσπάστες, οι πληρωμένοι μπράβοι και δήμιοι και ο ομοσπονδιακός στρατός θα κάνουν την δουλειά. Ένοπλα, παρατεταγμένα και σχεδιασμένα προσπαθούν να πνίξουν επιτόπου, επί τούτου και στη μακρά πορεία της ιστορικής λήθης, την όποια δράση και όποια αντίδραση στην μισθωτή σκλαβιά.

Αλλά λογαριάζουν, ευτυχώς για τους λαούς της εποχής μας, δίχως… τους είκοσι χιλιάδες ένοπλους εργάτες. Ετσι, είχαμε και έχουμε πόλεμο. Στο Ludlow βαπτίσθηκε η πραγματική άγρια Δύση. Δίχως τους καλούς ενάντια στους κακούς, μα με μια τάξη ενάντια στην άλλη.

βαρδαρος3

Ο Λεωνίδας Βαρδαρός στο σενάριο και σκηνοθεσία, ο Ξενοφώντας Βαρδαρός στο μοντάζ και η Φρόσω Τσούκα στην έρευνα. υπογράφουν σαν σύνολο στο εξαιρετικό ντοκιμαντέρ, «Ludlow, οι Έλληνες στους Πολέμους του Άνθρακα». που βραβεύτηκε και στο φετινό Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, όχι μια κρυφή ή ξεχασμένη ιστορία του αμερικάνικου εργατικού κινήματος, όχι μια λεπτομέρεια της πάλης στο περιθώριο του χρόνου, μα την ίδια την ταξική πάλη σαν μια συνεχόμενη διαλεκτική πράξη, «την πραγματική κίνηση που καταργεί την σημερινή κατάσταση πραγμάτων».

Εργάτες ενάντια σε αφεντικά και κράτος; Όχι φίλε θεατή. Οι εξεγέρσεις, οι αληθινές τούτες μαζικές εξεγέρσεις των ανθρώπων – λειτουργών του σύμπαντος, όπως του Ludlow, μεταστρέφουν και αναστρέφουν τις έννοιες, τις δομές, την πρόβλεψη, το δεδομένο. Έτσι, στο κάδρο τούτης της ταξικής αναμέτρησης, που είναι και μόνιμο κάδρο του ντοκιμαντέρ, μας μιλά η γλώσσα της εξέγερσης από την νέα της οπτική.

Όταν η εξέγερση ξεκινά, οι ρόλοι ήδη έχουν αλλάξει. Άλλοι είναι τα αφεντικά και άλλοι οι δούλοι. Οι εργάτες εξελίσσονται την ίδια ακριβώς στιγμή του ξεσηκωμού σε αφεντικά της ζωής τους και εναντιώνονται στους καπιταλιστές, τους δούλους τους χρήματος. Ως εκ τούτου, οι πρότεροι «κάτοικοι του Άδη», οι «άνθρωποι της αβύσσου», οι «εγκληματίες», οι «αιμοβόροι Έλληνες», οι «300.000 αναλώσιμοι μετανάστες δίχως ανθρώπινη υπόσταση», οι «άνθρωποι που έχουν δικαιώματα μονάχα όταν δεν τα χρησιμοποιούν», οι «μη λευκοί» που μοιάζουν απλώς να χτυπάνε την αξίνα τους στα σκοτάδια των ανθρακωρυχείων, αποκτούν την συνείδηση της τάξης τους και γίνονται «κόκκινοι» πριν ακόμη η θεωρία γίνει κτήμα τους.

βαρδαρος2

Πού να ξέρει ο Κρητικός βοσκός του 1914 από Μαρξ; Όμως από την πρώτη στιγμή που ακούγεται η πρώτη ριπή της εθνοφρουράς, γίνονται πραγματικοί ηγέτες, μετατρέπονται σε πολλούς Μαρξ. Τα μάτια τους φωτίζουν σαν ήλιοι στο σκοτάδι. Του ανθρακωρυχείου, της Ιστορίας, της πολιτικής, της κοινωνίας, της ανθρώπινης αξίας, του παρόντος και του μέλλοντος.

Οι συντελεστές του έργου, γνωρίζοντας τούτη την δυναμική των ανθρώπων και θέλοντας να την αναδείξουν στο ακέραιο, δεν ξεπέφτουν στην τάση νοσταλγίας, παρελθοντολογίας, υπερβάλλουσας δραματικότητας, περιττής λυρικότητας και της νευρικής εσωστρέφειας του ντοκιμαντέρ – χάδι. Ξεκινούν την αφήγηση συγκρουσιακά, την εξελίσσουν συγκρουσιακά και την ολοκληρώνουν συγκρουσιακά τιμώντας την ίδια ζώσα πραγματικότητα. Μιλάνε για τη Αμερική, μιλάνε για την Ευρώπη, μιλάνε για την Ελλάδα, μιλάνε, εν τέλει, μέσω του παρελθόντος, για το σήμερα και μόνο. Αν το βάρος της αφήγησης μοιάζει να πέφτει στο Ελληνικό στοιχείο των εργατών, το έργο τελικώς είναι πλήρως απαλλαγμένο από εθνικά όρια και συμβάσεις.

Πώς το καταφέρνει αυτό; Με μια προσεγμένη και ολοκληρωμένη εικαστικά, αφηγηματικά, δομικά κινηματογραφική παραγωγή που αναδεικνύει την διαλεκτική λογική, πως η γραμμένη ιστορία είναι παράλληλα και δράση του μέλλοντος. Έτσι το αρχειακό υλικό είναι εργαλείο. Το καδράρισμα είναι εργαλείο. Το μοντάζ είναι εργαλείο. Γλώσσα λιτή, απλή, στοχευμένη, μοντάζ απέριττο, γρήγορο, στοιχειοθέτηση συγκεκριμένη και εξυπηρετούσα τον σκοπό της. Αφού το έργο έχει στο στόχο την Αμερική μιλάει με την καθαρή, απέριττη λαϊκή γλώσσα της. Το σπουδαιότερο: Οι συντελεστές δεν προσεγγίζουν την ιστορία – αν και μαθαίνουμε την όλη ιστορία – μα προσεγγίζουν την πολιτική.

Όσο η αφήγηση του γεγονότος σκάει στο κινηματογραφικό πανί, όσο άνθρωποι, μέσα παραγωγής, συνθήκες εργασίας και διαβίωσης, όσο ο Woody Guthrie στην υπόκρουση καθ΄ όλη την διάρκεια τραγουδάει μαζί τους «ότι αυτός ο κόσμος τους ανήκει» – όπως και στην πραγματικότητα – , όσο βλέπουμε τις δολοφονίες γυναικόπαιδων, μια βραδυφλεγής οργή, όπως των εργατών του 1914, έτσι και η δική μας, προετοιμάζεται να εκδηλωθεί ως έκρηξη.

Photo of Woody Guthrie

Το ντοκιμαντέρ δεν διδάσκει, δεν ηθικολογεί, δεν ρητορεύει, δεν προτείνει, δεν κάνει επίκληση στο συναίσθημα. Λειτουργεί στα ίδια συγκρουσιακά πλαίσια της ταξικής μάχης και των αξιών που καταγράφει. Φτιάχνει το κάδρο ώστε ο θεατής να ζωγραφίσει μέσα του την ουσιώδη και περιρρέουσα αλήθεια του σήμερα. Να επανέλθει στο προσκήνιο πως το αρχικό δικαίωμα του να ενώνεσαι, να συνδικαλίζεσαι είναι και το πρώτο βήμα ώστε η οργή να γίνει δράση. Πράγματα που σήμερα οι νέοι «Rockefeller» κάνουν τα πάντα ώστε να θεωρηθούν από τον λαό μας, αν όχι δεδομένα, σίγουρα ευτελή και ξεπερασμένα.

«Ο φασισμός είναι καπιταλισμός με δολοφονίες» είπε ο Άπτον Σινκλέρ. Μια σωστή ερμηνεία του κόσμου. Μα το θέμα είναι επίσης να τον αλλάξουμε. Έτσι ο Woody Guthrie βρίσκει μια κάποια λύση: «Αυτή η μηχανή σκοτώνει φασίστες». Ποια μηχανή; Οι εργάτες του αλλοτινού και αυριανού Ludlow, που «το κάλεσμά τους στα όπλα» βρίσκεται σε μόνιμη ισχύ, όπως μας θυμίζει ο γεροεργάτης σε ένα πλάνο της ταινίας που χρόνια μετά κρατάει ακόμα σφιχτά την Winchester καραμπίνα του.

info

Πρεμιέρα με δωρεάν είσοδο σήμερα, Τετάρτη 6 Απρίλη, στις 20.00 και από Πέμπτη 7 Απρίλη με κανονικό εισιτήριο αποκλειστικά στην «Αλκυονίδα» (Ιουλιανού 42, Αθήνα)

Γεννημένος το 1984 στην Λάρισα, εγκλωβισμένος για κάποια χρόνια στην Ιταλία, αντί να μάθει να ξυπνάει στις αίθουσες δικαστηρίων έμαθε να βρίσκεται στις αίθουσες κινηματογράφου καθώς και πίσω από φωτογραφικές μηχανές. Έκτοτε γράφει για ταινίες και για σινεμά (καθώς και για ό,τι άλλο σκέφτεται) και φωτογραφίζει για φωτορεπορτάζ και για ευχαρίστηση. Είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης (ΠΕΚΚ) και της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Κριτικών Κινηματογράφου (FIPRESCI).