«Πώς να χτίσεις σπίτια αγνοώντας τον Σολωμό;»

Οταν τα «Ξενία» δεν αφήνονται να καταρρεύσουν, γίνονται «κράχτες» για «επενδυτές»

| 20/04/2016

Οταν ο Αρης Κωνσταντινίδης ρωτήθηκε τί θα πρότεινε σε έναν νέο αρχιτέκτονα να διαβάσει, απάντησε: «Kαταρχήν, Παπαδιαμάντη. Mετά Kαβάφη και Σολωμό. Πώς να χτίσεις σπίτια αγνοώντας τον Σολωμό;».

Είναι εξαιρετικά σπάνιο και αποτελεί σαφής ένδειξη καλλιεργημένης ευφυίας να μπορείς να εκφράσεις τα πάντα, σε λιγότερες από δύο γραμμές. Τί σημαίνει, όμως, «καλλιέργεια» του πνεύματος για έναν συγκλονιστικό δημιουργό, όπως ο Κωνσταντινίδης; «Aυτά τα πράγματα, βέβαια, τα μαθαίνεις μόνος σου. Δεν σ’ τα μαθαίνει το πολυτεχνείο. Kι εγώ σπούδασα, αλλά δεν περιορίστηκα μόνο σ’ αυτό. Γυρνούσα στους δρόμους, συνάντησα τη ζωή και μετρήθηκα μαζί της» πρόσθεσε στην απάντησή του.

Συνάντησε τη ζωή και μετρήθηκε μαζί της λοιπόν. Δεν περιορίστηκε και δεν αρκέστηκε στην ακαδημαϊκή γνώση. Απολύτως απαραίτητη αυτή, αφού, είναι αδύνατον να αποδομήσεις κάτι και να μπορέσεις να το εξελίξεις, αν δεν γνωρίσεις, πρώτα, την δομή του. Αυτά τα τρία λοιπόν, γνώση του αντικειμένου του αλλά και της ιστορίας του λαού του, της κουλτούρας και του περιβάλλοντός του, καθώς και «μέτρημα» με τη ζωή, απόκτηση πείρας, πάλη για τις ιδέες και το όραμά του, απογοητεύσεις, ήττες, νίκες, συναποτέλεσαν τα εκρηκτικά συστατικά που κατέστησαν το έργο του Κωνσταντινίδη ρηξικέλευθο και την προσφορά του στην αντίληψη της αρχιτεκτονικής ως «δοχείου ζωής», όπως την ονόμαζε, τεράστια.

Η αλήθεια είναι, ότι αγνοώντας τον Σολωμό – με την συμβολική σημασία που του προσδίδει ο Κωνσταντινίδης – όχι μόνο δεν μπορείς να χτίσεις σπίτια για ανθρώπους, αλλά ούτε καν να μιλήσεις σωστά ελληνικά. Σίγουρα όχι να κυβερνήσεις με κριτήριο τα πραγματικά συμφέροντα και τις ανάγκες του λαού. Αυτή η διαπίστωση τεκμηριώνεται με χαρακτηριστική σαφήνεια στον τομέα της πολιτιστικής κληρονομιάς. Η ιδεολογική, καταρχήν, διαχείριση των σπαραγμάτων του παρελθόντος συνιστά ένα αποκαλυπτικό «ανάγλυφο» της λανθάνουσας ταξικής σύγκρουσης, όπως αυτή καθρεπτίζεται κάθε φορά στον τομέα της προστασίας και ανάδειξής τους. Από την νεώτερη πολιτιστική κληρονομιά, τα αρχιτεκτονήματα των πρώην ξενοδοχείων «Ξενία» αποτελούν, ίσως, τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα αυτής της διαδικασίας.

Personal_01 001

Αρης Κωνσταντινίδης

Η πάλη του δημόσιου με το ιδιωτικό

Στις 12 Απρίλη, ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων εξέδωσε ανακοίνωση, με την οποία διαμαρτυρόταν για την απόφαση, τον περασμένο Γενάρη, του δήμου Αρτας, για μακροχρόνια εκμίσθωση του «ΞΕΝΙΑ» της πόλης σε ιδιώτη, προκειμένου να το λειτουργήσει ως ξενοδοχειακή μονάδα.

Οι αρχαιολόγοι σημείωναν, ότι «το κτίριο του πρώην ΞΕΝΙΑ Άρτας (ιδιοκτησίας ήδη του Δήμου Αρταίων), το οποίο βρίσκεται μέσα στο μεσαιωνικό Κάστρο της πόλης, μαζί με την μεγάλη έκταση πρασίνου που περικλείει και το ανοικτό θέατρό του (ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου), συνιστούν ένα άρρηκτο σύνολο και αποτελούν δημόσιο χώρο και κοινό αγαθό».

Πρόσθεταν, ότι «το κτίριο του ΞΕΝΙΑ βρίσκεται εντός κηρυγμένου αρχαιολογικού χώρου, και μάλιστα ενός από τους σημαντικότερους της πόλης της Άρτας». «Η σημασία του Κάστρου για την πόλη έχει άλλωστε αποτυπωθεί και στο ισχύον ΓΠΣ της πόλης, σύμφωνα με το οποίο οι εντός αυτού δραστηριότητες πρέπει να αφορούν μόνο στον πολιτισμό και την αναψυχή».

Υπογράμμιζαν, ότι «η από 18-1-2016 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Άρτας για την μακροχρόνια εκμίσθωση του ΞΕΝΙΑ της Άρτας σε ιδιώτη, προκειμένου να το λειτουργήσει ως ξενοδοχειακή μονάδα, μας βρίσκει απολύτως αντίθετους».

«Η λειτουργία ιδιωτικού ξενοδοχείου μέσα στο χώρο του Κάστρου έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον δημόσιο χαρακτήρα του αρχαιολογικού χώρου, ενώ μια τέτοια ιδιωτική – επιχειρηματική λειτουργία θα δημιουργήσει προβλήματα στην αξιοποίηση και ανάδειξη του αρχαιολογικού χώρου του Κάστρου, στην ελεύθερη πρόσβαση σε αυτό και στη διενέργεια εκδηλώσεων και παραστάσεων στο χώρο του υπαίθριου θεάτρου του. Η απόφαση του Δήμου Αρταίων αποδεικνύει για μια ακόμη φορά ότι η ανεξέλεγκτη εμπλοκή των ΟΤΑ ή/και ιδιωτών στη διαχείριση αρχαιολογικών χώρων και μνημείων, που είναι αποκλειστική αρμοδιότητα του Υπουργείου Πολιτισμού, μπορεί να αποβεί βλαπτική για τα μνημεία».

Οι αρχαιολόγοι θύμισαν, ότι το Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων και το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο στις 23 Ιούλη 2009 απέρριψαν το αίτημα χαρακτηρισμού του πρώην ξενοδοχείου ΞΕΝΙΑ  Άρτας ως «νεώτερου μνημείου πολιτιστικής  κληρονομιάς», «με το σκεπτικό ότι “… αφενός ο χαρακτηρισμός του θα αναιρέσει την προστασία του βυζαντινού μνημείου πάνω στο οποίο είναι χτισμένο και αφ’ ετέρου, λόγω των εκτεταμένων βλαβών και φθορών που παρουσιάζει το κτίριο, θα απαιτηθούν για τη διατήρησή του επεμβάσεις τέτοιες οι οποίες θα αλλοιώσουν την αυθεντικότητά του”».

«Στηρίζουμε την προσπάθεια και τον αγώνα κατοίκων της Άρτας, που αντιδρούν στη δημιουργία ιδιωτικού ξενοδοχείου μέσα στο Κάστρο της πόλης και συντασσόμαστε με την πρόταση όλος ο χώρος του Κάστρου, όπως και τα κτίσματα εντός αυτού να αντιμετωπιστούν ως ανοιχτός αρχαιολογικός χώρος και να αξιοποιηθούν σε δράσεις που θα προάγουν τον πολιτισμό (π.χ. καλλιτεχνικές εκδηλώσεις, χώροι βιβλιοθηκών κ.ά.) καθώς και την αναψυχή, με σεβασμό πάντα στην ιστορικότητα και τη σημασία του χώρου. Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να αντιμετωπισθεί και η μελλοντική λειτουργία του ΞΕΝΙΑ, εφόσον η ανάπλαση του κτιρίου του κριθεί μη προβληματική για τις υποκείμενες αρχαιότητες μετά από κατάλληλες επιστημονικές μελέτες και τη συνεργασία Υπουργείου Πολιτισμού και Δήμου Αρταίων» καταλήγουν οι αρχαιολόγοι.

Η ανακοίνωση αυτή αποτυπώνει με αρκετή σαφήνεια την διαπάλη που λαμβάνει χώρα – ιδίως τα τελευταία «μνημονιακά» χρόνια – γύρω από την διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς: Από την μια το αστικό κράτος, το οποίο εκλαμβάνει τον πολιτιστικό πλούτο του λαού ως ένα ακόμη επενδυτικό «κελεπούρι» για το κεφάλαιο – πάντα στο όνομα της «εξόδου από την κρίση» φυσικά… – και από την άλλη η επιστημονική κοινότητα, πολιτικοί φορείς και συλλογικότητες που προσπαθούν να υπερασπισθούν τον δημόσιο χαρακτήρα αυτού του πλούτου, ενάντια σε κάθε έννοια και μορφή ιδιωτικοποίησης και εμπορευματοποίησης. Πολύ περισσότερο που η τελευταία αποτελεί, πλέον, βασικό προσανατολισμό και της λεγόμενης τοπικής «αυτοδιοίκησης».

Σε άρθρο της στην «Καθημερινή» τον Δεκέμβρη του 2009, η Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, αρχιτέκτων και καθηγήτρια σημείωνε, ότι «το Ξενία της Αρτας χτίστηκε το 1958 από τον αρχιτέκτονα και σήμερα ομ. καθηγητή ΕΜΠ, Διονύση Ζήβα, γνωστό εκτός των άλλων για την επέμβαση προστασίας της Πλάκας (1973 – 2003) και για την ιδιαίτερη ευαισθησία του στην προστασία μνημείων και συνόλων. Την περίοδο που εργαζόταν στον ΕΟΤ ανέλαβε τη μελέτη του Ξενία της Αρτας μέσα στο Κάστρο. Το Φρούριο λειτουργούσε, τότε, ως ποινικές φυλακές. Το κτίριο των φυλακών, ένα βαρύ λιθόδμητο κτίριο, δεν παρουσίαζε κανένα απολύτως ενδιαφέρον. Κατά την κατεδάφισή του, προκειμένου στη θέση του να κτιστεί το Ξενία δεν βρέθηκαν προηγούμενα βυζαντινά ή άλλα κατάλοιπα. Παρόλο που δεν έχουν πραγματοποιηθεί συστηματικές ανασκαφές στο σύνολο του Φρουρίου της Αρτας, το τμήμα των 2.000 τ.μ. (επί συνόλου 36.000 τ.μ..) που καλύπτει το Ξενία έχει διεξοδικά ερευνηθεί. Δεν υπάρχει, δηλαδή, η πιθανότητα να έχουμε εκεί αρχαιολογικά ευρήματα.

Το Ξενία είναι το μόνο κτίσμα που βρίσκεται μέσα στο Φρούριο μαζί με ένα μικρό παρεκκλήσι, έργο επίσης του Διονύση Ζήβα που χτίστηκε σε αντικατάσταση του παρεκκλησίου των φυλακών.

Η μελέτη ενός ξενοδοχείου στον εσωτερικό χώρο ενός βυζαντινού φρουρίου έθεσε ιδιαίτερα προβλήματα ένταξης στον αρχιτέκτονα που με τη γνωστή του ευσυνειδησία και ευαισθησία επέλεξε τη λύση μιας ειλικρινούς σύγχρονης κατασκευής απομακρυσμένης όσο το δυνατόν από τα τείχη, σχολαστικά προσαρμοσμένης στο ανάγλυφο του εδάφους. Ταυτόχρονα, ο Δ. Ζήβας πραγματοποίησε εκτεταμένες εργασίες συντήρησης και στερέωσης των τειχών που ανέδειξαν το φρούριο και επανασύνδεσαν τον χώρο με την πόλη (…) Είναι γεγονός ότι είναι δύσκολο να προτείνουμε την κήρυξη όλων των Ξενία ως μνημείων. Το Ξενία της Αρτας όμως είναι ένα ιδιαίτερο κτίριο. Ενα πολύ καλό δείγμα αρχιτεκτονικής που κατάφερε να αναβαθμίσει το μέχρι τότε χαμηλό επίπεδο των ελληνικών ξενοδοχειακών μονάδων (παρόμοια προσπάθεια είχε γίνει τη δεκαετία του ’30 στις λουτροπόλεις, η οποία, δυστυχώς, επίσης εγκαταλείφθηκε στην τύχη της). Τα χρόνια που πέρασαν, η εγκατάλειψη και οι κακές επεμβάσεις συνέβαλαν στην υποβάθμισή του. Είναι όμως στοιχεία που μπορούν, αν όχι εύκολα, πάντως όχι δύσκολα να διορθωθούν.

Το ότι δεν χαρακτηρίστηκε μνημείο, σημαίνει ίσως ότι οι αρχιτέκτονες δεν κάνουμε σωστά τη δουλειά μας. Κρίνουμε κατακρίνουμε αλλά ελάχιστοι προσπαθούμε να ενημερώσουμε την κοινή γνώμη. Γιατί στην περίπτωση που είχαμε ευαισθητοποιημένους πολίτες, το ΚΣΝΜ και το ΚΑΣ θα ήταν άχρηστα ή θα εξέταζαν μόνο ιδιαίτερα εξειδικευμένες περιπτώσεις.
Στην περίπτωση του Ξενία Αρτας, ο μη χαρακτηρισμός του από το ΥΠΠΟ παραδίδει την ευθύνη της διάσωσής του στον Δήμο της πόλης και στους τοπικούς παράγοντες. Δεν έχουν παρά να το διατηρήσουν, να το αποκαταστήσουν και γιατί όχι να το λειτουργήσουν και πάλι. Μη χαρακτηρισμός, δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην κατεδάφιση».

ξενια-αρτα

«Ξενία» Αρτας

«(…) είναι δικό σου, δε λέω, αλλά δεν μπορείς να το κάνεις ό,τι θέλεις»…

Οντως, δεν σημαίνει. Αλλά υπάρχουν κι άλλοι τρόποι καταστροφής εκτός από την κατεδάφιση. Η εγκατάλειψη των «Ξενία» στην οποία αναφέρεται η αρθρογράφος είναι ο πλέον «κλασικός» και δεν αφορά μόνο στην πολιτιστική κληρονομιά: Αν θέλεις να ξεπουλήσεις ή να εμπορευματοποιήσεις κάτι χωρίς κοινωνική αντίδραση, απαξίωσέ το.

Ας τα πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Το 2013 «τοποθετήθηκε» η αγοραία «ταφόπλακα» σε όποια ελπίδα διατήρησης του χαρακτήρα των «Ξενία» με την εκχώρηση τεσσάρων από αυτά στο Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου (ΤΑΙΠΕΔ), μαζί με εκατοντάδες άλλα ακίνητα του Δημοσίου (γη και κτίρια) για ξεπούλημα στο κεφάλαιο.

Η «μεταφορά» της πλήρους και ολικής διαχείρισης αυτών των πρώτων «Ξενία » από το ΤΑΙΠΕΔ είναι προφανές ότι αποτελούσε μόνο την αρχή για να βγουν στο «σφυρί» και όσα από τα άλλα «Ξενία » απέμειναν σε κατάσταση να πουληθούν, αφού, το σύνολο αυτών των σημαντικών οικοδομημάτων έχει ενταχθεί από το καλοκαίρι του 2010 (επί κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ) στον κατάλογο της «αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας» που υλοποιούν τα διάφορα συγκυβερνητικά σχήματα έκτοτε.

Το 2013, λοιπόν, στο ΤΑΙΠΕΔ «μεταβιβάζονται» και «περιέρχονται» «χωρίς αντάλλαγμα, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή» τα «Ξενία » της Βυτίνας στην Αρκαδία, των Δελφών, της Αράχωβας και του Καρτερού στο Ηράκλειο της Κρήτης. Δύο από αυτά, της Βυτίνας και του Καρτερού έχουν χαρακτηριστεί ως μνημεία από το Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων, το πρώτο το 2008 και το δεύτερο το 2011. Βλέπουμε λοιπόν ότι το κράτος αδιαφορεί πλήρως για το αν κάτι έχει χαρακτηριστεί ή όχι ως μνημείο αν πρόκειται να πουληθεί.

Τα «Ξενία» ανήκουν στη νεότερη αρχιτεκτονική κληρονομιά του λαού, αφού αποτελούν, όπως σημειώνουν οι αρχιτέκτονες σε παλαιότερη αναφορά τους στο πλαίσιο καμπάνιας για τη διάσωσή τους, «σημείο αναφοράς για τους Ελληνες και ξένους αρχιτέκτονες ως μία σύγχρονη, καθαρή και ειλικρινής αρχιτεκτονική έκφραση, που με συνέπεια ερμήνευσε τις αρχές του μοντέρνου κινήματος μέσα από έναν κώδικα πολιτισμικής εντοπιότητας».

Τα ξενοδοχεία αυτά, ενταγμένα με πρωτοποριακό – μέχρι και σήμερα – τρόπο στο περιβάλλον τους ήταν το αποτέλεσμα ενός προγράμματος του ΕΟΤ που ξεκίνησε το 1950, το οποίο έμελλε να εξελιχθεί σε «πραγματικό εργαστήριο αρχιτεκτονικής σκέψης», αφού επικεφαλής του τέθηκε ένας από τους σημαντικότερους αρχιτέκτονες, ο Αρης Κωνσταντινίδης. Δικό του έργο είναι το πανέμορφο «Ξενία » Καρτερού στο Ηράκλειο (1963), ενώ το «Ξενία » των Δελφών (1953) είναι του επίσης σπουδαίου αρχιτέκτονα Δημήτρη Πικιώνη. Το 2008 το «Ξενία» Βυτίνας (1965, Μπέτσιος) ήταν ένα από τα πέντε «Ξενία» που χαρακτηρίστηκαν ως μνημεία από το Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων, ενώ το ίδιο συνέβη το 2011 με το «Ξενία » Καρτερού.

Τα περίπου 40 «Ξενία» που κατασκευάστηκαν στο πλαίσιο του προγράμματος «περνούν» κατά τη 10ετία του ’70 σε «καθεστώς» σταδιακής απαξίωσης, διαδικασία που θα οδηγήσει σε επικίνδυνες καταστάσεις ακόμη και για την ύπαρξή τους. Ο ΕΟΤ, αρχικά και αργότερα η ΕΤΑ ΑΕ (Εταιρεία Τουριστικών Ακινήτων) αρχίζουν τις μισθώσεις στους ιδιώτες, ενώ η ΕΤΑ, προσανατολισμένη στην κρατική πολιτική της αγοραίας «αξιοποίησης», ξεκινά διαδικασίες ξεπουλήματος, με δυσμενή αποτελέσματα τόσο για τα ίδια τα κτίρια, όσο και για το εργασιακό καθεστώς. Κάποια άλλα, όπως τα «Ξενία » Ιωαννίνων και Ηρακλείου, κατεδαφίζονται, άλλα υπολειτουργούν και τα περισσότερα περιμένουν να καταρρεύσουν.

ξενια2

Στην περίπτωση των «Ξενία » δεν έχουμε μόνο το ξεπούλημα ενός μέρους της πολιτιστικής κληρονομιάς, αλλά και ένα ακόμη χτύπημα στην όποια δυνατότητα τουριστικής ανάπτυξης προς όφελός της κοινωνίας. Είναι χαρακτηριστική η σύγκρουση, έστω και λανθάνουσα, δύο εντελώς διαφορετικών αντιλήψεων και για τα κτίρια και για τη χρήση τους που έλαβε χώρα κατά τη συζήτηση το 2008 στο Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων, με αφορμή την κήρυξη ως μνημείων των πέντε «Ξενία ».

Καταρχήν, η Εταιρεία Τουριστικών Ακινήτων – στην οποία ανήκαν τα «Ξενία » – αρχικά δεν συμφωνούσε με την κήρυξή τους για προφανείς λόγους: Ποιος θα αγόραζε ένα μνημείο με όσες δυσκολίες «αξιοποίησης» αυτό θα σήμαινε; Το υπουργείο Πολιτισμού τότε προσπάθησε να βρει τη «χρυσή τομή» για να «διευκολυνθούν» όλοι: Να κηρυχθεί μόνο το κέλυφος των κτιρίων και όχι το εσωτερικό τους!

Πρόκειται για μια συνηθισμένη πρακτική στην Ελλάδα και το εξωτερικό που όμως έχει ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων από την επιστημονική κοινότητα, αφού τα κτίρια «σαλαμοποιούνται» – και ουσιαστικά καταστρέφονται – για να εξυπηρετούν τις κάθε φορά ανάγκες των επιχειρήσεων ιδιοκτητών ή χρηστών τους.

Ειδικά για τα «Ξενία» – όπως υπογραμμίστηκε και σε εκείνη τη συνεδρίαση στο ΚΣΝΜ – μια τέτοια «μισή» κήρυξη θα σήμαινε ολόκληρη καταστροφή, αφού, με τον τρόπο που είναι χτισμένα ουσιαστικά δεν υπάρχει «κέλυφος» με τη στενή έννοια του όρου. Επιπλέον, ειπώθηκε ότι τα «Ξενία» χαρακτηρίζονται από την αρχιτεκτονική τους λιτότητα, την αξιοθαύμαστη ένταξή τους στο περιβάλλον, αλλά και στο χαρακτήρα τους, όχι ως «μικρές «Μεγάλες Βρετανίες»» αλλά ως «μοτέλ» που απευθύνονταν στα μικρά και μεσαία εισοδήματα. Με το τουριστικό κεφάλαιο να ασυδοτεί και να λεηλατεί εργασιακά δικαιώματα αλλά και το δικαίωμα του ελληνικού λαού σε φθηνές και ποιοτικές διακοπές είναι προφανές ότι τα «Ξενία » οδεύουν ολοταχώς στη μετατροπή τους σε μικρές «Μεγάλες Βρετανίες» για την ξένη και την εγχώρια τουριστική «ελίτ».

ξενια3

«Επιτομή» της αντίληψης του Κωνσταντινίδη για τον τουρισμό είναι και το «Μοτέλ Ξενία» στον Καρτερό του Ηρακλείου που παραδόθηκε στο ΤΑΙΠΕΔ. Χτίστηκε από τον ίδιο το 1963 και περιλαμβάνει όλα τα ιδιαίτερα στοιχεία που κάνουν τα «Ξενία » ξεχωριστά: Σεβασμός και ήπια ενσωμάτωση στο τοπίο, χρήση παραδοσιακών υλικών και η γενικότερη φιλοσοφία για τη διαμονή ενός ταξιδιώτη – επισκέπτη του τόπου και όχι ενός πελάτη όπως τον θέλει το κεφάλαιο. Τίποτα βέβαια από όλα αυτά δεν εμπόδισε το αστικό κράτος να εγκαταλείψει πλήρως και αυτό το αρχιτεκτόνημα που τουλάχιστον τότε βρισκόταν σε άθλια κατάσταση.

Στην ίδια και ακόμη χειρότερη κατάσταση βρισκόταν και το «Ξενία » της Βυτίνας. Ενα πραγματικό στολίδι – το οποίο λεηλατήθηκε – που βρίσκεται στους πρόποδες του Μαινάλου, χωμένο μέσα στα έλατα. Αντί να είναι μέρος ξεκούρασης και αναψυχής των ανθρώπων του μόχθου εγκαταλείφθηκε στη φθορά του χρόνου και μετατράπηκε ακόμη και σε στάβλο.

Σίγουρα τα παραπάνω δεν μπορούσε να τα φανταστεί ο Κωνσταντινίδης όταν έλεγε ότι «τα «Ξενία «που έχω χτίσει αγνώριστα. Τα ‘χουν αλλάξει. Στα χρώματα, στα έπιπλα, σε όλα (…) Αξίζει να σκοτώνεσαι για κάτι που μόλις σηκωθείς και φύγεις οι άλλοι θα σου το αλλάξουν με το πρόσχημα «δικό μου είναι, το κάνω ό,τι θέλω»; Βέβαια είναι δικό σου, δε λέω, αλλά δεν μπορείς να το κάνεις ό,τι θέλεις»*

Είτε μέσω του ΤΑΙΠΕΔ, είτε με «όχημα» την περιφερειακή και τοπική διοίκηση, τα «Ξενία» – και όχι μόνο – κινδυνεύουν να χάσουν την «ψυχή» τους. Οσα δεν καταρρεύσουν ολοκληρωτικά, θα υπάρχουν, στην «καλύτερη» περίπτωση, μόνο ως κέλυφος, ενώ, το όραμα των αρχιτεκτόνων τους για την εξυπηρέτηση του ταξιδιώτη – περιηγητή θα διολισθήσει στις νεροτσουλήθρες του «υψηλού» τουρισμού.

Παρόλ’ αυτά, αν σταθείς μέσα στα ερείπια αυτών των εκπληκτικών αρχιτεκτονημάτων, των προσαρμοσμένων στα μέτρα της φύσης και του ανθρώπου και προσπαθήσεις να αφουγκραστείς, ίσως ακούσεις την φωνή του «αρχιμάστορα» να φωνάζει: «Mε εργοδότη τη ζωή. Όχι τον πελάτη!»…

* «Ο Λόγος του Αρχιμάστορα», Κωνσταντίνος Αν. Θέμελης, «ΙΝΔΙΚΤΟΣ, Αθήνα 2000»

Γεννήθηκε – και αυτή είναι μία από τις ελάχιστες βεβαιότητες που έχει – το 1970. Πουλούσε την εργατική του δύναμη επί χρόνια στον έντυπο και τον ηλεκτρονικό Τύπο. Μέχρι που του έπεσε ο ουρανός στο κεφάλι ήταν το μόνο πράγμα που φοβόταν. Τώρα «αναρρώνει» στο Περιοδικό. Ελπίζει, για πάντα.