Δέκα σημαντικές ταινίες του 2018 (και ένα επιπλέον φιάσκο)

Η κινηματογραφική ανασκόπηση της χρονιάς

| 27/12/2018

Ο θαυμασμός μπρος σε ένα κινηματογραφικό έργο είναι ένα συναίσθημα εξαιρετικά δύσκολο να υπάρξει. Έχουμε συνηθίσει στο σύγχρονο σινεμά όπως και στην ζωή στο φθηνό εντυπωσιασμό. Το ουσιαστικό όμως είναι να γοητευόμαστε. Και η γοητεία να κρατάει. Γοητεία μπρος  στο γεγονός πως υπάρχουν πάντοτε καλλιτέχνες που μιλάνε ουσιαστικά στο μυαλό και στο συναίσθημα μας με τα πιο ενδιαφέροντα καλλιτεχνικά υλικά.

«Ο προσδιορισμός της λειτουργίας του έργου εξαρτάται από την οπτική γωνία που υιοθετεί ο ερμηνευτής στο πλαίσιο των κοινωνικών αντιπαραθέσεων της δικής του εποχής» γράφει ο Peter Bürger και ακριβώς για αυτόν τον λόγο είναι αντικειμενικά παράδοξο να μιλάμε για αντικειμενική αξιολόγηση των καλύτερων ταινιών: θα παραμείνω λοιπόν σε μια τέτοια θέση αξιολογώντας δέκα ταινίες που είδα και θεώρησα πως έχουν κάτι να πούνε σύμφωνα με τα δικά μου αποκλειστικά κριτήρια (και δίχως «εμφανή» σειρά προτίμησης).


«Climax» του Gaspar Noe


Καθώς ο κινηματογράφος μπορεί να βρίσκει πάντοτε ιστορίες να πει, η ουσία βρίσκεται ωστόσο στον τρόπο που θα τις πει. Ο Gaspar Noe ενδιαφέρεται πάντα για αυτό και έτσι δημιουργεί μια μελέτη της σύγχρονης ηθικής μέσα από ένα (ακόμη) κινηματογραφικό πείραμα: λιγοστοί άνθρωποι σε ένα χώρο, η ανθρωπιά ως μια ακόμη αμφίβολη έννοια, μια ασήμαντη αν και δεδηλωμένη αφορμή και έτσι όλα καταρρέουν προς μια σαφή επίγνωση: Του πόσο πικροί, σκληροί, ατομιστές και μόνοι έχουμε γίνει. Το σύγχρονο σινεμά παραμένει ζωντανό και ελπιδοφόρο (και) χάρη στο έργο του Noe που δημιουργεί ένα φρέσκο κινηματογραφικό συντακτικό καθώς άλλοι νεότεροι του φθονούν στις «γερασμένες» καλλιτεχνικές τους δάφνες.


«You Were Never Really Here» της Lynne Ramsay


Η ταινία είναι ένα βίωμα απόγνωσης και ματαίωσης. Ολιγόλογη, σκληρή, ουσιαστική και απόλυτα μοντέρνα. Ο σύγχρονος κόσμος επιβεβλημένος πάνω στον άνθρωπο. Εξοστρακισμένος στο περιθώριο ενώ προσπαθεί να δηλώσει και να επιβεβαιώσει με κάθε μέσο την ύπαρξη του. Η ταινία απλά παραδέχεται πως η σύγχρονη πραγματικότητα προχωρά πετώντας του πάντες προς τον κοινωνικό γκρεμό. Και είναι ίσως δόκιμη μια φράση του Χούγκο Μπάλ ταιριάζοντας την για το συγκεκριμένο έργο: σε αυτό το καλλιτεχνικό έργο «διαγράφεται ανάγλυφη η αβάσταχτη φρίκη που αποτελεί το σκηνικό της εποχής μας».


«Dogman» του Matteo Garrone


Μια γνήσια ιταλική ταινία, μια γνήσια ευρωπαϊκή ταινία. Μια αυθεντική και σύγχρονη απεικόνιση της αληθινής Ιταλίας, της αληθινής Ευρώπης που μοιάζει όχι απλά να ακροβατεί μα να προοικονομεί το μέλλον της. Μιας Ευρώπης γκέτο. Μιας Ευρώπης της υποκουλτούρας. Μιας Ευρώπης στο πολιτισμικό της μεταίχμιο που θα αφήσει στις γενιές μας μονάχα σκοτεινά απόνερα. Το Dogman μέσω της σκληρής εικονογράφησης, την κατάπτωση των χαρακτήρων της και την ατμόσφαιρα εκφασισμού που αποπνέει, μας πετάει στα μούτρα το νέο μας πολιτισμό. Αυτός που θα γίνει –αν δεν προσέξουμε- η παράδοση του μέλλοντος μας.


«Shoplifters» του Hirokazu Koreeda


Οι κλέφτες ποδηλάτων του παρελθόντος ονομάζονται σήμερα κλέφτες καταστημάτων και οι κοινωνικοί προβληματισμοί του μεταπολεμικού κόσμου επανέρχονται στον σύγχρονο. Ουσιαστικά, ποιητικά και δίχως δραματικές απλοποιήσεις. Η ταινία μιλάει για τους φτωχούς και για το δικαίωμα τους να αγαπούν ειλικρινά, τρυφερά και μη αλλοτριωμένα. Δείχνει ηθική υπεροχή για αυτό τον λόγο και για ακριβώς τον ίδιο λόγο είναι ταινία πολιτική. Όχι σχηματικά και μεταμοντέρνα ιδεοληπτική μα πολιτική με την έννοια της επιστροφής στα δομικά, βασικά και κυρίαρχα ανθρώπινα ζητήματα. Ο άνθρωπος δηλαδή ενάντια σε θεσμούς και θεσμοθέτες. Η ταινία είναι συγκλονιστικά πανέμορφη: επανατοποθετεί και επαναπροτείνει τον τρόπο που κοιτάζει (και κοιτάζουμε μαζί της) τα πρόσωπα των ανθρώπων του λαού. Είναι αυτοί πράγματι οι χαρακτήρες που μας δίνουν πίσω το δικαίωμα να νιώθουμε και να ενεργούμε και πάλι σαν άνθρωποι. Οι «Κλέφτες Καταστημάτων» από την Ιαπωνία είναι η πιο γλυκιά και τρυφερή κάμερα της χρονιάς.


«Faces Places» των Agnes Varda & JR


Είναι ντοκιμαντέρ και είναι ανεξάντλητο απο ιδέες, συναισθήματα και προθέσεις. Είναι τέχνη του κινηματογράφου που μπορεί να μας εκπλήσσει χαρίζοντας μας απρόσμενα μεγατόνους ζωής και ειλικρινούς συναισθήματος. Η Agnes Varda και ο JR, δυο σπουδαίοι καλλιτέχνες, κάνουν ένα ταξίδι on camera με στόχο κάτι το τόσο απλό μα ταυτόχρονα πολύ βαρυσήμαντο: να τιμήσουν τον άνθρωπο. Τον εργαζόμενο άνθρωπο. Και το καταφέρνουν καταλήγοντας σε μια γλυκιά, ανόθευτη και πρωτοφανής επιβράβευση του. Κινηματογράφος για ωραίους πραγματικά ανθρώπους.


«Leave No Trace» της Debra Granik


Είναι σημαντικό από μόνο του όταν από την χώρα που ο κινηματογράφος της έχει κατασκευάσει και δημιουργήσει τα πιο χυδαία και γελοία στερεότυπα –και μιλάμε για τις ΗΠΑ- μας έρχονται κινηματογραφικές ταινίες που αν και αφηγηματικά βατές αλλά ταυτόχρονα όχι συμβατικές φανερώνουν την αθέατη πλευρά της χώρας και της κοινωνικής της διάλυσης. Μέσα από ένα σχήμα πατέρα-κόρης και την σχέση ατόμου-κράτους η περιθωριοποίηση και ο εγκλωβισμός δημιουργούν μια μόνιμη, αδιέξοδη και τρομαχτική συνθήκη: την αποδοχή τους.


«The House that Jack Built» του Lars Von Trier


Κάθε του ταινία είναι μια ολοκληρωμένη αφηγηματική και φιλοσοφική τοποθέτηση. Στην τελευταία του ταινία μπαίνει στο ιδεολογικό του στόχαστρο όλος μα όλος ο δυτικός πολιτισμός και το αξιακό σύστημα που δημιούργησε, συστηματικά ανέπτυξε και συντηρεί έκτοτε. Το κοινωνικό κατασκεύασμα είναι το σπίτι της κατά συρροή μακαβριότητας: Από τον Καντ στο Γκαίτε και από τον Χίτλερ στην ιδέα και πράξη της δολοφονίας ως τελειοποιημένο έργο τέχνης, εδώ από κάτω στεγάζονται όλα τα ιδεολογήματα και οι αιώνιες ηθικές του κόσμου μας. Η δολοφονία άλλωστε είναι εξουσία πάνω σε έναν άλλο άνθρωπο. Και αφού η εξουσία είναι θεμιτή και αποδεκτή έτσι αποδεκτή είναι και η βίαιη ετούτη πρακτική της. Ο Trier δεν κάνει ταινίες. Κινηματογραφεί δοκίμια. Κι αυτό είναι ένα σπουδαίο δοκιμιακό έργο τέχνης που αποτελεί υποκρισία να δηλώνουμε απλώς πως μας σοκάρει. Η εικονογράφηση του δεν είναι εξάλλου κάτι νέο για τα μάτια μας: Ο Trier κινηματογραφεί την πραγματική και την πραγματικά αποδεκτή εκ μέρους μας ευτέλεια του δυτικού κόσμου που κυριαρχεί εδώ και αιώνες σε κάθε σταγόνα της κοινωνικής και ηθικής μας ύπαρξης. Και αν κάτι πρέπει να μας σοκάρει είναι ότι την αποκρύπτουμε.


«Phantom Thread» του Paul Thomas Anderson


Ο Paul Thomas Anderson γνωρίζει πως να υπογράφει σημαντικές ταινίες. Και αν η πλοκή μοιάζει με μια απλοϊκή βιογραφία ενός μεσοαστού που ράβει καλόγουστα και ακριβά ρούχα ακριβώς ένα τέτοιο απλό υλικό το μετατρέπει με την κάμερα σε μια αναπαράσταση των σύγχρονων εξουσιαστικών συνθηκών στις ανθρώπινες σχέσεις. Κτητικές, εξαρτημένες, διαλυτικές και διαλυμένες από την στιγμή της πρόθεσης. Η προσπάθεια δυο ατόμων με ταξική διαφοροποίηση για να αγαπηθούν είναι τελικά μια μάταιη πράξη αναγκαίας ισορροπίας. Η αλληλοτροφοδότηση αλλοτρίωσης είναι αυτό που ο δυτικός κόσμος έχει απλά χωνέψει ως κυρίαρχη συνθήκη. Και ο αμερικάνος δημιουργός το συστήνει αυτό με μια λεπτεπίλεπτη εικαστικά και δραματουργικά ισορροπία.


«Roma» του Alfonso Cuaron


Το «Ρόμα» είναι μια ταύτιση με μια ολόκληρη εποχή, με την κοινωνική κατάσταση του μεξικάνικου λαού, τον πόνο ενός ολόκληρου έθνους και την θέση του στην ιστορία. Μια αναφορά στο πραγματικό Μεξικό. Το «Ρόμα» είναι ένα μεγάλο ευχαριστώ του Cuarón –και παρομοίως δικό μας ως κοινό- στους ανθρώπους του, στο Μεξικό ιθαγενή, στο Μεξικό γυναίκα. Το θεμέλιο του Μεξικού είναι η γυναίκα. Η αγκαλιά των παιδιών στην πρωταγωνίστρια ιθαγενή Κλεό είναι μια πράξη ενάντια στην ηθική, σωματική και ιδεολογική κακοποίηση της. Το «Ρόμα» είναι συγκλονιστική ταινία αισθητικά, συναισθηματικά, νοητικά. Πολύπλοκα ανθρώπινη.


«Zama» της Lucrecia Martel


Ένα από τα πιο ιδιαίτερα -αφηγηματικά μιλώντας- φιλμ της χρονιάς που δημιουργεί την αίσθηση της σκληρότητας και της απομόνωσης –και για τους χαρακτήρες αλλά και για τον θεατή- με απλά αποστασιοποιημένα και αποδραματοποιημένα πλάνα. Στο στόχαστρο η ίδια η αποικιοκρατία του 18ου αιώνα και η επίδραση της στον αποικιοκράτη (όπως και στον κατεχόμενο). Οι εκφράσεις και οι ενέργειες του κεντρικού χαρακτήρα Zama παραμένουν τόσο αινιγματικές που πάνω τους μπορούμε –αν προσπαθήσουμε- να προσδώσουμε πλευρές της ηθικής που η αποικιοκρατία μέχρι σήμερα μας έχει χαρίσει.


Το κινηματογραφικό φιάσκο της χρονιάς…

«Cold War» του Pawel Pawlikowski

Δεν μπορούμε να δεχόμαστε όλες τις ταινίες αψήφιστα. Κι αυτό διότι στην συγκεκριμένη πίσω από την επίφαση της καλλιτεχνικότητας –άλλωστε η άνευ λόγου ασπρόμαυρη φωτογράφιση μονάχα ως προσπάθεια εντυπωσιασμού μπορεί να εκληφθεί- κρύβονται μια σειρά από μπανάλ, κοινότυπες και άκρως συντηρητικές και αντιδραστικές διδαχές που μονάχα από απειρία δικαιολογείται να μην τις διακρίνουμε. Όταν σε παγκόσμιο επίπεδο ο κόσμος έχει φτάσει στην χειρότερη μεταπολεμικά στιγμή του και ο υπερκετιμημένος και επιδεικτικά πολυβραβευμένος Pawliksowski έρχεται να μας μιλήσει για ένα μπουρζουά έρωτα ώστε να μας αποκοιμήσει με τον φθηνό ρομαντισμό του, προφανώς και μπορούμε να μην πάρουμε. Οι συγκρούσεις, ο πόνος και το δράμα του 20ου αιώνα είναι κάτι πολύ περισσότερο, πολύ βαρύτερο. Και καμιά αισθητική αρτιότητα δεν δικαιούται να αναδεικνύει ως έργο τέχνης κάτι το τόσο απαράδεκτα λίγο. Το ότι σπάει τα ταμεία, γεμίζει τα παγκόσμια αστεράκια και συνεχίζεται να βραβεύεται όπου βρεθεί και όπου σταθεί είναι ένας λόγος που το κρίνω ως πραγματικό φιάσκο.

Γεννημένος το 1984 στην Λάρισα, εγκλωβισμένος για κάποια χρόνια στην Ιταλία, αντί να μάθει να ξυπνάει στις αίθουσες δικαστηρίων έμαθε να βρίσκεται στις αίθουσες κινηματογράφου καθώς και πίσω από φωτογραφικές μηχανές. Έκτοτε γράφει για ταινίες και για σινεμά (καθώς και για ό,τι άλλο σκέφτεται) και φωτογραφίζει για φωτορεπορτάζ και για ευχαρίστηση. Είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης (ΠΕΚΚ) και της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Κριτικών Κινηματογράφου (FIPRESCI).