Οι δημιουργοί των «Παρτιζάνων των Αθηνών» μιλούν για την ταινία τους

Μια κουβέντα με τον Ξενοφώντα Βαρδαρό και Γιάννη Ξύδα

| 13/04/2018

«Οι Παρτιζάνοι των Αθηνών» -η πρώτη ταινία που ασχολείται με «άγνωστες» πτυχές του αντάρτικου πόλης την περίοδο της κατοχής στην πρωτεύουσα- όπου και παρουσιάσαμε στο Περιοδικό και όπου έκανε μια πετυχημένη πορεία στο 20ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης επιστρέφει στην Αθήνα για τρεις προβολές στον κινηματογράφο Μικρόκοσμο. Ο Ξενοφώντας Βαρδαρός και ο Γιάννης Ξύδας, οι δυο δημιουργοί πίσω από την κάμερα, πίσω από την αφηγήσεις, άνθρωποι πολιτικοποιημένοι και ταυτόχρονα με σοβαρές αισθητικές προθέσεις βρήκαν τον χρόνο να συζητήσουν πάνω στην ταινία τους.

Μεγάλο ενδιαφέρον έχουν οι «Ιστορίες από το μοντάζ» στην ιστοσελίδα της ταινίας. Μοιάζει η όλη προσπάθεια σας πως δεν εξαντλείται στην κινηματογραφική εικόνα αλλά ότι προσπαθείτε να γνωστοποιήσετε και να αναδείξετε μια συνολικότερη εικόνα της ιστορίας. Θα θέλατε το ντοκιμαντέρ σας να παίξει ένα σημαντικότερο ρόλο στην ιστοριογραφία και στην μελέτη της;

Η περίοδος της Κατοχής είναι από τις σημαντικότερες στη σύγχρονη ιστοριογραφία της Ελλάδας. Το ντοκιμαντέρ είναι μια μικρή αφορμή για να ασχοληθούμε εκτενέστερα μέσα από τη μελέτη, ώστε να μπορέσουμε να κατανοήσουμε το πώς οι άνθρωποι οργανωμένα κατάφεραν να νικήσουν τον θάνατο και τη μοιρολατρία και να αποδείξουν ότι τίποτα δεν είναι ουτοπικό. Η κάθε συνέντευξη συνοδεύεται από ένα πλούσιο υλικό αφηγήσεων που δυστυχώς δεν μπορέσαμε να συμπεριλάβουμε στο τελικό αποτέλεσμα. Επειδή ακριβώς αυτές πρέπει να μείνουν ως παρακαταθήκη σκεφτήκαμε για αρχή να «ανεβάσουμε» στη σελίδα στο facebook ορισμένες που «κόπηκαν». Είδαμε ότι η ανταπόκριση ήταν θετική, οπότε έχουμε στα πλάνα μας να διοχετευτεί το υλικό αυτό με άλλους τρόπους, πέραν των «Παρτιζάνων».

Πολύ σημαντικό προφανώς για νέους δημιουργούς να κάνει πρεμιέρα μια ταινία στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Και ειδικά με την συγκεκριμένη θεματική. Τελικά όμως την επιστρέφετε στον φυσικό της χώρο στην Αθήνα, στον λαό της και για τρεις προβολές. Έχει ενδιαφέρον που οι δυο πρώτες έχουν ελεύθερη είσοδο. Θέλω να σχολιάσετε τον λόγο για αυτή την πράξη.

Το να είναι ελεύθερη η είσοδος, για τις πρώτες προβολές στον κινηματογράφο, αλλά και για επόμενες σε διάφορους κοινωνικούς χώρους, ώστε να έχει τη δυνατότητα ο οποιοσδήποτε άνθρωπος θέλει να παρακολουθήσει το ντοκιμαντέρ, είναι ένα χαρακτηριστικό που είχαμε βάλει εξ αρχής σε εμάς τους ίδιους ως όρο, σε σχέση και με την ιδιαιτερότητα του συγκεκριμένου ντοκιμαντέρ. Αυτό δε σημαίνει ότι η λογική του «καπέλου» ή της χωρίς αντίτιμο διάθεσης των έργων πρέπει να μπαίνει προταγματικά. Ο κάθε δημιουργός πρέπει να ζει με αξιοπρέπεια και να διαθέτει τη δουλειά του με όποιο τρόπο θεωρεί αυτός σκόπιμο.

Και μόνο που δημιουργείτε ένα καλλιτεχνικό έργο και με συγκεκριμένη ιστορική και πολιτική τοποθέτηση υποδηλώνει κατά την γνώμη μου, -και εφόσον δεχτούμε αυτή την φράση με την κυριολεκτική της σημασία-, όντως «ζωή με αξιοπρέπεια». Αυτό είναι αδιαμφισβήτητο. Είναι στα σχέδια σας να προχωρήσετε σε άλλου τύπου προβολές; Όπως ίσως στις περιοχές που «διαδραματίστηκαν» τα γεγονότα; «Μέσα στις συνοικίες της Αθήνας» δηλαδή, εκεί όπου ο λαός έχει βιωματικές, πιο οικείες, ας πούμε αναφορές;

Στόχος μας είναι να το δώσουμε σε όσους περισσότερους δήμους, ώστε όλοι να έχουν τη δυνατότητα να παρακολουθήσουν ένα κομμάτι της ιστορίας της περιοχής τους, αλλά και της Αθήνας συνολικότερα. Επιπλέον, συζητάμε με εργατικές λέσχες και άλλους χώρους, ώστε να προβληθεί το ντοκιμαντέρ. Σταδιακά, θα ανακοινώνονται και από τη σελίδα που διατηρούμε στο facebook.

Πραγματικά πιστεύετε στο υλικό σας και στην δυναμική του να παράξει συζήτηση…. Σε ποιους πιστεύετε πως απευθύνεται η ταινία; Στους ίδιους τους ανθρώπους που έζησαν τα γεγονότα ή και ίσως στους «εχθρούς» τους; Στους νέους ανθρώπους, στην δική μας γενιά; Πιστεύετε ότι μπορούν αυτοί οι τελευταίοι να ακολουθήσουν την Ιστορία που μετράει ήδη 60 και βάλε χρόνια στην πλάτη της; Ή παρέμεινε σε κάποιο «σημείο» της μνήμης αποκλειστικά των αριστερών ανθρώπων;

Η ιστορία, όσο και αν έγινε απόπειρα αλλοίωσης της, όσο και αν επιχειρήθηκε η πλήρης απουσία και απαξίωσή της, δεν χάθηκε από τις συνειδήσεις και από τα βιώματα των ανθρώπων. Το ντοκιμαντέρ, φυσικά, απευθύνεται σε όλους όσους ενδιαφέρονται να ακούσουν τις μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν τα γεγονότα την εποχή εκείνη. Είναι, πρωτίστως, όμως, ένας φόρος τιμής για τους χιλιάδες αγωνιστές της ΕΑΜικής Αντίστασης, οι οποίοι προσπάθησαν έμπρακτα, όχι μόνο να διώξουν τους κατακτητές, αλλά και να γίνουν κυρίαρχοι στον τόπο τους.

Παίρνοντας υπόψη τις sold out προβολές στην Θεσσαλονίκη (και καθώς έγιναν τις πρώτες μέρες του φεστιβάλ που γενικά δεν είναι οι «δυνατές» μέρες του φεστιβάλ -που το κοινό δηλαδή δεν συρρέει μαζικά στις αίθουσες), που θεωρείτε πως οφείλετε αυτό το ενδιαφέρον από πλευρά του; Ιστορικού τύπου περιέργεια; Πολιτικοποίηση του κοινού;

Αυτό που καταλάβαμε ήταν ότι ο κόσμος έχει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το ιστορικό ντοκιμαντέρ. Θέλει να μαθαίνει πράγματα για την ιστορία του, τις καταβολές του και το παρελθόν του. Ίσως φανεί λίγο κλισέ, αλλά ένας λαός χωρίς μνήμη, είναι ένας λαός χωρίς παρόν και μέλλον.

Θα θέλατε να μοιραστείτε μαζί μας κάποια αντίδραση του κοινού στις δυο προβολές της Θεσσαλονίκης;

Στη δεύτερη προβολή έδωσε το «παρών» ο Μόρφης Στεφούδης. Ο κ. Στεφούδης όταν ήταν παιδί, περίπου 9 χρονών, μετέφερε όπλα για τους αντάρτες. Ο αγωνιστής αυτός, τις παραμονές των εκλογών της βίας και νοθείας, μαζί με τον Στέφανο Βελδεμίρη, ενώ μοίραζαν προκηρύξεις για την ΕΔΑ, δέχθηκαν πυροβολισμούς από αστυφύλακα, με αποτέλεσμα να σκοτωθεί ο Βελδεμίρης. Ακούγοντας θετικά λόγια από αυτόν τον άνθρωπο νιώσαμε μια μεγάλη χαρά. Επιπλέον, μας γέμισε χαρά το γεγονός ότι κάποια άτομα σκέφτονται να κάνουν ένα αντίστοιχο ντοκιμαντέρ για τη Θεσσαλονίκη.

Πολύ ενδιαφέρουσα πληροφορία αυτή. Και έτσι επιβεβαιώνεται μια εκτίμηση πως η ταινία σας, εκτός των άλλων χαρακτηριστικών, έχει μεγάλη σημασία για το νέο ελληνικό σινεμά γιατί αποδείχνει πως συνεχίζουν να υπάρχουν δημιουργοί (ελάχιστοι κατά την γνώμη μου) που δεν φοβούνται την τριβή με την Ιστορία του λαού μας. Κάποιοι λίγοι που μιλούν στα ίσια για πολιτικά ζητήματα που μας «καταδιώκουν». Θα θέλατε να σχολιάσετε μια τέτοια εκτίμηση; Πιο απλά: Πιστεύετε ότι «καίνε» τους νέους κινηματογραφιστές και συναδέλφους σας τέτοιες θεματικές; Ο Αγγελόπουλος φοβόταν κάποτε μην και κάνει το σινεμά «δήλωση μετάνοιας»…

Ο πρωταρχικός μας στόχος ήταν να καταγράψουμε όσο πιο καλά και πολιτικά ορθά την πραγματικότητα για την περίοδο της Κατοχής. Ο κόσμος ενδιαφέρεται για τα πράγματα αυτά.  Μας ενδιαφέρει η πολιτική και δεν έχουμε πρόβλημα να εκτεθούμε από τη στιγμή που έχει γίνει μια συγκεκριμένη έρευνα και δεν πέφτουμε σε ιστορικά λάθη. Στους “Κυνηγούς” του Αγγελόπουλου ο αντάρτης που ανακαλύπτεται 30 χρόνια μετά τη λήξη του εμφυλίου νεκρός στο χιόνι, με νωπές ακόμα τις πληγές, ξαναθάβεται με συνοπτικές διαδικασίες, γιατί οι μνήμες που ξυπνάει ακόμα τρομάζουν. Εμείς είμαστε πολύ τυχεροί που μας δόθηκε η δυνατότητα να μας μιλήσουν άνθρωποι, οι οποίοι ίσως τα προηγούμενα χρόνια δεν θα μας μιλούσαν και οι μνήμες τους θα ήταν πολύ δύσκολο αργότερα να “ξεθαφτούν”.

Που οφείλεται το γεγονός πως ενώ οι περισσότεροι γνωρίζουμε για τον ηρωικό αγώνα και το αντάρτικο στα βουνά ο αγώνας στην Αθήνα δεν έγινε ποτέ γνωστός πέραν από τους «μυημένους»; Που οφείλετε κατά την γνώμη σας μια τέτοια «ιστορική» παρατυπία; Έχει κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που τον άφησαν στην αφάνεια; Τι τον διαφοροποιεί;

Μια ερμηνεία που ενδεχομένως μπορούμε να δώσουμε είναι ότι τα πρώτα βιβλία που βγήκαν για την περίοδο αυτή (και συγκεκριμένα το «Οι Καπετάνιοι» του Ντομινίκ Εγκ), αναφέρονται κυρίως στην ηρωική μορφή του Άρη Βελουχιώτη. Συνήθως ταυτιζόμαστε πρωτίστως με μορφές, που έχουν το βάρος και τη φυσιογνωμία του. Στην πόλη, βεβαίως, υπήρχαν πάρα πολλοί άνθρωποι που έδρασαν ουσιαστικά, ωστόσο δεν συνοδεύτηκαν από τον ίδιο μύθο. Επιπλέον, η δράση στο βουνό ταυτίστηκε με ποικίλες πρωτοπορίες της εποχής, όπως το θέατρο «του βουνού», τη μάχη της σοδειάς και τα λαϊκά δικαστήρια, αλλάζοντας ουσιαστικά τη νοοτροπία και τη ζωή των ανθρώπων. Βεβαίως, αυτό που πρέπει να υπενθυμίσουμε είναι ότι οι πρώτες οργανώσεις, όπως η Εθνική Αλληλεγγύη και το Εργατικό ΕΑΜ κινητοποιήθηκαν στην πόλη της Αθήνας, όταν στο βουνό υπήρχαν λίγοι ακόμη αντάρτες. Τον τελευταίο καιρό παρατηρούμε ότι έχουν κυκλοφορήσει βιβλία για την Αθήνα και το ενδιαφέρον μετατοπίζεται και στην πόλη.

Ταυτιζόμαστε όντως με μορφές. Το δικό σας ντοκιμαντέρ μέσα από «ανώνυμες» μορφές ταυτίζεται με την Ιστορία. Νιώθατε λοιπόν όσο δημιουργούσατε την ταινία το βάρος και την ευθύνη πάνω σας; Πως δηλαδή μια τέτοια ταινία οφείλει να τεκμηριώνεται όσο το δυνατόν πιο αντικειμενικά;

Φυσικά και νιώσαμε μια ευθύνη για το πώς θα αναδείξουμε τις μαρτυρίες και το υλικό που συγκεντρώσαμε. Κυρίως, διότι ορισμένοι αγωνιστές μιλούν πρώτη φορά και είχε και για τους ίδιους μια ιδιαίτερη σημασία αυτό. Επίσης, είναι η πρώτη φορά που μιλάνε αγωνιστές της ΟΠΛΑ, μιας οργάνωσης που κατασυκοφαντήθηκε.

Αυτό είναι άλλωστε σημαντικό από μόνο του. Μέσα από την διαδικασία έρευνας που ακολουθήσατε, μάθατε κάτι καινούριο από την όλη τριβή με τους αγωνιστές και την μελέτη της ιστορίας ή αναπτύξατε τις ήδη δομημένες δικές σας απόψεις επί του θέματος;

Σίγουρα μια έρευνα σε κάνει να μαθαίνεις περισσότερα. Μέσα από αυτό το ντοκιμαντέρ διαβάσαμε τα αρχεία, τα βιβλία, ακόμη και αυτοεκδόσεις των αγωνιστών και ήρθαμε σε επαφή με τεράστιο πλούτο γνώσεων για διάφορες περιοχές της Αθήνας. Όταν ξεκινήσαμε το ντοκιμαντέρ θεωρώ ότι ήμασταν -χωρίς υπερβολή- σε εμβρυακό στάδιο. Ξέραμε γενικά πράγματα, αλλά δεν γνωρίζαμε, για παράδειγμα, άγνωστες πτυχές της ιστορίας των συνοικιών της Αθήνας. Στην ουσία ξεκινήσαμε από την αρχή.

Κάθε έργο τέχνης εξάλλου είναι και εργαλείο να έρθουμε πιο κοντά στα πιστεύω μας. Να τα συγκροτήσουμε ίσως πληρέστερα. Και έτσι ρωτάω: Για ποιο λόγο κάνετε σινεμά; Τέτοιο συγκεκριμένο πολιτικό σινεμά που θέλει εκτός των άλλων και θάρρος; Θέλετε να επιδράσετε πολιτικά στο σήμερα;

Θέλουμε αρχικά να μιλήσουμε για πράγματα που απασχολούν εμάς τους ίδιους. Ένα πολιτικό ντοκιμαντέρ σκοπό έχει να επανεκκινήσει έναν διάλογο με την ιστορία. Θέλαμε να δημιουργήσουμε κάτι, που θα δώσει στον κόσμο το έναυσμα να γνωρίσει την ιστορία της περιόδου εκείνης, να τη μελετήσει περαιτέρω.

Κάποια στιγμή βλέπουμε στην ταινία αρχειακό υλικό από την επίσκεψη Τσόρτσιλ στην Αθήνα το 1944. Θα μπορούσε να πει κάποιος πως οι Άγγλοι βοήθησαν τους Έλληνες αντάρτες. Πως πιστεύετε πως αντικρούεται μια τέτοια άποψη μέσα από το ντοκιμαντέρ σας, μια άποψη ευρέως ίσως διαδεδομένη;

Οι Άγγλοι βοήθησαν ελάχιστα στις αρχές τον ΕΛΑΣ. Αυτούς που βοήθησαν απλόχερα ήταν οι άλλες οργανώσεις και αυτές που πατρόναραν. Δεν επιθυμούσαν οργανωμένη αντίσταση και ειδικά από κομμουνιστές. Το πλάνο του ντοκιμαντέρ δείχνει τον Τσόρτσιλ τα Χριστούγεννα του ’44, όταν πλέον είναι «νικητής» μαζί με αυτούς που είτε εγκατέλειψαν την χώρα, όταν μπήκαν οι Γερμανοί στην Αθήνα, είτε με αυτούς που συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς στα χρόνια της Κατοχής.

«Υπάρχει η μνήμη, υπάρχει και η προοπτική» έλεγε ο Αγγελόπουλος. Πιστεύετε πως η κάμερα μπορεί να «συμπληρώσει» την ιστορία; Έχετε κάποια σχέδια ως ντοκιμαντερίστες να αναδείξετε και άλλες τέτοιες «άγνωστες» πλευρές της ιστορίας του 20ου αιώνα;

Μια κάμερα μπορεί να αναδείξει ένα κομμάτι της ιστορίας, να ανοίξει μία μικρή πόρτα σε ξεχασμένα ιστορικά γεγονότα σε ένα μεγάλο αριθμό ανθρώπων. Από εκεί και πέρα, για περισσότερη μελέτη, υπάρχει το βιβλίο και τα αρχεία (ΑΣΚΙ, ΕΛΙΑ, ΚΚΕ, Βουλής, κτλ.). Θα θέλαμε σίγουρα να ασχοληθούμε περαιτέρω με θέμα της ελληνικής πραγματικότητας και ελπίζουμε να τα καταφέρουμε.

Αν και το ελληνικό σινεμά αναπτύσσεται θεωρείτε πως υπάρχει κάτι το συνεκτικό, μια κοινή συνιστώσα των νέων δημιουργών; Χρειάζεται θεωρείτε ένας επαναπροσδιορισμός του «τι πρέπει να πούμε», «για τι πράγμα να μιλήσουμε»; Υπάρχει εν τέλει ανάγκη ενός καλλιτεχνικού ρεύματος, μια ενιαίας αντίληψης στο σήμερα; Θεωρητικά, πρακτικά, συλλογικά;

Σε σχέση με το ντοκιμαντέρ, με το οποίο κυρίως ασχολούμαστε, παρατηρούμε μία άνθηση σε όλες τις μορφές του. Αυτό συμβαίνει είτε λόγω μίας αυξημένης περιέργειας των νέων κινηματογραφιστών για το χθες, το τώρα και το μετά, ίσως στα πλαίσια ενός επαναπροσδιορισμού της ατομικής και συλλογικής ταυτότητας, είτε γιατί πολύ απλά χρειάζεται λιγότερα χρήματα για να πραγματοποιηθεί. Στο δικό μας ντοκιμαντέρ προσπαθούμε να είμαστε όσο πιο ειλικρινείς με το κοινό, τους ανθρώπους που μας εμπιστεύονται τις ιστορίες τους και φυσικά με τους ίδιους μας τους εαυτούς και τα πιστεύω μας.


Κινηματογράφος Μικρόκοσμος

(Λ. Συγγρού 106, Φιξ, μετρό Συγγρού-Φιξ)

Κυριακή, 15 Απριλίου 2018 στις 13:00 (δωρεάν είσοδος με ελεύθερη συνεισφορά)
Κυριακή, 15 Απριλίου 2018 στις 14:30 (δωρεάν είσοδος με ελεύθερη συνεισφορά)
Τετάρτη, 18 Απριλίου 2018 στις 22:30 (τιμή εισιτηρίου 4 ευρώ)

 

*Οι φωτογραφίες των αγωνιστών και το αρχειακό υλικό πάρθηκε από την σελίδα της ταινίας στο Facebook

Γεννημένος το 1984 στην Λάρισα, εγκλωβισμένος για κάποια χρόνια στην Ιταλία, αντί να μάθει να ξυπνάει στις αίθουσες δικαστηρίων έμαθε να βρίσκεται στις αίθουσες κινηματογράφου καθώς και πίσω από φωτογραφικές μηχανές. Έκτοτε γράφει για ταινίες και για σινεμά (καθώς και για ό,τι άλλο σκέφτεται) και φωτογραφίζει για φωτορεπορτάζ και για ευχαρίστηση. Είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης (ΠΕΚΚ) και της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου (FIPRESCI).