Στήλη: Οι ξένοι

ΟΙ ΞΕΝΟΙ | Νιώθω σαν λουλούδι που φύτεψαν σε άλλο τόπο και εκεί πια είναι η πατρίδα του

Έχω ρίζες λιβυκές, αραβικές αλλά η ψυχή μου και η ζωή μου είναι ελληνικές

| 28/11/2018

Πώς σκέφτονται αυτοί που εμείς βλέπουμε ως «ξένους» για τη ζωή τους μαζί μας;  Πώς νιώθουν;  Πώς τους κάνουμε, ενίοτε, να νιώθουν;  Τι θα ήθελαν να μας πουν;  Γιατί Ξένος δεν γεννιέσαι, γίνεσαι. Σε καθιστούν οι άλλοι όταν η πραγματικότητά σου δεν ταιριάζει με τη δική τους. Όταν αυτό που βλέπουν σε εσένα δεν ανταποκρίνεται σε αυτό που έχουν στο κεφάλι τους. Όταν διαφέρεις από τα στερεότυπα. Όταν δεν είσαι αυτό που «θα έπρεπε να είσαι». Διότι, όπως είπε και ο ποιητής «τι θα απογίνουμε χωρίς βαρβάρους».

#ToPeriodikoGR και ο Μάνος Καλλιμικράκης δημιουργούν αυτή τη στήλη με στόχο να καταγράψουν. Να καταγράψουν τη ματιά, τη σκέψη και το συναίσθημα των συνανθρώπων μας που έχουν άλλες χώρες καταγωγής και είτε βρέθηκαν και έμειναν στην Ελλάδα είτε γεννήθηκαν εδώ. Δεν εστιάζει στους πρόσφυγες των τελευταίων χρόνων, αλλά σε όλους εκείνους και όλες εκείνες που εδώ και αρκετά χρόνια, συνήθως, ζουν μαζί μας.  Και όσα έχουν να μας πουν είναι πολλές φορές διαφορετικά από όσα νομίζουμε ότι θα ακούσουμε. 

 

Hallo hallo! Λοιπόν με λένε Wesdjan Alijowaili. Με φωνάζουν Αγάπη και είμαι 26. Είμαι παντρεμένη και έχω δύο παιδιά.

Ήρθα στην Ελλάδα 8 χρονών από τη Λιβύη μαζί με τους γονείς μου και τους δυο αδερφούς μου. Ο πατέρας μου ήταν στρατιωτικός και αντίπαλος του Καντάφι. Προσπάθησε μαζί με άλλους να ρίξει την κυβέρνηση αλλά τους πρόδωσαν και έτσι τους συνέλαβαν, τους φυλάκισαν και τους βασάνισαν. Όταν βγήκε από τη φυλακή αποφάσισε να φύγουμε οικογενειακώς από τη χώρα διότι δεν θα είχαμε κανένα μέλλον εκεί.

Είχαμε σοβαρό πρόβλημα. Εμάς που ήμασταν ακόμα παιδιά μας ενοχλούσαν μέχρι και στο σχολείο. Ερχόντουσαν άντρες με πολιτικά και μας ρωτούσαν να τους πούμε πού είναι ο πατέρας. Είχε φύγει πριν από εμάς στο εξωτερικό και νόμιζαν ότι κρύβεται.

Ύστερα από έξι μήνες φύγαμε και εμείς και πήγαμε στη Σουηδία που είχε εγκατασταθεί ο πατέρας μου. Μείναμε εκεί ένα ενάμισι χρόνο. Οι Σουηδοί δεχόντουσαν να μείνει ο πατέρας μου που κινδύνευε άμεσα αλλά όχι η οικογένειά του. Μας πρότειναν να γυρίσουμε εμείς στη Λιβύη και όταν του χορηγήσουν άσυλο να επιστρέψουμε. Φυσικά δεν μπορούσαμε να πάρουμε τέτοιο ρίσκο και έτσι αποφασίσαμε να έρθουμε στην Ελλάδα.

Στην αρχή τα βρήκαμε πάρα πολύ δύσκολα. Ξεκινούσαμε ξανά από το μηδέν. Μας φαίνονταν όλα περίεργα δεν μιλούσαμε και τη γλώσσα. Όταν φτάσαμε στην Αθήνα μείναμε σε ένα ξενοδοχείο και την επόμενη ημέρα πήγαμε στην πρεσβεία να φτιάξουμε τα χαρτιά μας. Μας πρότειναν να μείνουμε στη Θεσσαλονίκη γιατί η Αθήνα λόγω της λιβυκής πρεσβείας, δεν ήταν ασφαλής για εμάς. Και έτσι πήγαμε στη Θεσσαλονίκη.

Μείναμε σε ένα κέντρο προσφύγων. Ήταν πραγματικά χάλια. Μας έβαλαν σε ένα δωμάτιο πολύ βρώμικο με κατσαρίδες, τι να σου λέω, η μαμά μου έκλαιγε κάθε ημέρα. Όμως τα καταφέραμε και φύγαμε από εκεί. Βρήκε ο πατέρας μου μια δουλειά στα χωράφια και μπορέσαμε και νοικιάσαμε ένα διαμέρισμα στους Αγίους Αναργύρους, στις Σαράντα Εκκλησιές. Η μαμά μου πήγε στο σχολείο να μάθει τη γλώσσα για να μπορέσει να εργαστεί. Ήταν δασκάλα στη Λιβύη. Σιγά σιγά άρχισε να εργάζεται και αυτή. Εγώ και τα αδέρφια μου πήγαμε σε ελληνικό σχολείο. Ήμουν 9 ετών.

Όταν πρωτοπήγα στην τάξη όλα τα παιδιά χάρηκαν γιατί ήμουν το πρώτο ξένο παιδί που έβλεπαν και όλοι μου χαμογελούσαν και μου έπιαναν την κουβέντα. Και έτσι αγαπήσαμε το σχολείο γιατί δεχθήκαμε αγάπη!

Άργησα να μάθω τη γλώσσα μου πήρε ένα χρόνο. Κάναμε και ειδικό μάθημα. Την ώρα των θρησκευτικών εμείς κάναμε ελληνικά με την κυρία Τίνα. Ακόμα αγαπώ την εικόνα των χειλιών της. Τα κοιτούσα με τόση προσοχή και αφοσίωση για να μάθω σωστά την προφορά που δεν νομίζω να τα ξεχάσω ποτέ.

Δεν δεχθήκαμε κανενός είδους ρατσισμό στο δημοτικό. Μπορώ να σου πω ότι ήταν και χαρούμενοι που ήμασταν στο σχολείο και είχαμε πολλούς φίλους.

Στο Γυμνάσιο, ο καθηγητής της Ιστορίας ήταν ρατσιστής και μου μιλούσε άσχημα. Όταν σήκωνα χέρι να πω μάθημα έλεγε μες στην τάξη «Σιγά μην ξέρεις εσύ να μας πεις ιστορία» ή «να δούμε τι θα μας πει η τσιγκούνα». Δεν ξέρω γιατί με έλεγε έτσι.. Με τους υπόλοιπους καθηγητές δεν είχαμε θέμα, μας αγαπούσαν. Εντάξει φαινόταν ότι ο άνθρωπος δεν ήταν καλά μέσα του, δεν του έφταιγα εγώ.

Έπειτα πήγα στο διαπολιτισμικό Γυμνάσιο και γνώρισα παιδιά από διάφορες άλλες χώρες και τέλος επαγγελματικό λύκειο που πήρα το πτυχίο μου ως βοηθός οδοντοτεχνίτη.

Όταν «έφυγε» ο Καντάφι η μαμά μου βρήκε δουλειά στο Λιβυκό σχολείο και εμένα μου πρότειναν μια θέση εργασίας στην πρεσβεία. Έτσι αποφασίσαμε να κατεβούμε στην Αθήνα. Ως τότε η μητέρα μου έκανε ιδιαίτερα αραβικών σε παιδιά και εγώ δούλευα στο νοσοκομείο ως μεταφράστρια. Στην Αθήνα λοιπόν δούλεψα στην πρεσβεία, παντρεύτηκα και έκανα και δύο παιδιά. Έπειτα δούλεψα σε ΜΚΟ ως μεταφράστρια, όπου και εργάζομαι μέχρι και σήμερα.

 

 

Το θέμα της ανέγερσης τεμένους δεν με νοιάζει και πολύ. Οι μουσουλμάνες προσεύχονται ούτως ή άλλως στο σπίτι αλλά ούτε και ο άντρας μου πάει. Και τη μαντήλα (hijab) τη φοράω εδώ και μερικούς μήνες. Δεν με ανάγκασε κανείς ούτε με πίεσε. Αν τη βαρεθώ αύριο τη βγάζω. Έχω δει βέβαια και μεγάλη διαφορά από όταν την έβαλα.

Πριν ιδίως στην πόλη μου, τη Θεσσαλονίκη δεν ένιωθα καθόλου μα καθόλου ξένη. Δεν ένιωθα καν ότι είμαι από τη Λιβύη. Μόνο στο σπίτι μου μιλούσα αραβικά. Κανείς δεν μου έδωσε ποτέ κάποιο σημάδι ότι με βλέπει ως ξένη. Όταν ήρθα στην Αθήνα άρχισα να νιώθω ένα μικρό αγκάθι ρατσισμού στα βλέμματα των άλλων. Μόλις έκανα ένα μικρό λάθος στην ομιλία ή όταν θα εντόπιζε μια διαφορετική προφορά αμέσως θα με ρωτούσε «από πού είσαι εσύ;» και πολλές φορές άλλαζε το ύφος του, θα με αντιμετώπιζε με θυμό ή με υπεροψία. Στη Θεσσαλονίκη δεν υπήρχε αυτό, ήταν καλοί άνθρωποι.

Χωρίς τη μαντήλα δεν με κοιτάει κανείς. Τώρα πια και στο μετρό που μπαίνω όλοι γυρνάνε και με κοιτάνε. Ξέρω ότι δεν έχουν κακή πρόθεση και σκέφτομαι ότι αν κάποια έβαφε τα μαλλιά της πράσινα και κόκκινα έτσι θα την κοίταζαν αλλά βαθειά μέσα μου με τρυπάει λίγο αυτό το βλέμμα, με καταλαβαίνεις;

Όταν με ακούσουν να μιλάω ελληνικά όλοι κάνουν πίσω.

Αλλάζει αμέσως το ύφος τους, ο τρόπος που μου απευθύνονται. Μια φορά στο μετρό μια κυρία μόλις με είδε αναφώνησε «Αμάν!» και γύρισε από την άλλη να μην με βλέπει! Και εγώ φυσικά πήγα και έκατσα δίπλα της…

Στο Σύνταγμα λοιπόν ρώτησε την μπροστινή της αν θα κατέβει και της απάντησα εγώ.  Τα έχασε και άλλαξε όλη της η στάση απέναντί μου. Με ρώταγε πού έμαθα τα ελληνικά, μου μίλαγε γλυκά με αποκαλούσε «κορίτσι μου». Άλλος άνθρωπος σε μία στιγμή. Αλλά παρόλα αυτά είναι η πατρίδα μου.

Είπαμε μια φορά με τον άντρα μου να φύγουμε από την Ελλάδα αλλά δεν μπορούσα. Τον είπα «δεν μπορώ Ζικ με πονάει η καρδιά μου σαν αγκάθι». Εδώ μεγάλωσα, εδώ έζησα την εφηβεία μου εδώ γνώρισα τον κόσμο. Νιώθω περισσότερο Ελληνίδα από ό,τι Λίβυα.

Ξέρεις πώς νιώθω; Σαν ένα λουλούδι που φυτρώνει μόνο σε έναν τόπο και πήραν τις ρίζες του και τις φυτέψανε αλλού. Εκεί που έπιασε και έγινε ωραίο, εκεί είναι η πατρίδα του.

Εδώ μεγάλωσα, εδώ ζω, από την ελληνική φύση τρέφομαι αλλά δεν αρνούμαι τις ρίζες μου. Δηλαδή οι ρίζες μου είναι λιβυκές, αραβικές αλλά η ψυχή μου και η ζωή μου είναι ελληνική, κατάλαβες;

Θέλω να επισκεφθώ τη Λιβύη αλλά όχι να μείνω. Εγώ έχω άλλη… νοοτροπία, καλά το είπα; Δεν θα μπορώ να ζήσω καλά ανάμεσα τους.

Ξέρεις τι μου αρέσει πιο πολύ στην Ελλάδα; Η ανθρωπιά. Παρά το ρατσισμό, την ξενοφοβία και τα προβλήματα εδώ είναι αλλιώς οι άνθρωποι. Στη Θεσσαλονίκη όταν πρωτοπήγαμε στο σπίτι μας δεν είχαμε τίποτα. Και άρχισε να χτυπάει το κουδούνι. Ήταν οι γείτονες και ο καθένας έφερνε κάτι.  Ο ένας μας έφερε ένα καναπέ, ο άλλος μια καρέκλα, ένα πιάτο φαγητό. Έτσι μας υποδέχτηκαν και μας έφτιαξαν το σπίτι μας. Αυτό αλλού… απλά δεν υπάρχει.

Από τότε καταλάβαμε και φύτρωσε μέσα μας ότι οι Έλληνες είναι πολύ καλόκαρδοι.

Τι δεν μου αρέσει στην Ελλάδα; Η εφορία! Μόνο το οξυγόνο δεν πληρώνουμε! Αλήθεια ό,τι έχει να κάνει με γραφειοκρατία δεν το αντέχω.

Κοίτα υπάρχουν πάρα πολλές δυσκολίες εδώ. Είναι όλα ακριβά και βρίσκεις δουλειά δύσκολα και αν σε πληρώνουν κιόλας. Αυτό είναι σοβαρό. Αλλού δεν είναι έτσι τα πράγματα. Από την άλλη είναι πανέμορφη χώρα και οι άνθρωποι καλοί. Και αυτό είναι σοβαρό, με καταλαβαίνεις; Τώρα πια ούτε ο πατέρας μου δεν φεύγει από εδώ. Νιώθει ότι αυτή η χώρα τον προστάτεψε και τον άφησε να σταθεί στα πόδια του και να θρέψει την οικογένειά του. Δεν είναι σωστό να την εγκαταλείψει. Σαν να χρωστάει…

Νιώθω Ελληνίδα μουσουλμάνα. Εμένα μου ταιριάζουν αυτά τα δύο μια χαρά. Δεν υπάρχουν Έλληνες άθεοι; Εδώ δεν μπορούσε πάντα ο καθένας να είναι ελεύθερος και να πιστεύει ό,τι θέλει; Άρα;

Στο σχολείο πηγαίναμε κανονικά στην εκκλησία και δεν είχαμε κανένα πρόβλημα. Οι φίλοι μας ήταν χριστιανοί και τα πηγαίναμε περίφημα. Η μαμά μου μας έστελνε στην εκκλησία με τα άλλα παιδιά του σχολείου και μας έμαθε να σεβόμαστε πάρα πολύ τις άλλες θρησκείες. Ο πατέρας μου μας έλεγε να μάθουμε για το χριστιανισμό για να καταλαβαίνουμε και τους άλλους. Και έτσι μάθαμε να σεβόμαστε και τη θρησκεία του άλλου.

Όχι δεν με ενοχλούσε που στην τάξη είχε εικόνα του Χριστού. Εγώ αγαπώ και το χριστιανισμό.

Πριν λίγο καιρό ήμουν στο «Αλεξάνδρα» (σημ. το νοσοκομείο) και βρήκα μια εκκλησία και μπήκα και προσευχήθηκα και ένιωσα πολύ όμορφα.

Μακάρι να με καταλαβαίνεις…

ola